ΕλλάδαΟ Johnny Marr έχει νέο δίσκο. Και πάντα κάτι ενδιαφέρον να πει για το τώρα και το πριν
Ο Johnny Marr κυκλοφορεί την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου το πέμπτο προσωπικό άλμπουμ του, The Age of Everything, και μίλησε στο NME για τη δημιουργία του, τις μουσικές που άκουγε την περίοδο που το έγραφε…
30 Σεπτεμβρίου 2026 · 12:12
Ο Johnny Marr κυκλοφορεί την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου το πέμπτο προσωπικό άλμπουμ του, The Age of Everything, και μίλησε στο NME για τη δημιουργία του, τις μουσικές που άκουγε την περίοδο που το έγραφε και όσα εξακολουθούν να τον ενθουσιάζουν (ή να τον εκνευρίζουν) στη σύγχρονη βρετανική πραγματικότητα.
Ο πρώην κιθαρίστας των Smiths περιγράφει τον νέο δίσκο με πέντε λέξεις: Emphatic, Guitar-y, British, Catchy, Indie. Πρόκειται για μία αρκετά ακριβής ταυτότητα για δέκα, κατά το βρετανικό μέσο, φωτεινά, δυναμικά και pop τραγούδια, μέσα από τα οποία ο Marr εξετάζει την ανθρώπινη πλευρά των κοινωνικών εντάσεων του 2026.
Το άλμπουμ γράφτηκε σε μεγάλο βαθμό όσο ο Marr παρατηρούσε τους ανθρώπους στο Λονδίνο και ηχογραφήθηκε στη γενέτειρά του, το Manchester. Η βασική ιδέα, όπως εξηγεί, ήταν απλή: «Αν έχεις τον δικό σου ήχο, χρησιμοποίησέ τον. Kαι παίξ’ τον δυνατά». Αντί να επιχειρήσει ακόμη μία επανεφεύρεση του εαυτού του, θέλησε αυτή τη φορά να δώσει την πιο καθαρή και αποφασιστική εκδοχή του ήχου που έχει διαμορφώσει με τη σημερινή μπάντα του.

Ένας δίσκος δοκιμασμένος αρχικά στα live
Ο Marr μπήκε στην ηχογράφηση με ένα ασυνήθιστο σχέδιο: οκτώ από τα δέκα τραγούδια παίχτηκαν ζωντανά πριν ηχογραφηθούν στο στούντιο, εφαρμόζοντας, όπως παρατηρεί, αυτό που σχεδόν κάθε κιθαριστικό συγκρότημα συζητά αλλά σπάνια πραγματοποιεί, δηλαδή να δοκιμάσει το νέο υλικό πρώτα μπροστά σε κοινό.
Το πρώτο single “It’s Time” είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Marr άρχισε αυθόρμητα να τραγουδά ένα απλό “oh-oh”| και το κοινό ανταποκρίθηκε αμέσως. Ο ίδιος παραδέχεται ότι του είναι σχετικά εύκολο να γράφει εσωστρεφή και στοχαστικά τραγούδια. Ωστόσο, η πραγματική πρόκληση είναι να δημιουργεί κάτι αισιόδοξο, ζωηρό και άμεσα μεταδοτικό.
Πίσω από το singalong ρεφρέν, ωστόσο, υπάρχει μία σαφής θέση. Το τραγούδι στρέφεται εναντίον ανθρώπων με «ύποπτες (dodgy) απόψεις», αλλά ο Marr επιμένει οι στίχοι δεν περιορίζονται σε ένα απλό κατηγορητήριο. Μιλάει για τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, την απληστία και τον φόβο που τροφοδοτούν τέτοιες αντιλήψεις, χωρίς να βγάζει τον εαυτό του ή το κοινό από την εξίσωση. Όλοι απολαμβάνουμε την τεχνολογία, την άνεση και την κατανάλωση, σημειώνει, ακόμη και όταν παραπονιόμαστε για τις συνέπειές τους ή για τα social media στα οποία συνεχίζουμε να αναρτούμε καθημερινά.
Από τους Boards of Canada στους Fontaines D.C.
