Πολιτισμός80 χρόνια από τη Δίκη της Νυρεμβέργης: Η ημέρα που οι ηγέτες των Ναζί άκουσαν τις ποινές τους
Σαν σήμερα, την 1η Οκτωβρίου 1946, το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης ανακοίνωνε τις ποινές για τα κορυφαία στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος. Κατηγορίες: συνωμοσία, εγκλήματα κατά της ειρήνης, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της…
1 Οκτωβρίου 2026 · 11:48
Σαν σήμερα, την 1η Οκτωβρίου 1946, το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης ανακοίνωνε τις ποινές για τα κορυφαία στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος. Κατηγορίες: συνωμοσία, εγκλήματα κατά της ειρήνης, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Ογδόντα χρόνια μετά, η σημασία της δίκης δεν βρίσκεται στο ποιοι ήταν οι κατηγορούμενοι. Βρίσκεται σε αυτό που κατέστη δυνατό να ειπωθεί σε μια δικαστική αίθουσα: ότι ένας αρχηγός κράτους, ένας υπουργός ή ένας στρατηγός μπορεί να λογοδοτήσει προσωπικά για εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα ενός κράτους. Και ότι τα εκατομμύρια θύματα δεν ήταν «παράπλευρες απώλειες» ενός πολέμου, αλλά στόχοι ενός σχεδιασμένου μηχανισμού εξόντωσης.
Η δίκη άρχισε στις 20 Νοεμβρίου 1945, έξι μήνες μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας. Το δικαστήριο συγκρότησαν οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις, οι ΗΠΑ, η Σοβιετική Ένωση, η Βρετανία και η Γαλλία, και οι συνεδριάσεις έγιναν στην αίθουσα 600 του Δικαστικού Μεγάρου της Νυρεμβέργης, με πρόεδρο τον Βρετανό δικαστή Τζέφρι Λόρενς, όπως καταγράφει το ελληνόγλωσσο ενημερωτικό υλικό του Εφετείου της Νυρεμβέργης.
Κατηγορίες απαγγέλθηκαν σε 24 πρόσωπα, αλλά δεν δικάστηκαν όλα. Ο Ρόμπερτ Λάι αυτοκτόνησε πριν από την έναρξη, ο βιομήχανος Γκούσταβ Κρουπ κρίθηκε ανίκανος να δικαστεί και ο Μάρτιν Μπόρμαν δικάστηκε ερήμην. Στο εδώλιο κάθισαν τελικά 22 άνθρωποι.
Για σχεδόν δέκα μήνες, το δικαστήριο εξέτασε χιλιάδες έγγραφα, κινηματογραφικό υλικό από τα απελευθερωμένα στρατόπεδα και στοιχεία για τις μαζικές εκτελέσεις, την καταναγκαστική εργασία και τις εκτοπίσεις. Τα πιο συντριπτικά όμως ήταν οι μαρτυρίες των ανθρώπων που επέζησαν.
Στις 28 Ιανουαρίου 1946 ανέβηκε στο βήμα η Μαρί-Κλοντ Βαγιάν-Κουτιριέ, Γαλλίδα φωτορεπόρτερ και αντιστασιακή, επιζήσασα του Άουσβιτς και του Ράβενσμπρουκ. Είχε συλληφθεί από τη γαλλική αστυνομία του Πετέν και είχε παραδοθεί στους Γερμανούς. Όπως κατέθεσε, είχε φτάσει στο Άουσβιτς τον Ιανουάριο του 1943 με ένα κονβόι 230 Γαλλίδων· μόνο 49 γύρισαν στη Γαλλία. Μίλησε για τις επιλογές στην αποβάθρα, για τα «πειράματα» στείρωσης σε Εβραίες κρατούμενες, για τα νεογέννητα που θανατώνονταν, για τις ατελείωτες ώρες προσκλητηρίου στο χιόνι. Έδειξε στο δικαστήριο τον αριθμό που της είχαν χαράξει στο χέρι. Η μαρτυρία της, σύμφωνα με το αρχείο του Μουσείου Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ, καταγράφηκε σε φιλμ και σώζεται μέχρι σήμερα.
Ανάμεσα στις γυναίκες που περιέγραψε ήταν και νεαρές Εβραίες από τη Θεσσαλονίκη. Όπως κατέθεσε, τις είχε δει να περιμένουν στη σειρά έξω από την αίθουσα ακτινοβολιών του Άουσβιτς για να στειρωθούν. Μίλησε και για την εξαπάτηση των οικογενειών τους: μόλις έφταναν στο στρατόπεδο, οι γυναίκες υποχρεώνονταν να υπογράψουν καρτ ποστάλ από ένα μέρος που λεγόταν «Βάλντζε» και δεν υπήρξε ποτέ. Οι κάρτες έλεγαν ότι όλα ήταν καλά και καλούσαν τους δικούς τους να έρθουν κι εκείνοι. Η κατάθεσή της σώζεται στα επίσημα πρακτικά της δίκης.
