Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 27°
Ελλάδα

BAIN & COMPANY: Επενδύσεις 17 τρισ. δολαρίων για τη βιώσιμη ανάπτυξη την τελευταία δεκαετία

    ​​ ​ Η μελέτη δείχνει ότι η πράσινη μετάβαση εισέρχεται σε μια νέα φάση αποκλίσεων, καθώς οι επενδύσεις και η τεχνολογική πρόοδος κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Οι αποκλίσεις αυτές ενδέχεται να διευρυνθούν την επόμενη…

5 Οκτωβρίου 2026 · 14:05

    

Η μελέτη δείχνει ότι η πράσινη μετάβαση εισέρχεται σε μια νέα φάση αποκλίσεων, καθώς οι επενδύσεις και η τεχνολογική πρόοδος κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Οι αποκλίσεις αυτές ενδέχεται να διευρυνθούν την επόμενη δεκαετία, καθιστώντας κρίσιμες τις κινήσεις που θα κάνουν οι επιχειρήσεις για να προσαρμοστούν αποτελεσματικά στο νέο περιβάλλον.

Οι επενδύσεις στη βιωσιμότητα ανήλθαν το 2025 στο ιστορικό υψηλό των 2,4 τρισ. δολαρίων. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων συγκεντρώθηκε σε περιορισμένο αριθμό τομέων: πράσινη ενέργεια, κτίρια και κινητικότητα απορρόφησαν συνολικά το 90% των επενδύσεων. Σε αυτούς τους τομείς, η εισροή κεφαλαίων έχει επιταχύνει την ανάπτυξη των τεχνολογιών, έχει μειώσει το κόστος και έχει δημιουργήσει έναν κύκλο νέων επενδύσεων. Αντίθετα, η γεωργία, η μεταποίηση και τα υλικά, καθώς και το φυσικό κεφάλαιο, παραμένουν υποχρηματοδοτημένοι τομείς. Παρότι αντιστοιχούν συνολικά περίπου στο 37% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, απορρόφησαν λιγότερο από το 10% των συνολικών επενδύσεων.

Παρόμοια εικόνα ανισομέρειας καταγράφεται και στην τεχνολογική πρόοδο. Ο δείκτης Green Technology Performance Index της Bain συγκρίνει την πραγματική ανάπτυξη και αξιοποίηση 37 βιώσιμων τεχνολογιών το 2025 με τις προβλέψεις που είχαν διατυπωθεί πριν από μία δεκαετία. Μόλις τρεις τεχνολογίες — τα φωτοβολταϊκά, οι μπαταρίες αποθήκευσης και τα ηλεκτρικά οχήματα (EVs) — ξεπέρασαν τις αρχικές προβλέψεις για την ανάπτυξή τους, ενώ 29 κινήθηκαν χαμηλότερα των εκτιμήσεων. Σύμφωνα με τη Bain, οι τεχνολογίες που υστέρησαν δεν πληρούσαν μία ή περισσότερες από τις κρίσιμες προϋποθέσεις για την ευρεία υιοθέτησή τους: επαρκή τεχνολογική ωριμότητα, αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς ή κατάλληλο ρυθμιστικό και πολιτικό πλαίσιο.

Η Martina Pagani, Associate Partner στην Bain & Company, δήλωσε σχετικά: «Δέκα χρόνια μετά τη Συμφωνία του Παρισιού, η διεθνής κοινότητα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στο πεδίο της βιωσιμότητας. Ωστόσο, οι θερμοκρασίες-ρεκόρ του φετινού καλοκαιριού υπενθυμίζουν ότι χρειάζεται να γίνουν περισσότερα. Οι CEOs καλούνται σήμερα να δουν την τωρινή φάση της πράσινης μετάβασης στις πραγματικές της διαστάσεις: όχι ως ένδειξη αποτυχίας, αλλά ως ένα περιβάλλον όπου η πρόοδος κινείται με διαφορετικές ταχύτητες και δημιουργεί νέες στρατηγικές επιλογές για το μέλλον. Η πρόκληση είναι να εντοπίσουν πού αυτές οι διαφοροποιήσεις μπορούν να μετατραπούν σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να ευθυγραμμίσουν τον οργανισμό τους γύρω από τις πραγματικές δυνατότητες της AI για τη βιωσιμότητα και να θέσουν τα σωστά ερωτήματα για την κλιματική ανθεκτικότητα».

