Ροή ΕιδήσεωνΗ σύζυγος δεν ήθελε το διαζύγιο αλλά ο συζυγος είχε πεθάνει!
Ένας άνδρας πέθανε, μόλις 16 ημέρες μετά την δικαστική απόφαση για τη λύση του γάμου του και ενώ ακόμη έτρεχε η προθεσμία για την υποβολή έφεσης. Η σύζυγός του προσέφυγε στη συνέχεια…
8 Οκτωβρίου 2026 · 08:21
Ένας άνδρας πέθανε, μόλις 16 ημέρες μετά την δικαστική απόφαση για τη λύση του γάμου του και ενώ ακόμη έτρεχε η προθεσμία για την υποβολή έφεσης. Η σύζυγός του προσέφυγε στη συνέχεια στο Εφετείο, αμφισβητώντας την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ωστόσο, η έφεσή της απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε ότι τους χώρισε ο θάνατος και η δικαστική διαφορά δεν είχε νόημα να συνεχιστεί. Θα διερωτάται κάποιος γιατί μια γυναίκα να μην θέλει να πάρει διαζύγιο από έναν άνθρωπο που είναι ήδη νεκρός; Η απάντηση βρίσκεται στην περιουσία που είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο.
Με ομόφωνη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η έφεση της Β. Χ. ήταν εξαρχής χωρίς αντικείμενο. Η πρωτόδικη απόφαση δεν είχε γίνει τελεσίδικη όταν πέθανε ο Π. Γ. και, συνεπώς, ο γάμος λύθηκε αυτοδικαίως με τον θάνατό του. Η αντικατάσταση του ονόματός του στη διαδικασία με εκείνο του διαχειριστή της περιουσίας του δεν επέτρεπε τη συνέχιση της διαφοράς για το διαζύγιο.
Οι ημερομηνίες δεν έβγαιναν
Η πρωτόδικη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εκδόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2024. Με αυτήν διατάχθηκε η λύση του θρησκευτικού γάμου των δύο συζύγων λόγω ισχυρού κλονισμού, για λόγους που αφορούσαν και τους δύο.
Στις 16 Φεβρουαρίου 2024, μόλις 16 ημέρες αργότερα, ο σύζυγος απεβίωσε. Κατά τον χρόνο του θανάτου του δεν είχε περάσει η προθεσμία για καταχώριση έφεσης. Επομένως, η απόφαση για το διαζύγιο δεν είχε ακόμη καταστεί τελεσίδικη, στοιχείο που αποδείχθηκε καθοριστικό για την υπόθεση.
Η Β. Χ. κατέθεσε την έφεσή της στις 4 Μαρτίου 2024, δηλαδή 19 μέρες μετά τον θάνατο του συζύγου της. Προέβαλε 17 λόγους έφεσης, οι οποίοι αφορούσαν κυρίως τον ισχυρισμό της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αξιολογήσει λανθασμένα τη μαρτυρία και συνεπώς δεν έπρεπε να είχε διατάξει την λύση του γάμου.
Η απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε περίπου δυόμισι χρόνια μετά την καταχώριση της έφεσης. Η τελική κρίση αφορούσε, όμως, ένα γεγονός που είχε προηγηθεί ακόμη και της έναρξης της διαδικασίας στον δεύτερο βαθμό. Κατά το Εφετείο, όταν υποβλήθηκε η έφεση, η διαφορά για τη λύση του γάμου είχε ήδη τερματιστεί λόγω του θανάτου.
Σύγκρουση για την περιουσία
Οι δύο σύζυγοι είχαν κάνει θρησκευτικό γάμο στις 14 Απριλίου 2007. Και οι δύο είχαν παντρευτεί μία φορά προηγουμένως, και είχαν αποκτήσει από τέσσερα παιδιά ο καθένας. Από τον μεταξύ τους γάμο δεν απέκτησαν παιδιά.
Η διάσταση σημειώθηκε στις 19 Μαΐου 2022, όταν η Β. Χ. έφυγε από το σπίτι. Στην πρωτόδικη διαδικασία οι δύο πλευρές έδωσαν διαφορετικές εξηγήσεις για την κατάρρευση της σχέσης τους.
Ο σύζυγος υποστήριξε ότι η κυριότερη αιτία ήταν η πρόθεση της συζύγου του να οικειοποιηθεί κινητή και ακίνητη περιουσία που εκείνος είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο, η οποία είχε αποβιώσει. Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, η Β. Χ. προσπαθούσε να κρατά τα παιδιά του σε απόσταση, τα αποκαλούσε «προικοθήρες» και του έλεγε ότι δεν ενδιαφέρονταν για τον ίδιο.
Ισχυρίστηκε επίσης ότι η σύζυγός του τον υποτιμούσε, τον αποκαλούσε «άχρηστο» και προσπαθούσε να τον χειραγωγήσει, μεταξύ άλλων με τη χορήγηση ψυχοφαρμάκων. Οι αναφορές αυτές περιλαμβάνονται τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην απόφαση του Εφετείου ως μέρος της μαρτυρίας.
Στην ίδια μαρτυρία περιλαμβανόταν και ισχυρισμός για μεταφορά £200.000 στερλινών. Ο Π. Γ. ανέφερε ότι, περίπου έναν μήνα μετά την αποχώρησή της από το σπίτι, η σύζυγός του απέσυρε το ποσό, εν αγνοία του, από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Αγγλία και το μετέφερε σε προσωπικό της λογαριασμό.
Κατά τον ίδιο, ο λογαριασμός είχε ανοιχθεί πριν γνωρίσει τη Β. Χ. και σε αυτόν κατέθετε έσοδα από πωλήσεις περιουσίας που είχε αποκτήσει με την πρώτη του σύζυγο. Η θέση του ήταν ότι ο γάμος είχε πλέον καταρρεύσει οριστικά.
