Ροή ΕιδήσεωνΑπόφαση από το Ανώτατο: Δεν ήταν παράνομη η πρόσβαση στα κινητά του υπόπτου για κατασκοπεία
Δεν αφορούσε πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία η εξέταση συσκευών στην υπόθεση κατασκοπείας, λέει το Ανώτατο Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση προσώπου που αντιμετωπίζει κατηγορίες, μεταξύ άλλων, για κατασκοπεία, στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης…
30 Σεπτεμβρίου 2026 · 15:35
Δεν αφορούσε πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία η εξέταση συσκευών στην υπόθεση κατασκοπείας, λέει το Ανώτατο
Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση προσώπου που αντιμετωπίζει κατηγορίες, μεταξύ άλλων, για κατασκοπεία, στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης που αφορά την παρακολούθηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων, κρίνοντας ότι η Αστυνομία δεν είχε αποκτήσει παράνομα πρόσβαση σε ιδιωτικές επικοινωνίες πριν από την έκδοση του σχετικού δικαστικού εντάλματος.
Η απόφαση, ημερομηνίας 29 Σεπτεμβρίου 2026, αφορά ένταλμα που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2025 και επέτρεπε την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας από ηλεκτρονικές συσκευές που είχαν κατασχεθεί κατά την έρευνα στην κατοικία του εφεσείοντα.
Η υπόθεση συνδέεται με την έρευνα για την οποία ο εφεσείων είχε συλληφθεί το 2025, μετά από στοιχεία που τον παρουσίαζαν να κινείται κοντά στις Βρετανικές Βάσεις Επισκοπής-Ακρωτηρίου, καθώς και κοντά στο Αεροδρόμιο Πάφου και την Αεροπορική Βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», με μεγάλη φωτογραφική μηχανή και τρία κινητά τηλέφωνα «smart phones», να φωτογραφίζει, να συνομιλεί τηλεφωνικά και να παίρνει σημειώσεις σε έντυπη μορφή. Συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης του για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων αδικήματα κατά παράβαση του περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2019, Ν.75(Ι)/2019 και για κατασκοπεία.
Κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στο διαμέρισμα όπου διέμενε, είχαν κατασχεθεί, μεταξύ άλλων, δύο κινητά τηλέφωνα, τρεις κάρτες κινητής τηλεφωνίας, φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής, φωτογραφική μηχανή και κάρτα μνήμης της φωτογραφικής μηχανής.
Η διαφορά ενώπιον του Ανωτάτου αφορούσε κυρίως το κατά πόσο η Αστυνομία είχε ήδη αποκτήσει πρόσβαση σε ιδιωτικές επικοινωνίες από τις συσκευές του εφεσείοντα πριν εξασφαλίσει το ένταλμα.
Σύμφωνα με την απόφαση, από τις συσκευές είχε γίνει «δικανική εξαγωγή» του περιεχομένου και είχαν δημιουργηθεί αντίγραφα, τα οποία αποθηκεύτηκαν σε ηλεκτρονικούς φακέλους και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ανάλυση του περιεχομένου.
Ο εφεσείων υποστήριξε ότι οι ενέργειες αυτές συνιστούσαν ήδη πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία και ότι το μεταγενέστερο ένταλμα αποτελούσε προσπάθεια εκ των υστέρων νομιμοποίησης της προηγούμενης πρόσβασης.
Το Ανώτατο απέρριψε το επιχείρημα, κρίνοντας ότι η δημιουργία των δικανικών αντιγράφων και η ανάλυση που είχε προηγηθεί δεν αφορούσαν περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.
«Οι ενέργειες που είχαν γίνει για τη δημιουργία δικανικών αντιγράφων και την αποθήκευση τους σε ηλεκτρονικούς φακέλους σε σκληρό δίσκο, δεν συνιστούν πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», αναφέρεται στην απόφαση.
«Ούτε οι αναλύσεις περιεχομένου στις οποίες έγινε αναφορά, διαφάνηκε να εμπλέκουν πρόσβαση σε “καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας”», προστίθεται.
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης το γεγονός ότι στις συσκευές είχαν εντοπιστεί μεγάλος αριθμός φωτογραφιών και βίντεο στρατιωτικών εγκαταστάσεων, σημειώνοντας ότι η εξέταση ενός κινητού τηλεφώνου ως φωτογραφικής μηχανής δεν αφορά κατ’ ανάγκη επικοινωνία.
«Τα κινητά τηλέφωνα είναι πολυμηχανήματα. Είναι και φωτογραφικές μηχανές. Στην έκταση που ένα κινητό τηλέφωνο εξετάζεται ως φωτογραφική μηχανή, δεν υπεισέρχεται ζήτημα επικοινωνίας», σημειώνεται στην απόφαση.
Ωστόσο, το Ανώτατο διευκρίνισε ότι διαφορετικά θα ήταν τα δεδομένα εάν επρόκειτο για φωτογραφικό υλικό ή βίντεο που είχε αποσταλεί σε άλλο πρόσωπο, κάτι που, όπως διαπίστωσε, δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση.
«Καταλήγουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αναφερόμενη στην ένορκη δήλωση “δικανική ανάλυση της εξέτασης των τεκμηρίων”, δεν αφορούσε “καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας” σε αυτά», αναφέρεται.
Το Δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό ότι δεν εξετάστηκε κατά πόσον το εκδοθέν ένταλμα πρόσβασης τηρούσε την αρχή της αναλογικότητας, σημειώνοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξετάσει το ζήτημα και είχε αποφανθεί ότι δεν παραβιαζόταν.
Ως αποτέλεσμα, το Ανώτατο απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι η προηγούμενη εξέταση των κατασχεθέντων συσκευών δεν αφορούσε πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία.
Πηγή – Διάλογος








