Ροή ΕιδήσεωνΕργαζόμενες πίσω από κλειστές πόρτες – Χιλιάδες μετανάστριες εργάζονται με μισθό 460 ευρώ και περιορισμένη προστασία
Της Νίκης Κουλέρμου Χιλιάδες οικιακές εργαζόμενες στην Κύπρο καλύπτουν βασικές ανάγκες ηλικιωμένων, φροντίζοντας ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρίες και παιδιά. Ο κατώτατος ακαθάριστος μισθός τους ανέρχεται στα 460 ευρώ τον μήνα, πολύ χαμηλότερα…
4 Οκτωβρίου 2026 · 08:00
Της Νίκης Κουλέρμου
Χιλιάδες οικιακές εργαζόμενες στην Κύπρο καλύπτουν βασικές ανάγκες ηλικιωμένων, φροντίζοντας ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρίες και παιδιά.
Ο κατώτατος ακαθάριστος μισθός τους ανέρχεται στα 460 ευρώ τον μήνα, πολύ χαμηλότερα από τον γενικό κατώτατο μισθό, ενώ από το ποσό αφαιρούνται εισφορές και μπορούν να γίνουν κρατήσεις για διαμονή και διατροφή. Παράλληλα, έρευνα του Επιτρόπου Διοικήσεως είχε καταγράψει σημαντική υπέρβαση του προβλεπόμενου ωραρίου εργασίας.
Ο έλεγχος των συνθηκών εργασίας είναι επίσης δύσκολος, καθώς η απασχόληση γίνεται μέσα σε ιδιωτικές κατοικίες. Η GRETA επισημαίνει ανεπαρκή εντοπισμό πιθανών θυμάτων εμπορίας ανθρώπων στον συγκεκριμένο τομέα, ενώ τα στοιχεία καταδεικνύουν μεγάλη απόσταση μεταξύ των πιθανολογούμενων και των επίσημα αναγνωρισμένων θυμάτων.
Υπάρχουν σε χιλιάδες σπίτια στην Κύπρο, όμως σπάνια βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Φροντίζουν ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρίες, προσέχουν παιδιά, καθαρίζουν, μαγειρεύουν και καλύπτουν καθημερινές ανάγκες που πολλές οικογένειες δυσκολεύονται να αναλάβουν μόνοι τους. Οι περισσότερες είναι γυναίκες από τρίτες χώρες, οι οποίες αφήνουν πίσω τις δικές τους οικογένειες και έρχονται στην Κύπρο για να εργαστούν, συχνά μένοντας μέσα στο σπίτι του εργοδότη τους. Παρόλο που η παρουσία τους έχει γίνει απαραίτητη, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν και εργάζονται παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κρυμμένες πίσω από κλειστές πόρτες. Ο χαμηλός μισθός, τα μεγάλα ωράρια, η δυσκολία αλλαγής εργοδότη και ο περιορισμένος έλεγχος μέσα στις ιδιωτικές κατοικίες δημιουργούν ένα καθεστώς έντονης εξάρτησης.
Η πρώτη μεγάλη διαφορά εντοπίζεται στον μισθό. Από την 1η Ιανουαρίου 2026 ο εθνικός κατώτατος μισθός στην Κύπρο ανέρχεται στα 979 ευρώ ακαθάριστα για τους πρώτους έξι μήνες συνεχούς απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη. Μετά τη συμπλήρωση των έξι μηνών, αυξάνεται στα 1.068 ευρώ. Οι οικιακές εργαζόμενες, ωστόσο, δεν καλύπτονται από αυτή τη ρύθμιση, καθώς ανήκουν στις επαγγελματικές κατηγορίες που εξαιρούνται από το σχετικό διάταγμα. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του Τμήματος Μετανάστευσης, ο κατώτατος ακαθάριστος μισθός μιας οικιακής εργαζόμενης παραμένει στα 460 ευρώ τον μήνα, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής της. Πρόκειται για ποσό κατά 519 ευρώ χαμηλότερο από τον εισαγωγικό κατώτατο μισθό και κατά 608 ευρώ χαμηλότερο από τον μισθό που ισχύει μετά τους πρώτους έξι μήνες εργασίας. Ουσιαστικά, μια οικιακή εργαζόμενη λαμβάνει μόλις το 42,9% του γενικού κατώτατου μισθού των 1.068 ευρώ. Ακόμη και τα 460 ευρώ, όμως, δεν είναι το ποσό που καταλήγει ολόκληρο στην εργαζόμενη. Από αυτά αφαιρούνται οι εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και στο ΓεΣΥ, ενώ μπορούν να γίνουν κρατήσεις για τη διαμονή και τη διατροφή που παρέχει ο εργοδότης. Έτσι, το ποσό που μένει τελικά στην ίδια περιορίζεται ακόμη περισσότερο, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής στην Κύπρο συνεχίζει να αυξάνεται.
