Κύπρος6+1 Στοιχεία που δεν χωρούν στο κυβερνητικό «success story» της ανεργίας
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αποκλιμάκωση της ανεργίας ως το απόλυτο success story της αγοράς εργασίας. Και πράγματι, ο δείκτης της ανεργίας έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αυτό όμως είναι ένα μέρος της…
7 Οκτωβρίου 2026 · 13:47
Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αποκλιμάκωση της ανεργίας ως το απόλυτο success story της αγοράς εργασίας. Και πράγματι, ο δείκτης της ανεργίας έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Αυτό όμως είναι ένα μέρος της εικόνας, όχι ολόκληρη η εικόνα. Γιατί η κατάσταση στην αγορά εργασίας δεν κρίνεται μόνο από το πόσοι έχουν δουλειά. Κρίνεται από το τι δουλειά έχουν, με τι μισθό και με ποιους όρους, πόση συλλογική δύναμη διαθέτουν και ποιο μέρος του πλούτου που παράγουν επιστρέφει στην εργασία.
Και σε αυτά τα ερωτήματα, το κυβερνητικό success story γίνεται πολύ λιγότερο πειστικό.
1. Περισσότερη απασχόληση, μικρότερο μερίδιο για την εργασία
Η ΝΔ παρέλαβε το 2019 μια αγορά εργασίας στην οποία η μείωση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης είχαν ήδη εδραιωθεί επί των ημερών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ — και μάλιστα μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και ασφυκτικών δημοσιονομικών περιορισμών. Ειδικότερα, μέσα σε τέσσερα χρόνια, από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2019, η ανεργία υποχώρησε από 24,6% σε 17,4% και οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά περίπου 282.000, με βάση την τρέχουσα εποχικά διορθωμένη σειρά. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — Έρευνα Εργατικού Δυναμικού)
Η αποκλιμάκωση συνεχίστηκε μετά το 2019, με την ανεργία να φτάνει στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026, αυτή τη φορά όμως σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο διαθέσιμων πόρων και δημοσιονομικών ευελιξιών, από τη γενική ρήτρα διαφυγής έως τα σχεδόν 36 δισ. ευρώ του εγκεκριμένου σχεδίου του Ταμείου Ανάκαμψης. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — ανεργία Αυγούστου 2026 )
Επομένως, η αύξηση της απασχόλησης ούτε ξεκίνησε το 2019 ούτε αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει ένα νέο success story. Γιατί το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσοι εργάζονται, αλλά και πώς μοιράζεται ο πλούτος που παράγουν ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσιαστική διαφοροποίηση. Οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αντιστοιχούσαν στο 36,8% του ΑΕΠ το 2019 και στο 36,2% το 2025. Η απασχόληση αυξήθηκε και η οικονομία μεγάλωσε, χωρίς όμως να ενισχυθεί αντίστοιχα η συμμετοχή της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο. Για σύγκριση, το 2025 ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 48,0% στην ΕΕ και η Ελλάδα είχε τη δεύτερη χαμηλότερη τιμή μετά την Ιρλανδία. (Πηγές: Eurostat — labour market overview 2025)
2. Φτωχοί εργαζόμενοι: όταν η δουλειά δεν αρκεί για να βγεις από τη φτώχεια
Η μείωση της ανεργίας δεν αρκεί για να θεωρηθεί κοινωνική πρόοδος όταν η ίδια η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση. Στην Ελλάδα σχεδόν ένας στους δέκα εργαζόμενους ηλικίας 18–64 ετών βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, ποσοστό 9,7% (ΕΛΣΤΑΤ, EU-SILC, έρευνα 2025, εισόδημα αναφοράς 2024). Το ποσοστό ήταν 9,1% για εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης και 21,4% για εργαζόμενους μερικής απασχόλησης. (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — κίνδυνος φτώχειας εργαζομένων 2025)
Και αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου οι πραγματικές αμοιβές παραμένουν καθηλωμένες. Ο μέσος ετήσιος πραγματικός μικτός μισθός πλήρους απασχόλησης ήταν 18.818 ευρώ το 2019 και 18.801 ευρώ το 2025, σε σταθερές τιμές 2025. Έξι χρόνια μετά, δηλαδή, ο μέσος εργαζόμενος δεν έχει ουσιαστικά κερδίσει αγοραστική δύναμη από τον μισθό του. Και η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις βασικές ανάγκες: σε σχέση με το 2020, το επίπεδο τιμών στα τρόφιμα έχει αυξηθεί κατά περίπου 33% και στη στέγαση κατά περίπου 27% έως το 2025 (ΕΛΣΤΑΤ, ΔΤΚ, έτος αναφοράς 2025, βάση 2020=100). (Πηγές: ΟΟΣΑ — Average annual wages , ΕΛΣΤΑΤ — Greece in Figures 2026 Q2 )
Άρα το success story δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το πόσοι μπήκαν στην εργασία. Πρέπει να μετριέται και με το αν ο μισθός τους επιτρέπει πράγματι να ζουν καλύτερα. Και σε αυτό το μέτωπο, η απόσταση από το 2019 παραμένει.
