ΔιεθνήΔημόσιες συγκοινωνίες υπό αμφισβήτηση: Γιατί το 63% δεν θα επέλεγε ξανά λεωφορείο
Σοβαρές αδυναμίες στην πληροφόρηση των επιβατών, στις υποδομές των στάσεων και στην αξιοπιστία των δρομολογίων των λεωφορείων στη Λευκωσία καταγράφει η Ελεγκτική Υπηρεσία, θέτοντας παράλληλα ερωτήματα ως προς την επάρκεια της παρακολούθησης της…
14 Οκτωβρίου 2026 · 09:29
Σοβαρές αδυναμίες στην πληροφόρηση των επιβατών, στις υποδομές των στάσεων και στην αξιοπιστία των δρομολογίων των λεωφορείων στη Λευκωσία καταγράφει η Ελεγκτική Υπηρεσία, θέτοντας παράλληλα ερωτήματα ως προς την επάρκεια της παρακολούθησης της σύμβασης από το Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων. Ενδεικτικό της δυσκολίας προσέλκυσης περισσότερων πολιτών στις δημόσιες μεταφορές είναι το γεγονός ότι το 63% των συμμετεχόντων στην έρευνα δήλωσε ότι δεν θα επέλεγε ξανά τη χρήση λεωφορείου.
«Το ζητούμενο είναι η δημόσια συγκοινωνία να καταστεί πραγματικά ελκυστική και ανταγωνιστική έναντι του ιδιωτικού αυτοκινήτου, μέσα από μια αξιόπιστη, εύχρηστη και οικονομικά συμφέρουσα υπηρεσία», αναφέρει στον προλογισμό της Ειδικής Έκθεσης ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τις 10 Νοεμβρίου έως την 1η Δεκεμβρίου 2025, με διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση, καθώς μέλη της Ελεγκτικής Υπηρεσίας χρησιμοποίησαν τα λεωφορεία ως απλοί επιβάτες και αξιολόγησαν την παρεχόμενη υπηρεσία σε πραγματικές συνθήκες, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του παρόχου.
Συμμετείχαν 110 μέλη του προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, τα οποία συμπλήρωσαν συνολικά 204 ερωτηματολόγια. Οι περισσότερες διαδρομές επαναλήφθηκαν επτά φορές, σε διαφορετικές ημέρες και από διαφορετικά πρόσωπα. Για την εξέταση των διευκολύνσεων προς άτομα με αναπηρία συμμετείχε και εκπρόσωπος της Οργάνωσης Παραπληγικών Κύπρου.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διευκρινίζει ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως αντιπροσωπευτικά του γενικού πληθυσμού ή των συστηματικών χρηστών λεωφορείων, καθώς οι συμμετέχοντες διαθέτουν ιδιωτικό αυτοκίνητο και το χρησιμοποιούν ως βασικό μέσο μετακίνησης. Ωστόσο, η έρευνα θεωρείται χρήσιμη για την αξιολόγηση των παραγόντων που επηρεάζουν την προοπτική μετακίνησης πολιτών από το ιδιωτικό όχημα προς τις δημόσιες μεταφορές.
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα αφορά την πληροφόρηση στις στάσεις. Στο 55% των στάσεων που εξετάστηκαν δεν υπήρχε καμία πληροφόρηση για τα δρομολόγια που τις εξυπηρετούν, στο 32% υπήρχε πληροφόρηση μέσω πινακίδων ή κωδικών QR και μόνο στο 13% υπήρχαν συστήματα τηλεματικής ενημέρωσης.
Ως προς τις υποδομές, το 32% των στάσεων δεν διέθετε στέγαστρο, ενώ το 22% δεν διέθετε ούτε κάθισμα ούτε στέγαστρο. Αντίθετα, στο 87% των στάσεων το πεζοδρόμιο βρισκόταν σε καλή κατάσταση, ενώ στο 74% η καθαριότητα αξιολογήθηκε ως ικανοποιητική. Παράλληλα, καταγράφηκαν περιπτώσεις έντονης δυσοσμίας, συσσώρευσης απορριμμάτων και βανδαλισμών, ακόμη και σε κεντρικούς σταθμούς.
Προβλήματα εντοπίστηκαν και στην ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται μέσω της ιστοσελίδας και των εφαρμογών. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η πραγματική θέση στάσεων απείχε περίπου 85 και 135 μέτρα από τη θέση που εμφανιζόταν στην εφαρμογή Pame και στην ιστοσελίδα.
Η έκθεση καταγράφει λανθασμένα ωράρια, ασυνέπειες μεταξύ διαφορετικών πηγών πληροφόρησης και στάσεις που εμφανίζονταν ενώ είχαν καταργηθεί. Επιπλέον, κατά την εκτροπή δρομολογίων λόγω οδικών έργων δεν υπήρχε πάντοτε επικαιροποιημένη ενημέρωση για τις στάσεις που παραλείπονταν ή προστίθεντο.
Σε δύο περιπτώσεις, οι συμμετέχοντες ανέμεναν περίπου μισή ώρα και στη συνέχεια χρειάστηκε να περπατήσουν για ακόμη περίπου μισή ώρα, ώστε να μεταβούν σε άλλη στάση.
Ειδικά για το δρομολόγιο 48, που συνδέει την περιοχή της Ανθούπολης με το Πανεπιστήμιο Κύπρου μέσω του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, διαπιστώθηκε ότι η πραγματική διαδρομή και οι στάσεις που εξυπηρετούνταν δεν συμφωνούσαν με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.
