ΚύπροςΕπίτροπος Διοικήσεως: Δεν αποτυπώνουν την έκταση του φαινομένου εμπορίας προσώπων οι 29 καταδίκες
Την περίοδο 2020–2026 καταγράφηκαν 29 καταδίκες για υποθέσεις εμπορίας προσώπων στην Κύπρο, σύμφωνα με στοιχεία της Αστυνομίας, «ο αριθμός αυτός, ωστόσο, δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη την πραγματική έκταση του φαινομένου» ανέφερε η Μαρία Στυλιανού…
18 Οκτωβρίου 2026 · 12:03
Την περίοδο 2020–2026 καταγράφηκαν 29 καταδίκες για υποθέσεις εμπορίας προσώπων στην Κύπρο, σύμφωνα με στοιχεία της Αστυνομίας, «ο αριθμός αυτός, ωστόσο, δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη την πραγματική έκταση του φαινομένου» ανέφερε η Μαρία Στυλιανού Λοττίδη, Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε μήνυμά της για την Πανευρωπαϊκή Ημέρα κατά της Εμπορίας Προσώπων.
Αναφέρθηκε επίσης στην Παγκόσμια Έκθεση του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) του 2024, σύμφωνα με την οποία το 38% των θυμάτων εμπορίας που εντοπίστηκαν παγκοσμίως το 2022 ήταν παιδιά. «Παιδιά από τα οποία η εκμετάλλευση στερεί όχι μόνο την ελευθερία, αλλά και την ίδια την παιδική τους ηλικία».
Πρόσθεσε μάλιστα ότι στην τελευταία αξιολόγησή της για την Κύπρο, η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων (GRETA) επισήμανε την ανάγκη για έγκαιρο εντοπισμό των θυμάτων και καταγράφει καθυστερήσεις στη διαδικασία αναγνώρισής τους, οι οποίες μπορεί να τα αφήνουν χωρίς κρίσιμη βοήθεια και προστασία.
Τόνισε ότι η εμπορία προσώπων είναι από τα σοβαρότερα εγκλήματα κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που συχνά παραμένει αθέατη, πίσω από κλειστές πόρτες, σε χώρους εργασίας, σε ιδιωτικές κατοικίες, αλλά και μέσα από νέες μορφές εκμετάλλευσης που διευκολύνονται από την τεχνολογία.
«Πίσω από κάθε υπόθεση δεν υπάρχουν απλώς αριθμοί, αλλά ανθρώπινες ζωές, ανάμεσά τους και παιδιά» ανέφερε η Επίτροπος, σημειώνοντας ότι η 18η Οκτωβρίου, «μας υπενθυμίζει ότι, ακόμη και σήμερα, χιλιάδες άνθρωποι στερούνται την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και την αυτονομία τους μέσα από συνθήκες εκμετάλλευσης, εξαναγκασμού και βίας».
Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη έγκαιρου εντοπισμού των θυμάτων εμπορίας προσώπων και παροχής προστασίας σε όλα τα στάδια, ανεξάρτητα από την επίσημη αναγνώρισή τους ή τη συνεργασία τους με τις διωκτικές αρχές, ενώ επισήμανε ότι πολλά θύματα δεν καταγγέλλουν ποτέ την εκμετάλλευσή τους, λόγω του φόβου αντιποίνων, της οικονομικής και ψυχολογικής εξάρτησης, της απειλής απέλασης, της δυσπιστίας προς τις αρχές και του τραύματος που έχουν υποστεί.
Όπως ανέφερε, η εμπορία προσώπων αποτελεί ένα «έγκλημα της σιωπής», καθώς πολλά θύματα παραμένουν εγκλωβισμένα στην εκμετάλλευση, χωρίς να προχωρούν σε καταγγελία. Υπογράμμισε ότι «η απουσία καταγγελίας δεν σημαίνει απουσία εκμετάλλευσης» και ότι η σιωπή ενός θύματος δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως συναίνεση.
Σημείωσε ότι η Πολιτεία οφείλει να διαθέτει μηχανισμούς που αναγνωρίζουν έγκαιρα τις ενδείξεις εκμετάλλευσης και ενεργοποιούν άμεσα την προστασία των θυμάτων, χωρίς να αναμένει από τα ίδια να αποδείξουν την ευαλωτότητά τους.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι η προστασία δεν μπορεί να παρέχεται μόνο μετά την επίσημη αναγνώριση ενός προσώπου ως θύματος, ούτε να εξαρτάται από τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές ή από την έκβαση μιας ποινικής δίωξης. Αντίθετα, θα πρέπει να καλύπτει όλα τα στάδια, από τον εντοπισμό ενός πιθανού θύματος μέχρι την τελική αποκατάστασή του, περιλαμβάνοντας ασφαλή στέγαση, ενημέρωση, νομική βοήθεια, υγειονομική και ψυχολογική στήριξη, καθώς και δυνατότητες κοινωνικής και οικονομικής επανένταξης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη προστασίας των παιδιών και των προσώπων που αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές ευαλωτότητας, λαμβάνοντας υπόψη το φύλο, την ηλικία, την αναπηρία, τη μεταναστευτική κατάσταση και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε προσώπου.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη αποτελεσματικού συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών, επισημαίνοντας ότι τα κενά επικοινωνίας, οι διοικητικές καθυστερήσεις και η έλλειψη συνέχειας στην υποστήριξη των θυμάτων δημιουργούν κενά στην προστασία τους. Όπως σημείωσε, ενώ για τη Διοίκηση υπάρχουν διαφορετικές αρμοδιότητες και διαδικασίες, για το θύμα η προστασία και η δικαίωση μπορεί να αποτελούν ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Αναφερόμενη στις παρεμβάσεις του Γραφείου της, σημείωσε ότι έχουν αναδειχθεί ζητήματα που αφορούν την ευαλωτότητα των αλλοδαπών εργαζομένων, την πρόσβαση των αναγνωρισμένων θυμάτων στα δικαιώματά τους, τη στήριξη γυναικών που υπέστησαν σεξουαλική εκμετάλλευση, καθώς και τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν διαφορετικές διοικητικές διαδικασίες επηρεάζουν την προστασία του ίδιου προσώπου.
Τόνισε ότι «η αναγνώριση ενός ανθρώπου ως θύματος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με την προστασία του», προσθέτοντας ότι η κατοχύρωση ενός δικαιώματος στη νομοθεσία δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την πλήρη άσκησή του.
Καταλήγοντας, η Επίτροπος επαναβεβαίωσε τη σταθερή προσήλωση του θεσμού στην καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων, μέσα από τη διερεύνηση υποθέσεων, την ανάδειξη συστημικών αδυναμιών και την εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των αρμόδιων υπηρεσιών.
Υπογράμμισε, τέλος, ότι η καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων δεν περιορίζεται στην τιμωρία των δραστών, αλλά απαιτεί ένα σύστημα που να εντοπίζει έγκαιρα τα θύματα, να τους παρέχει προστασία και να διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την αποκατάσταση και την επανένταξή τους.
Πηγή – Cyprus Times (ΚΥΠΕ)