Αυξάνεται ξανά η περιβαλλοντική ανησυχία των καταναλωτών — ακόμη και οι πιο επιφυλακτικοί υιοθετούν πιο βιώσιμες συνήθειες

 

Για πρώτη φορά την τελευταία τριετία, η περιβαλλοντική ανησυχία των καταναλωτών καταγράφει εκ νέου αύξηση. Σύμφωνα με την έρευνα της Bain σε δείγμα 7.500 καταναλωτών στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία, τη Βραζιλία και την Ινδονησία, το 85% δηλώνει ότι ανησυχεί για την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, έναντι 79% πέρυσι. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα — όπως οι καύσωνες, οι πλημμύρες και οι δασικές πυρκαγιές — παραμένουν η βασική πηγή περιβαλλοντικής ανησυχίας για τους καταναλωτές. Τα επίπεδα ανησυχίας είναι ιδιαίτερα υψηλά στις νεότερες ηλικιακές ομάδες και στις ταχέως αναπτυσσόμενες αγορές.

Την ίδια στιγμή, η έρευνα της Bain δείχνει ότι οι καταναλωτές υιοθετούν ολοένα και περισσότερες βιώσιμες καθημερινές συνήθειες. Η υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών αυξάνεται σε ετήσια βάση σε όλες τις κατηγορίες, με το 83% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι έχει εντάξει στην καθημερινότητά του τρεις ή περισσότερες βιώσιμες συνήθειες, έναντι 73% το 2023. Ακόμη και μεταξύ των καταναλωτών που δηλώνουν ότι δεν ενδιαφέρονται για τη βιωσιμότητα, σχεδόν οι μισοί εφαρμόζουν πλέον τουλάχιστον τρεις τέτοιες πρακτικές, από 35% το 2023.

Ωστόσο, το βασικό κίνητρο δεν είναι πάντα περιβαλλοντικό. Πρόκειται για μια εκδοχή του λεγόμενου «do-say gap» στην καταναλωτική συμπεριφορά: οι καταναλωτές υιοθετούν πιο βιώσιμες συμπεριφορές, αλλά συχνά τις αποδίδουν σε λόγους που σχετίζονται περισσότερο με το κόστος, την υγεία ή την ανθεκτικότητα της καθημερινότητάς τους, παρά με τη βιωσιμότητα καθαυτή. Κατά μέσο όρο, οι καταναλωτές δηλώνουν διατεθειμένοι να πληρώσουν 18% περισσότερο για ένα βιώσιμο προϊόν, ποσοστό που αυξάνεται στο 24% όταν το προϊόν προσφέρει και όφελος για την υγεία. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι κάνουν πλέον περισσότερες αγορές από τοπικές επιχειρήσεις σε σχέση με το παρελθόν, κυρίως για να στηρίξουν την τοπική οικονομία και να ενισχύσουν την ασφάλεια εφοδιασμού.

 