Δεν έπεισε η «παθολογική ζήλια»
Η Β. Χ. από την πλευρά της υποστήριξε ότι η σχέση θα μπορούσε να αποκατασταθεί. Απέδωσε τη ρήξη στην παθολογική ζήλια του συζύγου της και περιέγραψε τον γάμο ως τραυματισμένο, αλλά όχι οριστικά τελειωμένο και νεκρό.
Τη θέση της για τη ζήλια υποστήριξε με τη μαρτυρία της και η κόρη της. Επιπλέον, αστυφύλακας κατέθεσε αντίγραφο παραπόνου που η Β. Χ. είχε υποβάλει στην Αστυνομία εναντίον του συζύγου της στις 19 Μαΐου 2022, την ημέρα της αποχώρησής της από τη συζυγική κατοικία.
Το πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία του συζύγου ως ορθή και αληθή και απέρριψε εκείνη της συζύγου ως αναξιόπιστη. Έκρινε επίσης ότι η μαρτυρία της κόρης της και του αστυφύλακα δεν ενίσχυε τη θέση της.
Τελικά, διέταξε τη λύση του γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού που αφορούσε και τους δύο συζύγους. Αυτήν την αξιολόγηση επιχείρησε να αμφισβητήσει η Β. Χ. με την έφεσή της. Το Εφετείο, όμως, δεν προχώρησε στην εξέταση της ουσίας των σχετικών παραπόνων, αφού προηγουμένως έκρινε ότι η έφεση δεν είχε αντικείμενο, εφόσον ο σύζυγος είχε πεθάνει.
Αντιδικία με τον διαχειριστή της περιουσίας
Στις 14 Απριλίου 2025, περισσότερο από έναν χρόνο μετά την καταχώριση της έφεσης, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο τροποποιήθηκε ο τίτλος της υπόθεσης. Το όνομα του αποβιώσαντος συζύγου αντικαταστάθηκε από εκείνο του διαχειριστή της περιουσίας του.
Το διάταγμα εκδόθηκε έπειτα από μονομερή αίτηση της Β. Χ. και πριν από την επίδοση της έφεσης. Η μεταβολή αυτή έφερε στη θέση του αντίδικου τον διαχειριστή, υπό την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της περιουσίας του νεκρού συζύγου.
Κατά την ακρόαση, το ίδιο το Εφετείο έθεσε στους δικηγόρους το ζήτημα των συνεπειών του θανάτου για τη διαδικασία. Ο δικηγόρος της Β. Χ. υποστήριξε ότι ο θάνατος δεν επέφερε συνέπειες, καθώς η πελάτισσά του είχε ασκήσει εμπρόθεσμα το δικαίωμα έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Η δικηγόρος της άλλης πλευράς δεν τοποθετήθηκε επί του συγκεκριμένου ερωτήματος, όπως καταγράφεται στην απόφαση.
Γιατί η δίκη δεν μπορούσε να συνεχιστεί
Το Εφετείο εξήγησε ότι το δικαίωμα για διαζύγιο συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο κάθε συζύγου. Δεν κληρονομείται και η αντίστοιχη δίκη δεν μπορεί να συνεχιστεί από κληρονόμο ή διαχειριστή περιουσίας όταν ο θάνατος έχει ήδη επιφέρει τη λύση του γάμου.
Για το συμπέρασμά του παρέπεμψε σε συγγράμματα κυπριακού κληρονομικού και ελληνικού οικογενειακού δικαίου, καθώς και σε απόφαση του Αρείου Πάγου. Το βασικό θέμα που ανέδειξε είναι ότι, αν ένας σύζυγος πεθάνει πριν εξαντληθούν τα ένδικα μέσα ή πριν λήξουν οι προθεσμίες για την άσκησή τους, η διαφορά για το διαζύγιο τερματίζεται.
Ως προς την κυπριακή νομοθεσία, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 7Α του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου. Σύμφωνα με τη διάταξη, η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου για λύση του γάμου γίνεται τελεσίδικη μετά την εκπνοή της προθεσμίας για έφεση. Εάν καταχωριστεί έφεση, η εκτέλεση της απόφασης αναστέλλεται μέχρι την έκδοση της απόφασης στον δεύτερο βαθμό.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο θάνατος επήλθε ενώ η προθεσμία ήταν ακόμη ανοικτή. Το Εφετείο κατέληξε, επομένως, ότι ο γάμος λύθηκε με τον θάνατο του Π. Γ. στις 16 Φεβρουαρίου 2024. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «η υπό κρίση έφεση, όταν καταχωρίστηκε, στερείτο αντικειμένου».
Έγκυρο το διαζύγιο
Η έφεση απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη, βάσει του Κανονισμού 41.9(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Το Εφετείο εξήγησε, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, ότι στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και μια έφεση που εξαρχής δεν έχει αντικείμενο ή το χάνει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Σε βάρος της Β. Χ. επιδικάστηκαν και δικαστικά έξοδα €2.400 ευρώ συν ΦΠΑ.
Την ομόφωνη απόφαση εξέδωσαν οι δικαστές Χ. Β. Χαραλάμπους, Μ. Τουμαζή και Θ. Θωμά.
Τον διαχειριστή της περιουσίας του Π.Γ , εκπροσώπησε η δικηγόρος Χ. Αργυρού, για το δικηγορικό Γραφείο «Αργυρού & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε». Τη Β. Χ. εκπροσώπησε ο Δ. Παπαχρυσοστόμου, για τη δικηγορική εταιρεία «Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου Δ.Ε.Π.Ε.»
Πηγή – Cyprus Times