Η οικιακή εργασία πραγματοποιείται μέσα σε ιδιωτική κατοικία, όπου ο έλεγχος των συνθηκών είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Σε αρκετές περιπτώσεις η εργαζόμενη μένει στο ίδιο σπίτι, με αποτέλεσμα τα όρια ανάμεσα στην εργασία και την ξεκούραση να μην είναι πάντα ξεκάθαρα. Η σύμβαση προβλέπει 42 ώρες εργασίας την εβδομάδα. Ωστόσο, έρευνα του Επιτρόπου Διοικήσεως, που δημοσιεύθηκε το 2020 και βασίστηκε στις εμπειρίες 150 αλλοδαπών οικιακών εργαζομένων, κατέγραψε διαφορετική εικόνα. Οι γυναίκες που συμμετείχαν εργάζονταν κατά μέσο όρο 58 ώρες, δηλαδή 16 ώρες περισσότερες από το συμβατικό τους ωράριο. Με βάση τις ώρες εργασίας και τις τότε απολαβές, η μέση πραγματική ωριαία αμοιβή των γυναικών που συμμετείχαν στην έρευνα υπολογίστηκε σε 1,29 ευρώ. Το ποσό δεν αποτελεί σημερινή μέτρηση, όμως τα συγκεκριμένα ευρήματα περιλήφθηκαν στην τελευταία έκθεση της GRETA για την Κύπρο, η οποία δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2025.
Η GRETA καταγράφει επίσης περιπτώσεις εργαζομένων που στέλνονται από τους εργοδότες τους να δουλέψουν και σε άλλα σπίτια, πέρα από την κατοικία για την οποία είχαν προσληφθεί.
Η άδεια παραμονής και εργασίας των ουσιαστικών εργαζομένων συνδέεται με συγκεκριμένο εργοδότη και επάγγελμα. Έτσι, μια γυναίκα που αντιμετωπίζει κακές συνθήκες δεν μπορεί απλώς να παραιτηθεί και να αναζητήσει οποιαδήποτε άλλη δουλειά. Η αλλαγή εργοδότη απαιτεί συγκεκριμένη διαδικασία και έγκριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, μια οικιακή εργαζόμενη μπορεί κατά κανόνα να αλλάξει μέχρι δύο εργοδότες, δηλαδή να εργαστεί συνολικά για τρεις.
Η GRETA επισημαίνει ότι το σύστημα αυτό αυξάνει την εξάρτηση από τον εργοδότη και μπορεί να αποθαρρύνει τις καταγγελίες. Η εργασιακή σχέση επηρεάζει άμεσα την άδεια παραμονής της, ενώ για όσες μένουν στο σπίτι όπου εργάζονται, η αποχώρηση μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα απώλεια εισοδήματος και στέγης.
Για αρκετές γυναίκες η εξάρτηση αρχίζει πριν φτάσουν στην Κύπρο. Πολλές έρχονται μέσω γραφείων εξεύρεσης εργασίας στη χώρα τους και ορισμένες πληρώνουν ποσά που φτάνουν σε αρκετές χιλιάδες δολάρια. Έτσι, φτάνουν να εργάζονται έχοντας ήδη χρέος, το οποίο καλούνται να αποπληρώσουν από έναν μισθό 460 ευρώ.
