Ροή ΕιδήσεωνΑποπειράθηκε να την σκοτώσει, αλλά αυτή δεν έχει παράπονο!
Μια δικαστική υπόθεση με κατηγορίες για απόπειρα φόνου, απειλές θανάτου και άσκηση βίας σε βάρος γυναίκας από τον σύντροφό της, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη πτυχή. Το παραλίγο θύμα, παρότι αρχικά είχε περιγράψει περιστατικά βίας,…
15 Οκτωβρίου 2026 · 10:15
Μια δικαστική υπόθεση με κατηγορίες για απόπειρα φόνου, απειλές θανάτου και άσκηση βίας σε βάρος γυναίκας από τον σύντροφό της, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη πτυχή. Το παραλίγο θύμα, παρότι αρχικά είχε περιγράψει περιστατικά βίας, στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν έχει παράπονο, δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του συντρόφου της και δεν προτίθεται να καταθέσει εναντίον του.
Η στάση της δεν οδήγησε στην αποφυλάκιση του κατηγορουμένου, ο οποίος παραμένει υπό κράτηση μέχρι την εμφάνισή του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στις 23 Οκτωβρίου.
Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση, έκρινε ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας εξακολουθεί να υφίσταται, παρά το γεγονός ότι ο 29χρονος ζει στην Κύπρο από την ηλικία των πέντε ετών.
Παράλληλα, όμως, «δικαίωσε» τον κατηγορούμενο σε ένα σημαντικό σημείο της έφεσής του. Έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για να θεωρήσει ότι, εάν αφηνόταν ελεύθερος, θα επιχειρούσε να επηρεάσει μάρτυρες.
Σοβαρές κατηγορίες
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στον 29χρονο Δ.Κ αποδίδονται κατηγορίες για απόπειρα φόνου της συντρόφου του, τραυματισμός της με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, παράνομη στέρηση της ελευθερίας της με σκοπό να υποστεί τη συγκεκριμένη μεταχείριση και επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Περιλαμβάνονται επίσης δύο κατηγορίες για απειλές ότι θα τη σκοτώσει, καθώς και κατηγορία άσκησης ψυχολογικής βίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα παρουσιάζει η αναφορά στο ανήλικο παιδί της γυναίκας. Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται αδίκημα βίας εναντίον του ανηλίκου, επειδή η φερόμενη επίθεση πραγματοποιήθηκε στην παρουσία του.
Η γυναίκα τα γύρισε
Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο της υπόθεσης αφορά τη συμπεριφορά της γυναίκας μετά τις αρχικές της καταγγελίες. Όπως προκύπτει από τη δικαστική απόφαση, η γυναίκα είχε αρχικά περιγράψει λεπτομερώς περιστατικά που απέδιδε στον σύντροφό της.
Ωστόσο αργότερα, δήλωσε ότι ουδέποτε δέχθηκε επίθεση, ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του και ότι δεν επιθυμεί να διωχθεί ποινικά.
Επιπλέον, γνωστοποίησε ότι δεν προτίθεται να καταθέσει εναντίον του, ενώ τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και το ζήτημα της μη κατάθεσης του ανήλικου παιδιού της.
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε αυτές τις δηλώσεις, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι, εφόσον η γυναίκα δεν επιθυμεί να προωθήσει την καταγγελία της και το παιδί δεν πρόκειται να καταθέσει, δημιουργείται σοβαρό ζήτημα ως προς την υπόθεση που θα παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Το Εφετείο, όμως, υιοθέτησε διαφορετική προσέγγιση.
Επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξετάσει τόσο τις αρχικές καταγγελίες όσο και τις μεταγενέστερες δηλώσεις της γυναίκας. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι αρχικοί ουσιαστικοί ισχυρισμοί της δεν είχαν ανακληθεί, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, παρότι η ίδια εξέφρασε στη συνέχεια διαφορετική στάση απέναντι στην ποινική διαδικασία. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Εφετείου, η αξιολόγηση αυτών των ζητημάτων ανήκει στο Δικαστήριο που θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης.
Με άλλα λόγια, η άρνηση της παραπονούμενης να καταθέσει και η μεταβολή της στάσης της δεν αρκούν, από μόνες τους, για να εξαφανίσουν το μαρτυρικό υλικό που έχει ήδη συγκεντρωθεί.
