ΑθλητισμόςΤον Σεπτέμβριο, η μέση τιμή του πετρελαίου Brent ανήλθε στα 102 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 15,8% σε μηνιαία βάση και 51% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.
Η ενεργειακή ανατίμηση, σε συνδυασμό με την ισχυρή τουριστική ζήτηση στην Ελλάδα, οδήγησε τον ετήσιο πληθωρισμό στο 5,1%, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη, επιβαρύνοντας εκ νέου την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Ωστόσο, στο σύνολο του τρίτου τριμήνου ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιβραδύνθηκεστο 3,8%, από 4,4% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η αποκλιμάκωση αυτή, πάντως, δεν εξαλείφει τους κινδύνους για το επόμενο διάστημα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, τα χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα και η εποχική αύξηση της ζήτησης για θέρμανση ενδέχεται να αναζωπυρώσουν τις πληθωριστικές πιέσεις κατά το τέταρτο τρίμηνο.
Ανθεκτική η ελληνική οικονομία παρά τις διεθνείς αναταράξεις
Παρά τις αντίξοες διεθνείς συνθήκες, η ελληνική οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, παρά το πρώτο κύμα ανατιμήσεων που προκάλεσε ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο. Θετική εξέλιξη αποτέλεσε και η καλύτερη του αναμενομένου επίδοση της Ευρωζώνης, η οποία ευνόησε τις ελληνικές εξαγωγές.
Ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 1,9% σε ετήσια βάση, υπερβαίνοντας το 1,2% της Ευρωζώνης, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, την κατανάλωση, τις τουριστικές εισπράξεις και τις εξαγωγές αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών.
Τα στοιχεία οικονομικής συγκυρίας για το διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου υποδεικνύουν ότι η ανθεκτικότητα διατηρήθηκε και κατά το τρίτο τρίμηνο. Την ίδια εικόνα ενισχύουν οι πρώτες ενδείξεις από την πραγματική οικονομική δραστηριότητα, όπως η αύξηση της απασχόλησης, των ταξιδιωτικών εισπράξεων και του όγκου των πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο.
Τα επίσημα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών για το τρίτο τρίμηνο αναμένεται να ανακοινωθούν από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) στις 7 Δεκεμβρίου.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος παραμένει σε υψηλά επίπεδα
Στο ίδιο διάστημα, ο δείκτης οικονομικού κλίματος που καταρτίζει το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) παρέμεινε σε σχετικά υψηλά επίπεδα, διαμορφούμενος στις 107,2 μονάδες, δηλαδή πάνω από το μακροχρόνιο όριο των 100 μονάδων και οριακά υψηλότερα από τον μέσο όρο των τελευταίων 14 τριμήνων.
Παράλληλα, για 17ο συνεχόμενο τρίμηνο κινήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα από τον αντίστοιχο δείκτη της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στις 97,8 μονάδες.
Η ανάλυση των επιμέρους δεικτών εμπιστοσύνης καταδεικνύει βελτίωση στο λιανικό εμπόριο, ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης από χαμηλή αφετηρία και ανοδική τάση στις κατασκευές. Στη βιομηχανία, παρά την υποχώρηση του ισοζυγίου θετικών και αρνητικών απαντήσεων σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, οι θετικές εκτιμήσεις εξακολούθησαν να υπερτερούν, ενώ στον τομέα των υπηρεσιών το αντίστοιχο ισοζύγιο παρέμεινε σε σχετικά υψηλά επίπεδα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, ωστόσο, η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και εκείνη των καταναλωτών στην Ελλάδα. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες εμφανίζονται σαφώς ισχυρότερες, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Η απόκλιση αυτή μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στη συνεχιζόμενη επίδραση του πληθωρισμού στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, κυρίως για τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από μισθούς ή μεταβιβαστικές πληρωμές, όπως οι συνταξιούχοι. Επιπλέον, η πολυετής κρίση δημόσιου χρέους ενδέχεται να εξακολουθεί να επηρεάζει τις προσδοκίες των ελληνικών νοικοκυριών, ιδίως σε περιόδους οικονομικών αναταράξεων.
Μέχρι στιγμής, η επιφυλακτικότητα αυτή αποτυπώνεται κυρίως στον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης και όχι στις καταναλωτικές δαπάνες.
Σε φάση ανάπτυξης η ελληνική μεταποίηση για 15ο συνεχόμενο τρίμηνο
Θετική εικόνα παρουσίασε και η μεταποίηση, με τον δείκτη υπευθύνων προμηθειών PMI της S&P Global να διαμορφώνεται στις 54,2 μονάδες το τρίτο τρίμηνο, έναντι 53,2 μονάδων το προηγούμενο τρίμηνο. Η επίδοση αυτή υποδηλώνει βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών στον κλάδο για 15ο συνεχόμενο τρίμηνο.