Παρόλο που η κυπριακή νομοθεσία απαγορεύει στα ιδιωτικά γραφεία εξεύρεσης εργασίας να χρεώνουν εργαζομένους για την εξεύρεση ή τη διατήρηση μιας θέσης, οι πληρωμές σε μεσάζοντες στο εξωτερικό είναι πολύ δυσκολότερο να ελεγχθούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν οι κυπριακές Αρχές στη GRETA, η Υπηρεσία Επιθεωρήσεων πραγματοποιεί περισσότερους από 7.000 ελέγχους τον χρόνο, χωρίς να διευκρινίζεται πόσοι αφορούν την οικιακή εργασία. Οι ιδιωτικές κατοικίες μπορούν να ελεγχθούν μόνο με δικαστικό ένταλμα, γεγονός που δυσκολεύει τον έλεγχο των συνθηκών απασχόλησης. Παράλληλα, μια εργαζόμενη που εξαρτάται από τον εργοδότη της για εισόδημα και στέγη μπορεί να δυσκολεύεται να προχωρήσει σε καταγγελία.
Κατά την περίοδο που εξέτασε η τελευταία έκθεση της GRETA, διερευνήθηκαν μόλις τρεις περιπτώσεις πιθανής εμπορίας ανθρώπων μεταξύ οικιακών εργαζομένων. Η έκθεση επισημαίνει ανεπαρκή εντοπισμό πιθανών θυμάτων στον συγκεκριμένο τομέα και καταγράφει δυσπιστία των εργαζομένων προς την Αστυνομία.
Τα γενικότερα στοιχεία δείχνουν επίσης μεγάλη απόσταση μεταξύ εντοπισμού και επίσημης αναγνώρισης θυμάτων. Το 2023 καταγράφηκαν 542 πιθανολογούμενα θύματα, έναντι 236 το 2022 και 169 το 2021. Από τα πιθανολογούμενα θύματα του 2023, τα 376 αφορούσαν εργασιακή εκμετάλλευση. Ωστόσο, την ίδια χρονιά αναγνωρίστηκαν επίσημα μόλις 55 θύματα, από τα οποία τα 18 συνδέονταν με εργασιακή εκμετάλλευση. Η GRETA συνδέει το κενό αυτό, μεταξύ άλλων, με την ανεπαρκή στελέχωση του αρμόδιου Γραφείου της Αστυνομίας και τις δυσκολίες διερεύνησης ορισμένων υποθέσεων. Για τις οικιακές εργαζόμενες, που εργάζονται απομονωμένες σε ιδιωτικά σπίτια, ο εντοπισμός πιθανών περιστατικών εκμετάλλευσης γίνεται ακόμη δυσκολότερος.
Η GRETA καλεί την Κύπρο να εξασφαλίσει στους μετανάστες εργαζομένους τις ίδιες εργασιακές προστασίες και τον ίδιο κατώτατο μισθό που ισχύει για τους Κύπριους και τους πολίτες της ΕΕ. Ζητά επίσης αυξημένη εποπτεία της οικιακής εργασίας και τη δυνατότητα αλλαγής εργοδότη χωρίς να επηρεάζεται το καθεστώς παραμονής των εργαζομένων.
Η Κύπρος δεν έχει μέχρι σήμερα επικυρώσει τη Σύμβαση 189 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Η Σύμβαση προβλέπει προστασία από κακοποίηση, παρενόχληση και βία, σαφή ενημέρωση για τους όρους απασχόλησης και τουλάχιστον 24 συνεχόμενες ώρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης. Η επικύρωσή της δεν θα έλυνε από μόνη της όλα τα προβλήματα, θα δημιουργούσε όμως ένα σαφέστερο πλαίσιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Η εργασία αυτών των γυναικών καλύπτει καθημερινές ανάγκες φροντίδας μέσα σε χιλιάδες κυπριακά σπίτια. Η άνιση μεταχείρισή τους δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς μεμονωμένων εργοδοτών, αλλά συνδέεται και με το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο που τις εξαιρεί από τον εθνικό κατώτατο μισθό. Και κάπου εδώ μένει ένα ερώτημα που οι αρμόδιες Αρχές οφείλουν να απαντήσουν: πόσο ακόμη θα θεωρούν αυτή την ανισότητα κανονική;

Πηγή – Διάλογος








