ΔιεθνήΧάσαμε τη θεία Σαμ
Είναι σοβαρό θέμα ότι παραιτήθηκε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ; Η απάντηση είναι ναι, αλλά για τις ίδιες τις ΗΠΑ. Και αυτό γιατί είναι κρίσιμο ζήτημα για τις ΗΠΑ το…
14 Οκτωβρίου 2026 · 09:00
Είναι σοβαρό θέμα ότι παραιτήθηκε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα Κίμπερλι Γκίλφοϊλ;
Η απάντηση είναι ναι, αλλά για τις ίδιες τις ΗΠΑ.
Και αυτό γιατί είναι κρίσιμο ζήτημα για τις ΗΠΑ το πώς συμπεριφέρονται οι εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης σε ξένες χώρες, και το εάν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ίδιων των ΗΠΑ, ή τα δικά τους συμφέροντα και συγκεκριμένων επιχειρήσεων που τους προσφέρουν χρήματα και εξυπηρετήσεις.
Αντίστοιχα, επειδή οι πρεσβευτές είναι ένα ζήτημα πολιτικής απόφασης του εκάστοτε Προέδρου, κάτι που εξηγεί γιατί συχνά οι πρεσβευτές δεν είναι διπλωμάτες καριέρας, με αρκετές φορές Πρόεδροι να «ξεπληρώνουν» δωρητές με το να τους προσφέρουν, τιμητικά, μια πρεσβεία, είναι προφανές ότι η όλη εξέλιξη έχει και πολιτικό αντίκτυπο.
Ιδίως σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ έχουν τις ενδιάμεσες εκλογές σε τρεις εβδομάδες και όλα αυτά μετράνε.
Είναι σοβαρό θέμα για τη χώρα μας; Η απάντηση εδώ είναι σύνθετη αλλά κατατείνει προς το όχι.
Εξηγώ, προφανώς και είναι καλύτερα τα πράγματα για την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, όταν μπορεί να έχει μια καλή συνεννόηση με τον εκάστοτε Αμερικανό πρέσβη.
Αυτό βοηθά στη διαχείριση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και επιτρέπει να εξομαλύνονται τυχόν προβλήματα.
Παρότι οι πρέσβεις παίζουν μικρό ρόλο στη χάραξη της συνολικής πολιτικής ή στις σημαντικές πολιτικές επιλογές, εντούτοις παίζουν ρόλο στην επίλυση επιμέρους προβλημάτων και ο τρόπος που ενημερώνουν για τις εξελίξεις βοηθάει. Αλλά ως εκεί.
Και εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόβλημα. Η χώρα μας «ανήκει στη Δύση», για να χρησιμοποιήσουμε το στερεότυπο. Αυτό διαμορφώνει αντικειμενικά κάποιους περιορισμούς. Η χώρα μας είναι σημαντικό να έχει καλές σχέσεις και με τις ΗΠΑ, εκτός όλων των άλλων και γιατί δεν χρειάζεται να έχουμε τις ΗΠΑ απέναντί μας, ιδίως όταν το βασικό μας εθνικό ζήτημα παραμένει αυτό των ελληνοτουρκικών και η Τουρκία παραμένει ακόμη – και θα παραμείνει για καιρό ανεξαρτήτως προσωρινών κλυδωνισμών – αναντικατάστατη σύμμαχος των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι κατά περίπτωση η χώρα μας πρέπει και να ελιχθεί και μέσα στις ανακατατάξεις που γίνονται στις ΗΠΑ και βεβαίως να μην ταυτίζεται με τη μία ή άλλη παράταξη μέσα στο αμερικανικό κατεστημένο.