Το Εφετείο δεν αποφάσισε εάν οι καταγγελίες είναι αληθείς ή ψευδείς. Εξέτασε αποκλειστικά εάν ήταν ορθή η απόφαση για συνέχιση της κράτησης.
Κίνδυνος να διαφύγει;
Ένα δεύτερο σημαντικό ζήτημα αφορά τους δεσμούς του κατηγορουμένου με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η υπεράσπιση παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι ο 29χρονος έχει περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, εγκαταστάθηκε στο νησί πριν από 24 χρόνια, όταν ήταν μόλις πέντε ετών, μαζί με τη μητέρα του. Φοίτησε σε κυπριακά σχολεία, ολοκλήρωσε τη μέση εκπαίδευση και αποφοίτησε από Λύκειο. Μιλά άπταιστα ελληνικά και εργάζεται ως υδραυλικός. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, υιοθετήθηκε από τη θεία του, η οποία επίσης διαμένει μόνιμα στην Κύπρο.
Ο πατέρας του ζει στη Ρωσία, αλλά, σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος δεν διατηρεί σχέσεις μαζί του. Επιπλέον, ο εργοδότης του προσφέρθηκε να του παραχωρήσει ιδιόκτητο διαμέρισμα στη Λευκωσία, ώστε να εγκατασταθεί εκεί, αντί να επιστρέψει στο σπίτι όπου διέμενε με την σύντροφο του.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία αποδεικνύουν πως δεν πρόκειται για κάποιον που βρίσκεται περιστασιακά στην Κύπρο, αλλά για άνθρωπο με σταθερή εργασία, κατοικία και οικογενειακές σχέσεις στη χώρα. Κατά συνέπεια, υποστήριξε ότι δεν δικαιολογείται η εκτίμηση περί κινδύνου φυγοδικίας. Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι τα προσωπικά αυτά δεδομένα, παρότι λήφθηκαν υπόψη, δεν ήταν αρκετά για να αποκλείσουν τον κίνδυνο.
Δεν αρκούν 24 χρόνια παραμονής
Η απόφαση εξετάζει τη βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στους δεσμούς ενός κατηγορουμένου με την Κύπρο, όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν θα παραμείνει υπό κράτηση.
Το Εφετείο υπενθύμισε ότι ακόμη και η ύπαρξη στενών δεσμών με έναν τόπο δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι αποκλείεται η φυγοδικία. Επικαλέστηκε μάλιστα προηγούμενη νομολογία, σύμφωνα με την οποία ακόμη και ένας Κύπριος πολίτης, που κατά κανόνα διαθέτει οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς με τη χώρα του, δεν αποκλείεται να τεθεί υπό κράτηση. Αυτό που έχει σημασία είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένοι δεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά στην πιθανότητα διαφυγής, λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα των αδικημάτων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο συνεκτίμησε τη σοβαρότητα των κατηγοριών, την ποινή που ενδέχεται να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης και την πιθανότητα καταδίκης, όπως αυτή αξιολογείται προκαταρκτικά από το υπάρχον μαρτυρικό υλικό.
Κατέληξε ότι οι προσωπικές περιστάσεις του 29χρονου δεν μπορούσαν να ανατρέψουν την εκτίμηση περί κινδύνου μη προσέλευσής του στη δίκη.
Επομένως, απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης και επικύρωσε την κράτησή του λόγω κινδύνου φυγοδικίας.
Πρόθεση επηρεασμού;
Στον δεύτερο λόγο έφεσης, η υπεράσπιση αμφισβήτησε την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να επηρεάσει μάρτυρες εάν αφηνόταν ελεύθερος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προβληματιστεί από την αλλαγή στάσης της γυναίκας.
Ενώ αρχικά είχε περιγράψει περιστατικά βίας, στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είχε δεχθεί επίθεση και δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη του συντρόφου της.
Επιπλέον, υπήρχε μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας της, ο κατηγορούμενος της είχε στείλει μήνυμα, ενημερώνοντάς την ότι είχε φύγει από το σπίτι και καλώντας την να επιστρέψει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι αυτά τα δεδομένα δικαιολογούσαν την ανησυχία για ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων.