Ειδικότερα, τον Σεπτέμβριο οι επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφεραν ότι η ενίσχυση της ζήτησης, κυρίως από πελάτες στην Ευρώπη και την Ασία, συνέβαλε στην αύξηση των νέων παραγγελιών, της παραγωγής και της απασχόλησης.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι αυξημένες τιμές των καυσίμων άσκησαν ανοδικές πιέσεις τόσο στο κόστος των εισροών όσο και στις τιμές πώλησης των προϊόντων. Παρά τις πιέσεις αυτές, οι επιχειρήσεις διατήρησαν, σε γενικές γραμμές, την αισιοδοξία τους για τις προοπτικές του επόμενου έτους.
Επενδύσεις και τουρισμός στηρίζουν την ανάπτυξη, αλλά οι κίνδυνοι παραμένουν
Συνολικά, οι δείκτες οικονομικής συγκυρίας και τα διαθέσιμα στοιχεία πραγματικής δραστηριότητας καταδεικνύουν ότι η ελληνική οικονομία διατήρησε την ανθεκτικότητά της κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), η πιστωτική στήριξη από τα εγχώρια Νομισματικά και Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ), καθώς και οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις και οι εξαγωγές αγαθών ενισχύουν τη ζήτηση και, κατ’ επέκταση, την παραγωγή.
Εντούτοις, εξακολουθούν να υφίστανται διαρθρωτικές αδυναμίες από την πλευρά της προσφοράς, οι οποίες αντανακλώνται τόσο στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών όσο και στον επίμονο πληθωρισμό.
Με βάση τις σημερινές συνθήκες, η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και η ενεργειακή αναταραχή διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων για το τέταρτο τρίμηνο, με ανοδικές πιέσεις στις τιμές και πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Προϋπολογισμός 2027: Ανάπτυξη 2,3% με βασικό μοχλό τις επενδύσεις
Σε αυτό το πλαίσιο, το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο 2,3%, από 2% το 2026, αποδίδοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στις επενδύσεις και δευτερευόντως στην ιδιωτική κατανάλωση.
Η εκτίμηση της κυβέρνησης είναι κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από την πρόβλεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), το οποίο τοποθετεί την ανάπτυξη στο 1,8% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, σύμφωνα με την έκθεση World Economic Outlook του Οκτωβρίου 2026.
Μεγαλύτερη απόκλιση καταγράφεται στις προβλέψεις για τον πληθωρισμό: το Προσχέδιο εκτιμά ότι ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή θα υποχωρήσει στο 2,6% το 2027, από 3,8% το 2026, ενώ το ΔΝΤ προβλέπει αντίστοιχα ποσοστά 4,2% και 3,6%.
Οι εκτιμήσεις για την ανεργία εμφανίζουν μικρότερες διαφορές, καθώς το Προσχέδιο προβλέπει μείωσή της στο 7,9% το 2027, από 8,4% το 2026, έναντι 8% και 7,6% αντίστοιχα στις προβλέψεις του ΔΝΤ.
Το επενδυτικό στοίχημα των 11 δισ. ευρώ και το κενό μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να αποτελέσει τον σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης το 2027, με τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου να προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 7,9%, έναντι 7,7% το 2026, συμβάλλοντας κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ.
Παράλληλα, το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί στο 18,6%, από 17,8% το 2026. Ωστόσο, θα εξακολουθήσει να υπολείπεται του μέσου όρου της Ευρωζώνης, γεγονός που καταδεικνύει ότι το επενδυτικό κενό της χώρας παραμένει σημαντικό.
Η επίτευξη των προβλεπόμενων στόχων καθίσταται πιο απαιτητική λόγω της ολοκλήρωσης του ΤΑΑ το 2026. Παρότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, εξαιρουμένων των πόρων του ΤΑΑ, προβλέπεται να αυξηθεί στα 11 δισ. ευρώ το 2027, από 9,8 δισ. ευρώ το 2026, η αντιστάθμιση της απώλειας των ευρωπαϊκών πόρων και η κάλυψη του επενδυτικού κενού θα απαιτήσουν την ουσιαστική κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Κατανάλωση με στήριξη από μισθούς και φοροελαφρύνσεις – Αρνητική συμβολή από το εξωτερικό εμπόριο
Θετική συμβολή στην ανάπτυξη αναμένεται να έχει και η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,5%, με στήριξη από την ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, την αύξηση των μισθών, την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
Αντίθετα, ο εξωτερικός τομέας εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει ανασταλτικά για την ανάπτυξη, καθώς οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προβλέπεται να αυξηθούν κατά 4%, ταχύτερα από τις εξαγωγές, για τις οποίες αναμένεται άνοδος 3,1%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την υψηλή εξάρτηση της εγχώριας ζήτησης από εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες, ιδιαίτερα στον τομέα των επενδύσεων.