3. Χωρίς συλλογικές συμβάσεις, οι μισθοί γίνονται υπόθεση ατομικής ισχύος
Η κυβέρνηση δεν καθορίζει κάθε μισθό. Καθορίζει όμως το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο μισθός διαπραγματεύεται. Και όταν η συλλογική διαπραγμάτευση παραμένει αδύναμη, ο εργαζόμενος καλείται να διαπραγματευτεί μόνος απέναντι σε μια εξ ορισμού ισχυρότερη πλευρά.
Στην Ελλάδα δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη επικαιροποιημένη εθνική μέτρηση της κάλυψης από συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η τελευταία συγκρίσιμη τιμή που δημοσιεύει η Eurofound είναι 13,1% και αφορά το 2017 χωρίς να έχει αναφερθεί νεότερη τιμή για τη χώρα. Η απόσταση από το ευρωπαϊκό πλαίσιο είναι τεράστια. Η Οδηγία 2022/2041 θέτει το 80% ως κρίσιμο όριο: όταν η κάλυψη βρίσκεται χαμηλότερα, το κράτος οφείλει να καταρτίζει σχέδιο δράσης για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Το 2026 υποβλήθηκε σχέδιο δράσης έως το 2030, το οποίο προβλέπει ψηφιακή καταγραφή της κάλυψης και τριμερή μηχανισμό παρακολούθησης.( Πηγές: Eurofound — coverage rates · Ευρωπαϊκή Επιτροπή — σχέδιο δράσης Ελλάδας · Οδηγία 2022/2041)
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι η κάλυψη είναι εξαιρετικά χαμηλή. Είναι και ότι η χώρα δεν μπορεί καν να αποτυπώσει με σύγχρονα εθνικά δεδομένα πόσοι εργαζόμενοι καλύπτονται σήμερα. Αυτό είναι σοβαρό θεσμικό έλλειμμα σε ένα από τα βασικά πεδία που καθορίζουν τον συσχετισμό δύναμης στην αγορά εργασίας. Και χωρίς ουσιαστική διεύρυνση των συλλογικών συμβάσεων, η αύξηση των μισθών παραμένει πολύ περισσότερο ζήτημα ατομικής αντοχής παρά συλλογικής ισχύος.
4. Η απασχόληση αυξάνεται, αλλά όχι εκεί που κρίνεται το παραγωγικό μέλλον της χώρας
Η αύξηση της απασχόλησης δεν αρκεί για να μιλάμε για παραγωγική αναβάθμιση. Το κρίσιμο είναι αν η οικονομία δημιουργεί χώρο και προοπτική για τις ηλικίες που συγκροτούν τον βασικό κορμό του εργατικού δυναμικού και αν μπορεί να ανακόψει τη φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου.
Και εδώ η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη. Στα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της ασφαλισμένης μισθωτής απασχόλησης μετά το 2019 συγκεντρώνεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, ενώ οι ηλικίες 25–44 συμμετέχουν πολύ λιγότερο στην αύξηση (e-ΕΦΚΑ, Ιούνιος 2019–Ιούνιος 2025). Οι ασφαλισμένοι αυξήθηκαν από 2.405.028 σε 2.880.306 (+475.278). Όμως στις ηλικίες 25–44 αυξήθηκαν κατά μόλις 16.136 (από 1.321.950 σε 1.338.086), ενώ στις ηλικίες 45+ κατά 387.079 (από 812.525 σε 1.199.604), δηλαδή περίπου 81% της καθαρής αύξησης. (Πηγές: e-ΕΦΚΑ — Ιούνιος 2019 · e-ΕΦΚΑ — Ιούνιος 2025)
Η δημογραφική γήρανση εξηγεί μέρος αυτής της μεταβολής. Δεν αναιρεί όμως το βασικό πολιτικό ερώτημα: τι είδους παραγωγικό μοντέλο αυξάνει την απασχόληση χωρίς να ενισχύει αντίστοιχα την παρουσία των νεότερων ηλικιών στο εργατικό δυναμικό;
Γιατί πραγματική παραγωγική αναβάθμιση δεν είναι μόνο περισσότερες θέσεις εργασίας. Είναι θέσεις που συγκρατούν ανθρώπινο κεφάλαιο, δημιουργούν προοπτική και περιορίζουν τη φυγή των νεότερων εργαζομένων.
5. Η ανάπτυξη κλέβει όλο και περισσότερο χρόνο από τον εργαζόμενο
Όταν η παραγωγική αναβάθμιση δεν αρκεί, το κενό καλύπτεται συχνά με περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη ένταση εργασίας. Και στην Ελλάδα αυτό έχει πλέον σαφές αποτύπωμα.
Οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά μέσο όρο 39,6 πραγματικές ώρες την εβδομάδα, τις περισσότερες στην ΕΕ, έναντι 35,9 ωρών στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (Eurostat, έτος αναφοράς 2025). Την ίδια στιγμή, το 57% δηλώνει έντονη πίεση χρόνου ή υπερφόρτωση εργασίας και σχεδόν ένας στους δύο, 49%, αναφέρει στρες, άγχος ή κατάθλιψη που προκλήθηκε ή επιδεινώθηκε από την εργασία, έναντι 29% στην ΕΕ (EU-OSHA, OSH Pulse, 2025). Η πίεση αυτή δεν είναι αφηρημένη. Το 2025 καταγράφηκαν 42 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα (από 32 το 2019), ενώ άλλα πέντε παρέμεναν υπό διερεύνηση (Επιθεώρηση Εργασίας, έτος αναφοράς 2025). (Πηγές: Eurostat — ώρες εργασίας 2025 , EU-OSHA — OSH Pulse 2025 Ελλάδα · Επιθεώρηση Εργασίας — απολογισμός 2023 με σειρά 2019 , Επιθεώρηση Εργασίας — στοιχεία 2025)
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερο. Είναι ότι ένα μέρος της ανάπτυξης εξακολουθεί να στηρίζεται στην εντατικοποίηση της εργασίας. Περισσότερες ώρες, μεγαλύτερη πίεση και μεγαλύτερη φθορά δεν είναι παραγωγική αναβάθμιση. Είναι το υποκατάστατό της.
6. Η ανεργία πέφτει, αλλά το έμφυλο χάσμα μεγαλώνει
Η μείωση της ανεργίας δεν κατανέμεται ισότιμα. Και αυτό δεν είναι ένα ουδέτερο χαρακτηριστικό της αγοράς. Συνδέεται και με το πόσο το κοινωνικό κράτος απαλλάσσει τις γυναίκες από το δυσανάλογο βάρος της φροντίδας και τους επιτρέπει να μπουν και να παραμείνουν στην εργασία. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται στους αριθμούς. Τον Αύγουστο του 2026 η ανεργία ήταν 4,9% στους άνδρες και 10,3% στις γυναίκες. Παρότι η ανεργία μειώθηκε και για τα δύο φύλα, το χάσμα διευρύνθηκε μέσα σε έναν χρόνο από 4,2 σε 5,4 ποσοστιαίες μονάδες (ΕΛΣΤΑΤ, Αύγουστος 2025–Αύγουστος 2026). (Πηγές: ΕΛΣΤΑΤ — ανεργία κατά φύλο, Αύγουστος 2026)
Η μειονεκτική θέση των γυναικών επομένως δεν διορθώνεται αυτόματα επειδή βελτιώνεται ο γενικός δείκτης. Χωρίς επαρκείς δημόσιες υπηρεσίες φροντίδας, ουσιαστική συμφιλίωση εργασίας και οικογένειας και πολιτικές που ενισχύουν τη σταθερή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η ανάπτυξη μπορεί να δημιουργεί περισσότερες θέσεις και ταυτόχρονα να αναπαράγει το έμφυλο χάσμα. Η κοινωνική πρόοδος δεν κρίνεται μόνο από το πόσο πέφτει η ανεργία, αλλά και από το αν οι θεσμοί μοιράζουν πιο ισότιμα τις δυνατότητες συμμετοχής στην εργασία.
+1. Λιγότερη δύναμη στην εργασία, περισσότερα εμπόδια στη διεκδίκηση
Η κυβερνητική πολιτική αποδυνάμωσης της εργασίας δεν σταματά στους μισθούς και στις συλλογικές συμβάσεις. Φτάνει μέχρι τη στιγμή που ο εργαζόμενος επιχειρεί να διεκδικήσει όσα του οφείλονται. Το σχέδιο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, που κατατέθηκε στη Βουλή στις 5 Οκτωβρίου 2026, εισάγει πρόσθετο προδικαστικό στάδιο και σε εργατικές διαφορές, προσθέτοντας χρόνο, κόστος και διαδικαστικά βάρη πριν από την προσφυγή στη Δικαιοσύνη. (Πηγές: Βουλή των Ελλήνων — νομοθετική πορεία · Δημόσια διαβούλευση — άρθρο 19)
Είναι ένα ακόμη κομμάτι της ίδιας πολιτικής κατεύθυνσης, που μεταφράζεται σε λιγότερη συλλογική δύναμη για την εργασία και περισσότερα εμπόδια στην άσκηση και επιβολή των δικαιωμάτων της.
Φτωχοί εργαζόμενοι, θεσμικά αποδυναμωμένοι, εξουθενωμένοι από την ένταση και τον χρόνο εργασίας. Αυτό είναι το κοινωνικό αποτύπωμα πίσω από τη μείωση της ανεργίας. Γιατί το πραγματικό μέτρο της αγοράς εργασίας δεν είναι μόνο πόσοι δουλεύουν, αλλά με ποιους όρους δουλεύουν και ποιος έχει τη δύναμη να καθορίζει αυτούς τους όρους. Και εκεί τελειώνει το κυβερνητικό success story.
* Η Ευγενία Φωτονιάτα, είναι υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού ΕΛΑΣ και συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΑΤ
Πηγή – in.gr








