Διεθνής ΑριστεράΖημιές 38 σεντ το λίτρο για τους παραγωγούς – Κέρδη έως 14% για τα μεγάλα τυροκομεία
Σοβαρές ανισορροπίες στην αγορά γάλακτος της Κύπρου αναδεικνύει κλαδική έρευνα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ). Την ώρα που αιγοπροβατοτρόφοι αντιμετωπίζουν ζημιές από την παραγωγή γάλακτος, μεγάλα τυροκομεία καταγράφουν καθαρά περιθώρια κέρδους…
15 Οκτωβρίου 2026 · 08:21
Σοβαρές ανισορροπίες στην αγορά γάλακτος της Κύπρου αναδεικνύει κλαδική έρευνα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ). Την ώρα που αιγοπροβατοτρόφοι αντιμετωπίζουν ζημιές από την παραγωγή γάλακτος, μεγάλα τυροκομεία καταγράφουν καθαρά περιθώρια κέρδους που φτάνουν μέχρι και το 14%. Η έρευνα καταγράφει επίσης υψηλή συγκέντρωση της αγοράς στα χέρια λίγων μεγάλων επιχειρήσεων, περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη των μικρών παραγωγών και έντονη εξάρτηση από εισαγόμενες ζωοτροφές.
Μια αγορά δύο ταχυτήτων, στην οποία οι κτηνοτρόφοι αγωνίζονται να καλύψουν το κόστος παραγωγής τους, ενώ μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες διατηρούν σημαντικά περιθώρια κερδοφορίας, αποτυπώνει η κλαδική έρευνα της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού για τον τομέα του γάλακτος.
Τα στοιχεία, που δημοσιοποιεί ο «Φιλελεύθερος», αφορούν την αγορά αιγινού, πρόβειου και αγελαδινού γάλακτος, με την έρευνα να εξετάζει τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά τη συμφωνία του Ιουλίου του 2022 για την παραγωγή χαλλουμιού Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).
Η εικόνα που προκύπτει αναδεικνύει τις διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες των εμπλεκομένων στην παραγωγική αλυσίδα, καθώς και τις πιέσεις που δέχονται ιδιαίτερα οι μικρότεροι κτηνοτρόφοι.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για το κόστος παραγωγής στις αιγοπροβατοτροφικές μονάδες.
Σύμφωνα με την κοστολογική ανάλυση πρότυπων μονάδων με 500 ζώα, το μέσο κόστος παραγωγής αιγινού γάλακτος υπολογίζεται σε €1,18 ανά λίτρο, με εκτιμώμενη ζημιά 33 σεντ ανά λίτρο.
Ακόμη δυσμενέστερη εμφανίζεται η εικόνα για το πρόβειο γάλα, όπου το κόστος παραγωγής ανέρχεται σε €1,78 ανά λίτρο και η ζημιά υπολογίζεται σε 38 σεντ.
Τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι η παραγωγή γάλακτος, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και παραδοχές της ανάλυσης, μπορεί να αποδειχθεί ζημιογόνα, με αρκετές εκμεταλλεύσεις να στηρίζονται σε κρατικές και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για να συνεχίσουν τη λειτουργία τους.
Στον αντίποδα, τα οικονομικά δεδομένα της μεταποίησης παρουσιάζουν σημαντικά διαφορετική εικόνα.
Κατά την περίοδο 2021-2023, συγκεκριμένα μεγάλα τυροκομεία εμφάνισαν καθαρά περιθώρια κέρδους μεταξύ 4% και 14%.
Η κατάσταση δεν είναι ίδια για όλες τις επιχειρήσεις, καθώς μικρότερες μεταποιητικές μονάδες κατέγραψαν περιορισμένα κέρδη, της τάξης του 1%, ή ακόμη και ζημιές που έφτασαν το 8%.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τη σημασία του μεγέθους και της διαπραγματευτικής ισχύος κάθε επιχείρησης σε έναν κλάδο όπου το κόστος παραγωγής και η πρόσβαση στις αγορές αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά τη συγκέντρωση της μεταποίησης σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την έρευνα, πέντε μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες κατέχουν το 74,6% της σχετικής αγοράς τυροκομείων, η οποία χαρακτηρίζεται ολιγοπωλιακή.
Παράλληλα, επτά μεγάλες επιχειρήσεις συγκεντρώνουν περισσότερο από το 80% των εξαγωγών χαλλουμιού.
Η υψηλή συγκέντρωση δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη παράβασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Ωστόσο, αναδεικνύει τις σημαντικές διαφορές διαπραγματευτικής ισχύος μεταξύ των μεγάλων μεταποιητικών μονάδων και των μικρών παραγωγών γάλακτος.