Τα πρόσφατα ακραία καιρικά φαινόμενα αναδεικνύουν, επίσης, τη σημασία της ανθεκτικότητας (resilience) για τις σύγχρονες επιχειρήσεις. Οι οικονομικές ζημίες από φυσικές καταστροφές αυξάνονται κάθε χρόνο κατά 5%-7%, ενώ το χάσμα μεταξύ των συνολικών ζημιών και εκείνων που καλύπτονται ασφαλιστικά παραμένει μεγάλο. Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα της Bain, οι επιπτώσεις των κλιματικών διαταραχών δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Όσο οι πιέσεις εντείνονται, οι καλύτερα προετοιμασμένες εταιρείες μπορούν να μετατρέψουν την ανθεκτικότητα σε πηγή υπεραπόδοσης, διεκδικώντας μεγαλύτερα μερίδια αγοράς και ισχυρότερη αύξηση εσόδων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Bain ανέλυσε σχεδόν 150.000 περιουσιακά στοιχεία σε 12 κλάδους, αναδεικνύοντας ότι η ανθεκτικότητα δεν ενσωματώνεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε υποδομή ούτε με το ίδιο κόστος. Κάθε περιουσιακό στοιχείο έχει συγκεκριμένα χρονικά σημεία στον κύκλο ζωής του όπου οι σχετικές παρεμβάσεις μπορούν να γίνουν πιο εύκολα και με χαμηλότερο πρόσθετο κόστος. Οι ευκαιρίες αυτές, όμως, δεν εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα σε όλους τους κλάδους. Στα φωτοβολταϊκά, για παράδειγμα, οι εταιρείες μπορούν να ενσωματώσουν προδιαγραφές ανθεκτικότητας από τον αρχικό σχεδιασμό νέων εγκαταστάσεων και να αξιοποιούν συχνότερους κύκλους αναβάθμισης. Αντίθετα, σε πιο ώριμους κλάδους που απαιτούν υψηλές κεφαλαιακές επενδύσεις, όπως η χαλυβουργία και η τσιμεντοβιομηχανία, οι ευκαιρίες εκσυγχρονισμού εμφανίζονται μόλις κάθε 25-35 χρόνια. Μια χαμένη ευκαιρία σε αυτούς τους κλάδους μπορεί, επομένως, να οδηγήσει σε πολυετή, ακόμη και δεκαετή, εξάρτηση από λιγότερο ανθεκτικές υποδομές.

AI και βιωσιμότητα: τρία χάσματα στην αντίληψη, την ωριμότητα και την αξιολόγηση των επενδύσεων

Το πρώτο χάσμα που αναδεικνύει η έρευνα της Bain αφορά τον τρόπο με τον οποίο ανώτατα στελέχη και καταναλωτές αντιλαμβάνονται το ενεργειακό αποτύπωμα της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI). Τα ανώτατα στελέχη υπερεκτιμούν την ενεργειακή κατανάλωση που συνδέεται με την AI κατά 16 φορές, ενώ οι καταναλωτές σχεδόν κατά 30 φορές.

Σύμφωνα με έρευνα της Bain σε 400 ανώτατα στελέχη, οι συμμετέχοντες εκτιμούν ότι σε βάθος τριετίας η AI θα αντιστοιχεί περίπου στο 11% της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας. Οι καταναλωτές εκτιμούν ότι το ποσοστό αυτό θα φτάσει το 19%. Ωστόσο, το ιδιόκτητο κλιματικό-οικονομικό μοντέλο της Bain, Intersect℠, δίνει μια πολύ διαφορετική πρόβλεψη, τοποθετώντας το μερίδιο της AI στην παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας μόλις στο 0,7%.

Παρότι οι εκτιμήσεις αυτές απέχουν σημαντικά από τις προβλέψεις του μοντέλου, η ανησυχία είναι πραγματική και ήδη επηρεάζει τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Σχεδόν τα δύο τρίτα των καταναλωτών που συμμετείχαν στην έρευνα της Bain δηλώνουν ότι έχουν προχωρήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες λόγω των προβληματισμών τους για την AI, όπως ο περιορισμός των δεδομένων που μοιράζονται, η αλλαγή πλατφόρμας, η διακοπή χρήσης συγκεκριμένων εργαλείων ή η δημόσια τοποθέτηση.

Το δεύτερο χάσμα αφορά την απόσταση που διαμορφώνεται ανάμεσα στις επιχειρήσεις που έχουν ήδη αναπτύξει μεγαλύτερη ωριμότητα ως προς την αξιοποίηση της AI για τη βιωσιμότητα και σε εκείνες που υστερούν. Μεταξύ των πρωτοπόρων εταιρειών, των λεγόμενων shapers, το 90% αντιμετωπίζει την AI ως σημαντική ευκαιρία για την επίτευξη στόχων βιωσιμότητας. Αντίθετα, μεταξύ των εταιρειών που υστερούν, των λεγόμενων laggards, το αντίστοιχο ποσοστό έχει υποχωρήσει στο 41%, από 57% πέρυσι.