Αυτές είναι βασικές οριοθετήσεις που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Και είναι αυτές που μας εξηγούν γιατί είναι προβληματικό να συζητάμε ως εάν η παραίτηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ να επηρεάζει σοβαρά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις ή, ακόμη χειρότερα, να θεωρούμε πλήγμα για τα εθνικά μας συμφέροντα το να αποχωρήσει. Ιδίως, όταν – και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε – ο λόγος για τον οποίο αναγκάστηκε σε παραίτηση ήταν επί της ουσίας ότι έκανε και «δικές της δουλειές», συμπεριλαμβανομένης της λήψης «δωρεών». Γιατί ακόμη και στις ΗΠΑ, με το εκτεταμένο λόμπινγκ και την εντυπωσιακή ιδιωτικοποίηση της πολιτικής, υπάρχει ακόμη η «κόκκινη γραμμή» που λέει ότι ένας ανώτερος κρατικός αξιωματούχος χρέος έχει να προωθεί τα αμερικανικά συμφέροντα συνολικά, τα συμφέροντα όλων των αμερικανικών επιχειρήσεων και όχι κάποιων μεμονωμένων και δη προς «ίδιον όφελος». Κάτι που ισχύει πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για την εξυπηρέτηση επιχειρήσεων που δεν είναι καν αμερικανικές…
Ότι κάποιοι θεώρησαν ότι έπρεπε να θεωρήσουν την Γκίλφοϊλ το χρυσό κλειδί για την Ουάσιγκτον, ή ότι θεώρησαν τέτοιου τύπου συναλλαγές έναν τρόπο για την προώθηση των «εθνικών συμφερόντων» απλώς δείχνει το πρόβλημα μιας κοντόθωρης αντίληψης της εξωτερικής πολιτικής, που δεν επιδιώκει να οικοδομήσει μια συμμαχία και μια συνεργασία σε στέρεη βάση, αλλά κατά βάση αναζητά μια βρει μια «άκρη», ή ένα «βύσμα» στον Λευκό Οίκο.
Και το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποιοι δεν κατανοούν πώς λειτουργούν οι σχέσεις συμμαχίας, ακόμη και με μια υπερδύναμη, έστω και με μια υπερδύναμη με έναν απρόβλεπτο ηγέτη. Το πρόβλημα είναι ότι με τον τρόπο που αντιμετώπισαν την Γκίλφοϊλ ως τη… «θεία από την Ουάσιγκτον», που θα έλυνε όλα τα προβλήματα, έδωσαν την εικόνα όχι μιας κυρίαρχης χώρας, αλλά μιας χώρας χωρίς δική της εξωτερική πολιτική, χωρίς ικανότητα να κάνει κανονική διαπραγμάτευση, χωρίς πραγματική κυριαρχία. Για να μην αναφερθώ στον τρόπο που θεώρησαν αυτονόητη την προώθηση των όποιων επενδύσεων προωθούσε.
Αυτό αναδεικνύει και το συνολικότερο πρόβλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό δεν είναι ο γενικός προσανατολισμός προς τη Δύση και την Ευρώπη, γιατί αυτό αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα και επιπλέον τυχόν αλλαγή θα οδηγούσε σε επικίνδυνα αβέβαιη πορεία. Το πρόβλημα είναι η διαχείριση αυτού του προσανατολισμού. Γιατί είναι άλλο πράγμα μια χώρα να έχει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, να οικοδομεί περιφερειακό συσχετισμό, να μπορεί να έχει μια συνολικότερη διεθνή παρουσία, γεωπολιτική αλλά και οικονομική, και άλλο πράγμα να πιστεύει η ηγεσία της ότι αρκεί να είναι «με τη σωστή πλευρά της ιστορίας» και να θεωρεί ότι αρκεί να πείθει την υπερδύναμη ότι με τρόπο πειθήνιο θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της. Γιατί στη δεύτερη περίπτωση, το μήνυμα που στέλνει δεν είναι αυτό του κυρίαρχου κράτους που με ρεαλισμό αλλά και επίγνωση των εθνικών συμφερόντων κάνει επιλογές, ακόμη και δύσκολες, αλλά του πελάτη, της χώρας χωρίς ανάστημα που απλώς αναζητά τρόπο να προσκολληθεί.
Και όταν σε θεωρούν πελάτη και όχι κυρίαρχο κράτος, τότε θα σου συμπεριφερθούν και ανάλογα…
Πηγή – in.gr