Η Ελλάδα ήταν παρούσα στη δικογραφία με δύο τρόπους. Η γερμανική εισβολή του 1941 παρουσιάστηκε ως μία από τις περιπτώσεις που στοιχειοθέτησαν τα εγκλήματα κατά της ειρήνης. Οι σφαγές όμως, στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Κομμένο, στους Λιγκιάδες, δεν εξετάστηκαν εκεί. Πέρασαν στην έβδομη από τις επακόλουθες δίκες, τη «Δίκη των Ομήρων» του 1947–1948, με κατηγορούμενους Γερμανούς στρατηγούς που είχαν δράσει στα Βαλκάνια. Έλληνες μάρτυρες ταξίδεψαν στη Νυρεμβέργη για να καταθέσουν, ανάμεσά τους ο τότε δήμαρχος Καλαβρύτων Τάκης Σπηλιόπουλος και ο Στέφανος Παππάς από το Κομμένο. Κανείς από τους στρατηγούς δεν καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Χούμπερτ Λαντς, τον οποίο ο Παππάς θεωρούσε υπεύθυνο για τη σφαγή του χωριού του, πήρε 12 χρόνια και αποφυλακίστηκε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Όπως αφηγείται ο ίδιος ο Παππάς στο βιβλίο του «Η Σφαγή του Κομμένου» (1976), έμαθε για την έκβαση της δίκης μόλις το 1972, με μια επιστολή του Έλληνα εισαγγελέα που είχε παραστεί, ο οποίος απέδιδε την επιείκεια στη στροφή της αμερικανικής πολιτικής στον Ψυχρό Πόλεμο.
Οι ακροαματικές διαδικασίες έκλεισαν στις 31 Αυγούστου 1946. Η ανάγνωση της απόφασης άρχισε στις 30 Σεπτεμβρίου και την 1η Οκτωβρίου ανακοινώθηκαν οι ποινές.
Δώδεκα κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού: ο Χέρμαν Γκέρινγκ, ο Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, ο Βίλχελμ Κάιτελ, ο Ερνστ Καλτενμπρούνερ, ο Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, ο Χανς Φρανκ, ο Βίλχελμ Φρικ, ο Γιούλιους Στράιχερ, ο Φριτς Ζάουκελ, ο Άλφρεντ Γιοντλ, ο Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ και, ερήμην, ο Μάρτιν Μπόρμαν.
Σε ισόβια καταδικάστηκαν ο Ρούντολφ Ες, ο Βάλτερ Φουνκ και ο ναύαρχος Έριχ Ρέντερ. Ο Άλμπερτ Σπέερ και ο Μπάλντουρ φον Σίραχ πήραν 20 χρόνια, ο Κόνσταντιν φον Νόιρατ 15 και ο Καρλ Ντένιτς, τον οποίο ο Χίτλερ είχε ορίσει διάδοχό του, 10. Τρεις αθωώθηκαν: ο Γιάλμαρ Σαχτ, ο Φραντς φον Πάπεν και ο Χανς Φρίτσε. Συνολικά, 19 καταδίκες και τρεις αθωώσεις.
Το δικαστήριο έκρινε επίσης εγκληματικές οργανώσεις τα SS, την Γκεστάπο μαζί με την SD και την ηγετική δομή του ναζιστικού κόμματος.
Τα ξημερώματα της 16ης Οκτωβρίου 1946 εκτελέστηκαν δέκα καταδικασμένοι. Ο Γκέρινγκ είχε αυτοκτονήσει με κυάνιο στο κελί του λίγες ώρες νωρίτερα. Ο Μπόρμαν, όπως αποδείχθηκε δεκαετίες αργότερα, είχε ήδη σκοτωθεί στο Βερολίνο τις τελευταίες ημέρες του πολέμου.
Η Νυρεμβέργη δεν ήταν πλήρης δικαιοσύνη, και δεν είχε τη φιλοδοξία να είναι. Ακολούθησαν δώδεκα ακόμη αμερικανικές «Επακόλουθες Δίκες» για γιατρούς, νομικούς, βιομήχανους και μέλη των μονάδων εξόντωσης, όμως οι περισσότεροι δράστες δεν κάθισαν ποτέ στο εδώλιο.
Υπήρξαν και κενά που φαίνονται καθαρά σήμερα. Η λέξη «γενοκτονία» εμφανιζόταν στο κατηγορητήριο, όχι όμως στην τελική απόφαση. Η σεξουαλική βία, παρότι περιγράφηκε σε μαρτυρίες, δεν αναγνωρίστηκε ως αυτοτελές έγκλημα· αυτό θα γινόταν μισό αιώνα αργότερα, στα διεθνή δικαστήρια για τη Ρουάντα και την πρώην Γιουγκοσλαβία. Και στην έδρα, στο εδώλιο και στις θέσεις των επικεφαλής κατηγόρων κάθονταν μόνο άνδρες, ενώ οι γυναίκες εμφανίστηκαν κυρίως ως μάρτυρες, διερμηνείς και στενογράφοι.
Η Νυρεμβέργη άφησε πίσω της κάτι μεγαλύτερο από τις συγκεκριμένες ποινές. Το «απλώς εκτελούσα εντολές» δεν απάλλασσε πια κανέναν από την ευθύνη· το πολύ μπορούσε να μετριάσει την ποινή. Η κρατική ή στρατιωτική ιδιότητα δεν προσέφερε ασυλία. Και το διεθνές δίκαιο μπορούσε πλέον να στραφεί όχι μόνο κατά κρατών, αλλά κατά συγκεκριμένων ανθρώπων.
Τον Δεκέμβριο του 1946, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ επιβεβαίωσε τις αρχές του Καταστατικού και της απόφασης. Λίγα χρόνια αργότερα κωδικοποιήθηκαν ως «Αρχές της Νυρεμβέργης» και έγιναν το θεμέλιο για τα δικαστήρια της Χάγης, της Αρούσα και, τελικά, για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Ογδόντα χρόνια μετά, αυτό παραμένει το πιο ζωντανό δίδαγμα της Νυρεμβέργης: πίσω από κάθε καθεστωτικό έγκλημα υπάρχουν άνθρωποι που αποφάσισαν, διέταξαν και εκτέλεσαν. Και απέναντί τους υπάρχουν πάντα άλλοι, όπως η Μαρί-Κλοντ Βαγιάν-Κουτιριέ, που επιβίωσαν για να το πουν.
Πηγή – Newsbeast