Η πρακτική εμπειρία φαίνεται να διευρύνει αυτή την απόκλιση. Οι shapers έχουν ήδη υιοθετήσει το 86% των περιπτώσεων χρήσης της AI για σκοπούς βιωσιμότητας που εξετάζει η έρευνα της Bain, γεγονός που τους επιτρέπει να βλέπουν απτά αποτελέσματα. Αντίθετα, οι εταιρείες με λιγότερες επιτυχημένες εφαρμογές κινδυνεύουν να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στην τεχνολογία πριν ακόμη αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές της.

Το τρίτο χάσμα εντοπίζεται στο εσωτερικό των ίδιων των οργανισμών. Τα στελέχη βιωσιμότητας, που διαμορφώνουν την επιχειρηματολογία για την αξιοποίηση της AI προς όφελος της βιωσιμότητας, και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη ή οι γενικοί διευθυντές, που λαμβάνουν τις αποφάσεις για την κλιμάκωση των σχετικών επενδύσεων, φαίνεται να αξιολογούν το ζήτημα με διαφορετικά κριτήρια.

Στις επενδύσεις που συνδέουν την AI με την επίτευξη στόχων βιωσιμότητας, η ανώτατη διοίκηση δίνει προτεραιότητα στη χρηματοοικονομική απόδοση. Τα στελέχη βιωσιμότητας, από την άλλη πλευρά, δίνουν προτεραιότητα στη ρυθμιστική συμμόρφωση και στη διαχείριση κινδύνου, τοποθετώντας την οικονομική απόδοση μόλις στην τέταρτη θέση. Έτσι, η ίδια επένδυση συχνά παρουσιάζεται με όρους βιωσιμότητας, αλλά τελικά κρίνεται με όρους επιχειρηματικής αξίας.

Συνολικά, τα ευρήματα της Bain αμφισβητούν δύο κυρίαρχες αντιλήψεις: ότι η πράσινη μετάβαση υποχωρεί συνολικά και ότι, όπου προχωρά, εξελίσσεται με ομοιόμορφο τρόπο. Αντιθέτως, οι επενδύσεις, η τεχνολογική πρόοδος, η εταιρική δράση και η καταναλωτική συμπεριφορά κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες. Σε αυτό το περιβάλλον, σε πλεονεκτική θέση θα βρεθούν οι επιχειρήσεις που θα κατανοήσουν αυτές τις αποκλίσεις: θα επεκτείνουν λύσεις που έχουν ήδη αποδείξει την αξία τους, θα εντοπίσουν έγκαιρα πού η τεχνολογία, το ρυθμιστικό πλαίσιο ή η συμπεριφορά των καταναλωτών μπορούν να οδηγήσουν στην επόμενη επιτάχυνση, και θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι σε κλιματικές διαταραχές που έχουν ήδη αρχίσει να εκδηλώνονται.

Η μελέτη περιλαμβάνει επίσης ειδικές ενότητες για τον κομβικό ρόλο της Ασίας στην ενεργειακή μετάβαση, με τίτλο «The Energy Transition Runs Through Asia», αναλύοντας πώς η περιοχή επηρεάζει τις επενδύσεις, τον ανταγωνισμό, την προσφορά και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Επιπλέον, περιλαμβάνει την ενότητα «The New Investment Playbook for Sustainability», η οποία εξετάζει πώς η συγκεντρωμένη ιδιοκτησία μπορεί να προσφέρει πλεονέκτημα στην υλοποίηση στρατηγικών απανθρακοποίησης, καθώς και πώς η ενεργή διαχείριση του κλιματικού κινδύνου και η ουσιαστική προσαρμογή στις εξελίξεις του ρυθμιστικού πλαισίου μπορούν να διαφοροποιήσουν τους επενδυτές στον χώρο της βιωσιμότητας.

Πηγή – Ελεύθερος Τύπος