Πρωτογενές πλεόνασμα 3,3% του ΑΕΠ και δημοσιονομικές παρεμβάσεις 7,3 δισ. ευρώ
Στο δημοσιονομικό πεδίο, το Προσχέδιο προβλέπει τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, παρά την εφαρμογή νέων μέτρων φορολογικής και εισοδηματικής πολιτικής.
Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται στο 3,3% του ΑΕΠ το 2027, έναντι 3,6% το 2026, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται να περιοριστεί στο 0,3% του ΑΕΠ, από 0,6%.
Το συνολικό καθαρό κόστος των βασικών μόνιμων δημοσιονομικών παρεμβάσεων αναμένεται να ανέλθει σε περίπου 7,3 δισ. ευρώ το 2027, έναντι 4,1 δισ. ευρώ το 2026, συμπεριλαμβανομένων νέων μέτρων ύψους 2,3 δισ. ευρώ. Οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως στις φορολογικές ελαφρύνσεις, στην ενίσχυση των εισοδημάτων και στη στήριξη της επιχειρηματικότητας.
Οι προβλέψεις του Προσχεδίου είναι ευνοϊκότερες από εκείνες του ΔΝΤ, το οποίο εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 2,6% του ΑΕΠ το 2027, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα είναι ελλειμματικό κατά 0,7% του ΑΕΠ.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας το 2024 και το 2025 ξεπέρασαν τις προηγούμενες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα επαναληφθεί αναγκαστικά η ίδια εξέλιξη το 2027.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού, το πρωτογενές πλεόνασμα κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026 ανήλθε σε 7,59 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 5,13 δισ. ευρώ. Ωστόσο, μετά την εξαίρεση των επιπτώσεων από χρονικές μετατοπίσεις πληρωμών και άλλους σχετικούς παράγοντες, η υπέρβαση του στόχου περιορίζεται σε 340 εκατ. ευρώ.
Επισημαίνεται ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε τροποποιημένη ταμειακή βάση και όχι τη Γενική Κυβέρνηση σε εθνικολογιστική βάση.
Υποχώρηση του δημόσιου χρέους στο 128,8% του ΑΕΠ το 2027
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αναμένεται να συνεχίσει την καθοδική του πορεία ως ποσοστό του ΑΕΠ, υποχωρώντας στο 128,8% το 2027, από 136,7% το 2026.
Η προβλεπόμενη μείωση αποδίδεται στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και στη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής. Σε αυτό το σημείο, οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης και του ΔΝΤ συγκλίνουν, καθώς το Ταμείο προβλέπει δημόσιο χρέος στο 128,7% του ΑΕΠ το 2027, παρά τις διαφορές στις προβλέψεις του για την ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά αποτελέσματα.
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει υιοθετήσει τις μακροοικονομικές προβλέψεις του Προσχεδίου και διαπιστώνει συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες.
Αντίθετα, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή εκτιμά ότι η ανάπτυξη το 2027 θα περιοριστεί στο 2%, έναντι 2,3% που προβλέπει το Προσχέδιο, το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 3,2% του ΑΕΠ, έναντι 3,3%, ενώ το δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα είναι οριακά ελλειμματικό κατά 0,1% του ΑΕΠ, αντί για πλεόνασμα 0,3%.
Επιπλέον, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της FocusEconomics τον Οκτώβριο του 2026, η μέση πρόβλεψη των αναλυτών για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας διαμορφώνεται στο 1,8% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, ενώ η Eurobank Research προβλέπει ρυθμούς ανάπτυξης 1,8% και 1,9% αντίστοιχα. Και οι δύο εκτιμήσεις υπολείπονται των προβλέψεων του Προσχεδίου, οι οποίες ανέρχονται σε 2% για το 2026 και 2,3% για το 2027.
Γεωπολιτικές εντάσεις και ενεργειακό κόστος απειλούν τις προοπτικές
Συνολικά, το κυβερνητικό μακροοικονομικό σενάριο στηρίζεται στη διατήρηση ισχυρής εγχώριας ζήτησης, με τη βασική πρόκληση να αφορά τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ και την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων.
Οι κίνδυνοι για την οικονομική πορεία εξακολουθούν να είναι κυρίως καθοδικοί, όπως επισημαίνει και το ΔΝΤ. Η περαιτέρω κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και η διατήρηση των τιμών ενέργειας σε υψηλά επίπεδα θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό, να περιορίσουν το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και να αυξήσουν το κόστος παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, ενδεχόμενη επιδείνωση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών θα μπορούσε να καταστήσει ακριβότερη τη χρηματοδότηση και να ανακόψει την επενδυτική δραστηριότητα. Πρόσθετες απειλές για τις οικονομικές προοπτικές αποτελούν η εξασθένηση της εξωτερικής ζήτησης, η περαιτέρω ενίσχυση των περιορισμών στο διεθνές εμπόριο, καθώς και πιθανές καθυστερήσεις στην υλοποίηση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
www.bankingnews.gr