Στον πρωτογενή τομέα, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική.
Στην αιγοπροβατοτροφία δραστηριοποιούνται περίπου 2.066 μονάδες, με συνολική παραγωγή 84,3 εκατομμυρίων λίτρων γάλακτος το 2023.
Ωστόσο, μόνο το 20% του αιγοπρόβειου γάλακτος διατίθεται μέσω οργανωμένων Ομάδων Παραγωγών.
Το υπόλοιπο 80% πωλείται απευθείας από μεμονωμένους παραγωγούς προς τα τυροκομεία, περιορίζοντας τις δυνατότητές τους να διαπραγματευτούν ευνοϊκότερους όρους.
Αντίθετα, στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος, όπου λειτουργούν περίπου 275 παραγωγικές μονάδες, η εμπορία εμφανίζεται περισσότερο οργανωμένη.
Η ΕΠΑ καταγράφει ισχυρότερη διαπραγματευτική παρουσία του Παγκύπριου Οργανισμού Αγελαδοτρόφων, γεγονός που επηρεάζει τη διαμόρφωση των τιμών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στις πιέσεις που ασκούνται για διατήρηση χαμηλών τιμών πρώτης ύλης, ώστε το κυπριακό χαλλούμι να παραμένει ανταγωνιστικό στις διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα, η ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση των αγελαδοτρόφων ενδέχεται να οδηγεί σε μεγαλύτερη πίεση προς τους αιγοπροβατοτρόφους, οι οποίοι είναι περισσότερο κατακερματισμένοι.
Το εύρημα δημιουργεί σοβαρό προβληματισμό για το πώς κατανέμεται το οικονομικό βάρος στην παραγωγική αλυσίδα και ποιοι επωμίζονται τελικά το κόστος διατήρησης της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών.
Στις δυσκολίες των παραγωγών προστίθεται και η μεγάλη εξάρτηση της κυπριακής κτηνοτροφίας από το εξωτερικό.
Η εξάρτηση από εισαγόμενες ζωοτροφές φτάνει έως και το 90%, γεγονός που καθιστά το κόστος παραγωγής ιδιαίτερα ευάλωτο στις διεθνείς τιμές, στα μεταφορικά έξοδα και στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Η Κύπρος καταγράφει επίσης υψηλότερες τιμές νωπού αγελαδινού γάλακτος σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τη διαφορά να υπολογίζεται στα 13,58 σεντ ανά κιλό.
Η ΕΠΑ εισηγείται, μεταξύ άλλων, στοχευμένη στήριξη της εγχώριας παραγωγής ζωοτροφών και μέτρα για τη μείωση του κόστους λειτουργίας των κτηνοτροφικών μονάδων.
Παρά τις διαρθρωτικές ανισορροπίες, η έρευνα δεν εντόπισε, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, στρέβλωση του ανταγωνισμού από την εφαρμογή του Πλαισίου Συμφωνίας του 2022.
Οι ελάχιστες τιμές που συμφωνήθηκαν για το νωπό γάλα τηρήθηκαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ενώ εφαρμόστηκε και η πρόνοια για απορρόφηση του συνόλου της παραγωγής από τα τυροκομεία.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει, ωστόσο, την ανάγκη ανεξάρτητου καθορισμού τιμών και όρων συναλλαγής και αποφυγής πρακτικών που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον ανταγωνισμό.
Η έρευνα επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη ουσιαστικών παρεμβάσεων για τη βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα.
Μεταξύ των εισηγήσεων περιλαμβάνονται η ενίσχυση και μεγέθυνση μικρών κτηνοτροφικών μονάδων, η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενες ζωοτροφές και η ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής γάλακτος μακράς διάρκειας.
Η ΕΠΑ προειδοποιεί ότι οι συνεχείς κρατικές ενισχύσεις προσφέρουν κυρίως προσωρινή ανακούφιση, χωρίς να επιλύουν τις βασικές αδυναμίες του κλάδου.
Τα ευρήματα θέτουν πλέον ενώπιον του Υπουργείου Γεωργίας το ζήτημα της διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης πολιτικής που θα στηρίζει τη βιωσιμότητα των παραγωγών, θα ενισχύει τη διαπραγματευτική τους θέση και θα αντιμετωπίζει τις ανισορροπίες στην αλυσίδα παραγωγής και εμπορίας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η οικονομική επιτυχία του χαλλουμιού στις διεθνείς αγορές θα συνοδεύεται και από αξιοπρεπές εισόδημα για εκείνους που παράγουν την πρώτη ύλη.
Πηγή – Διάλογος