Το Εφετείο, όμως, διαφώνησε.
Κατά την εξέταση των πρακτικών διαπίστωσε ότι, παρότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε αρχικά επικαλεστεί τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων ως λόγο κράτησης, η συνήγορός της δεν είχε αναπτύξει σχετική επιχειρηματολογία.
Μόνο όταν το θέμα τέθηκε από την υπεράσπιση προβλήθηκε η πιθανότητα η γυναίκα να δεχθεί απειλές, ώστε να μην προωθήσει την καταγγελία της. Το Εφετείο έκρινε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό.
«Θεωρητικός και αόριστος» ο κίνδυνος
Στο σκεπτικό του, το Εφετείο διαχώρισε την πραγματική πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων από έναν γενικό και αόριστο φόβο.
Διευκρίνισε ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί πως ο κατηγορούμενος έχει ήδη επιχειρήσει να επηρεάσει μάρτυρες.
Απαιτούνται, όμως, συγκεκριμένα στοιχεία που να δικαιολογούν την εκτίμηση ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο δεν εντόπισε τέτοια στοιχεία.
Η αλλαγή στάσης της παραπονούμενης, από μόνη της, δεν θεωρήθηκε επαρκής ένδειξη επηρεασμού.
Ούτε το μήνυμα με το οποίο ο κατηγορούμενος την ενημέρωνε ότι είχε αποχωρήσει από το σπίτι μπορούσε να στηρίξει μια τέτοια διαπίστωση. Το Εφετείο επισήμανε ότι, χωρίς συγκεκριμένο πραγματικό υπόβαθρο, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων θα μπορούσε να προβάλλεται σχεδόν σε κάθε υπόθεση παρόμοιας φύσης.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, δεν υπήρχε στοιχείο που να καθιστούσε τον συγκεκριμένο κίνδυνο υπαρκτό, πέραν μιας «θεωρητικής και αόριστης πιθανολόγησης».
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η πρωτόδικη κρίση δεν υποστηριζόταν από τα στοιχεία της υπόθεσης και συνεπώς έπρεπε να ακυρωθεί. Αξιοσημείωτο είναι ότι, κατά την εκδίκαση της έφεσης, η ίδια η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι δεν υποστήριζε το συγκεκριμένο μέρος της πρωτόδικης απόφασης. Έτσι, ο δεύτερος λόγος έφεσης έγινε δεκτός.
Παραμένει στο κελί
Παρά την επιτυχία της υπεράσπισης στον δεύτερο λόγο έφεσης, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε όσον αφορά την κράτηση του κατηγορουμένου.
Το Εφετείο εξήγησε ότι οι διαφορετικοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την κράτηση ενός υποδίκου είναι αυτοτελείς.
Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον αποδεικνύεται επαρκώς ένας από τους νόμιμους λόγους κράτησης, δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν και οι υπόλοιποι.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο κίνδυνος φυγοδικίας κρίθηκε επαρκής για τη συνέχιση της κράτησης.
Σημειώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ήδη απορρίψει ως μη στοιχειοθετημένο τον τρίτο λόγο κράτησης που είχε προβάλει η Κατηγορούσα Αρχή, δηλαδή τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων. Επομένως, από τους τρεις αρχικούς λόγους που επικαλέστηκε η Αστυνομία, μόνο ο κίνδυνος φυγοδικίας παρέμεινε τελικά ως νόμιμη βάση της κράτησης.
Η απόφαση εκδόθηκε ομόφωνα από τριμελή σύνθεση του Εφετείου, αποτελούμενη από τους δικαστές Μ. Αμπίζα, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσίου και Ι. Στυλιανίδου.
Τον κατηγορούμενο εκπροσώπησε ο δικηγόρος Β. Ακάμας, με τις δικηγόρους Ο. Γρηγορίου και Κ. Ιωάννου, ενώ για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εμφανίστηκε η δικηγόρος Σ. Παπουή. Η υπόθεση θα απασχολήσει εκ νέου τη Δικαιοσύνη στις 23 Οκτωβρίου 2026, ημερομηνία κατά την οποία έχει οριστεί η εμφάνιση του κατηγορουμένου ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας.
Πηγή – Cyprus Times