Η χρηστικότητα του συστήματος επηρεάζεται επίσης από τη χαμηλή συχνότητα ορισμένων γραμμών, στις οποίες τα λεωφορεία διέρχονται ανά μία ή ακόμη και δύο ώρες. Για την ολοκλήρωση έξι από τα εννέα σενάρια μετακίνησης που εξετάστηκαν απαιτήθηκε η χρήση δύο διαφορετικών λεωφορείων, με την ανάγκη μετεπιβίβασης να αυξάνει τον συνολικό χρόνο και την αβεβαιότητα της μετακίνησης.
Αδυναμίες εντοπίστηκαν και μετά την επιβίβαση, καθώς καταγράφηκε έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για τις επόμενες στάσεις και τον χρόνο άφιξης. Δεν υπήρχε, επίσης, δυνατότητα αγοράς εισιτηρίου με τραπεζική κάρτα, κάτι που, σύμφωνα με την έκθεση, επηρεάζει την ευχρηστία της υπηρεσίας, ιδιαίτερα για περιστασιακούς χρήστες και επισκέπτες.
Η συμπεριφορά και ο τρόπος οδήγησης των οδηγών αξιολογήθηκαν γενικά θετικά. Ωστόσο, καταγράφηκαν μεμονωμένα περιστατικά που αποκλίνουν ουσιωδώς από το αναμενόμενο επίπεδο επαγγελματικής συμπεριφοράς. Ιδιαίτερα σοβαρή κρίνεται περίπτωση κατά την οποία οδηγός αρνήθηκε να συνεργαστεί, ώστε να εξυπηρετηθεί άτομο με αναπηρία κατά τον προβλεπόμενο τρόπο.
Η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνει ότι το Υπουργείο, στην απαντητική επιστολή του, αναγνωρίζει την ύπαρξη παραλείψεων και εκφράζει πρόθεση υιοθέτησης διορθωτικών ενεργειών. Ωστόσο, επισημαίνει ότι τα ευρήματα προέκυψαν στο πλαίσιο δειγματοληπτικής έρευνας και ενδέχεται να μην είναι εξαντλητικά, συνεπώς η αντιμετώπιση των προβλημάτων δεν θα πρέπει να περιοριστεί στα συγκεκριμένα περιστατικά.
Παράλληλα, όπως αναφέρεται στην έκθεση, «δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα αναφορικά με την επάρκεια της παρακολούθησης της σύμβασης από το ΥΜΕΕ», καθώς αρκετά από τα ευρήματα θα μπορούσαν να είχαν εντοπιστεί έγκαιρα μέσω τακτικών ελέγχων και της εφαρμογής των σχετικών προνοιών της σύμβασης, όταν ο ανάδοχος δεν τηρεί πλήρως τις υποχρεώσεις του.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι απαιτούνται συστηματικά μέτρα για την πρόληψη και επίλυση παρόμοιων ζητημάτων, με ελέγχους της ακρίβειας της πληροφόρησης, της εκτέλεσης των δρομολογίων, της κατάστασης των στάσεων και της προσβασιμότητας.
Η έκθεση εξετάζει, επίσης, κατά πόσο η μετακίνηση με λεωφορείο αποτελεί οικονομικά συμφέρουσα εναλλακτική έναντι του ιδιωτικού αυτοκινήτου. Η σύγκριση βασίστηκε σε δέκα ενδεικτικά σενάρια μετακινήσεων εντός αστικού ιστού, συνολικού μήκους επτά χιλιομέτρων.
Η οικονομική σύγκριση ανέδειξε ότι για τον πολίτη που διαθέτει ήδη αυτοκίνητο, το λεωφορείο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ουσιαστική εξοικονόμηση. Ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης, τον αριθμό των συνεπιβατών, την απόσταση και τον τύπο του οχήματος, άλλοτε το λεωφορείο και άλλοτε το αυτοκίνητο παρουσιάζει χαμηλότερο πρόσθετο κόστος ανά άτομο.
Στον προλογισμό της έκθεσης, ο Γενικός Ελεγκτής σημειώνει ότι «μας προβληματίζει ότι το ΥΜΕΕ εστιάζει μόνο στο συνολικό κόστος κατοχής αυτοκίνητου, χωρίς να αποδίδει ανάλογη βαρύτητα στο οριακό κόστος που επηρεάζει την πραγματική επιλογή του πολίτη».
Η Ελεγκτική Υπηρεσία διακρίνει το συνολικό κόστος κατοχής ενός αυτοκινήτου από το πρόσθετο κόστος μιας συγκεκριμένης μετακίνησης, όταν ο πολίτης διαθέτει ήδη όχημα. Η επιλογή μέσου μεταφοράς, σημειώνει, δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος, αλλά και από τον χρόνο, την ευελιξία, την αξιοπιστία, την άνεση και την πρακτικότητα της διαδρομής.
Το γενικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η βελτίωση των δημόσιων μεταφορών απαιτεί παρεμβάσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα της μετακίνησης. Όπως αναφέρεται, δεν είναι αρκετό να υπάρχουν λεωφορεία, στάσεις, εφαρμογές, KPI και συμβατικοί μηχανισμοί. Το σύστημα πρέπει να λειτουργεί ως ενιαία αλυσίδα μετακίνησης που ο πολίτης μπορεί να εμπιστευθεί.
Πηγή – Διάλογος