Κατά τη δημιουργία του άλμπουμ, ο Marr άκουγε «παλιότερη» ambient μουσική, όπως αναφέρθηκε στους Boards of Canada, αλλά και Gorillaz και Fontaines D.C. Η σχέση του με τους τελευταίους ξεπερνά την απλή εκτίμηση ενός καταξιωμένου μουσικού προς ένα νεότερο συγκρότημα. Θυμάται ότι από την πρώτη φορά που τους είδε, μπορούσε να ακούσει πως τα τραγούδια τους είχαν γεννηθεί μέσα σε ένα χώρο προβών. Μάλιστα, μία από τις πρώτες ερωτήσεις που τους έκανε όταν γνωρίστηκαν ήταν πού κάνουν πρόβες, κάτι που, όπως του επισήμανε κάποτε η σύζυγός του Angie, ρωτά σχεδόν κάθε συγκρότημα που συναντά. Για τον Marr, εκεί εξακολουθεί να κατοικεί η ουσία της indie μουσικής: στον κοινό χώρο όπου μία μπάντα βρίσκει τον ήχο της παίζοντας.
Σημαντική επίδραση είχε και η συνεργασία του με τον Damon Albarn στο άλμπουμ των Gorillaz, The Mountain. Από τον Albarn κράτησε την ανάγκη να παραμένει ανοιχτόμυαλος, να επιτρέπει σε ορισμένα πράγματα να συμβαίνουν φυσικά και να δουλεύει συστηματικά χωρίς να πιέζει καταστάσεις που δεν είναι ακόμη έτοιμες.
Η αγάπη για τους Cure και η ανύπαρκτη κόντρα
Στο The Age of Everything υπάρχουν κομμάτια που το ΝΜΕ χαρακτηρίζει «Cur-y», όπως το “Fire With Fire”, αλλά και περάσματα με συγγένεια προς τους Depeche Mode και την cold wave. Ο Marr συμφωνεί και αντιμετωπίζει με απορία την υποτιθέμενη ιστορική διαίρεση ανάμεσα στους οπαδούς των Smiths και των Cure.
Όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι Cure, ο Marr παρατηρούσε τον Robert Smith πρωτίστως ως κιθαρίστα. Θαύμαζε ιδιαίτερα όσα έκανε στο Seventeen Seconds και θυμάται ότι τους είχε δει ζωντανά δύο φορές όταν ήταν 16 ή 17 ετών. Οι goth και post-punk επιρροές, άλλωστε, δεν είναι ξένες προς τη δική του ιστορία: οι Smiths είχαν ανοίξει παλαιότερα συναυλία των Sisters of Mercy, ενώ ο ίδιος έχει διασκευάσει και το “I Feel You” των Depeche Mode.
Οι κιθάρες, το ξεκαθάρισμα και ο Andy Burnham
Η συλλογή Spirit Power, που συμπύκνωσε την πρώτη δεκαετία της σόλο πορείας του, και το βιβλίο Marr’s Guitars λειτούργησαν για εκείνον ως ένα «ξεκαθάρισμα του deck». Κοιτάζοντας πίσω, θεωρεί ότι αυτή η διαδικασία οδήγησε οργανικά στην απόφασή του να δημοπρατήσει σχεδόν εκατό κιθάρες του, μέσω του οίκου Christie’s. Ένα γεγονός που το βλέπει ως το τέλος μιας περιόδου και την αρχή μιας πιο αποφασιστικής, δημιουργικής φάσης.
Όσο για τον Andy Burnham, ο Marr αντιμετωπίζει με το γνώριμο βρετανικό φλέγμα την πιθανότητα να ευνοηθεί πολιτικά, επειδή αγαπά τη μουσική και τον πολιτισμό. «Τώρα που απαρίθμησες αυτά τα χαρακτηριστικά, μάλλον δεν έχει καμία ελπίδα», αστειεύεται. Θεωρεί, πάντως, ενθαρρυντικό ότι ο βρετανός πρωθυπουργός αντέχει την πολιτική πίεση και πιστεύει ότι πρέπει να του δοθεί χρόνος για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά ζητήματα.
Και ναι, ο Burnham έχει επίσημη άδεια να ακούει Smiths, δήλωσε με χιούμορ ο Marr. Σε αντίθεση με τον David Cameron, τον οποίο τόσο ο Marr όσο και ο Morrissey είχαν κάποτε δημοσίως «αποκλείσει» από το fan club. (Η αγάπη για τις κιθάρες δεν αρκεί για να κυβερνήσεις μια χώρα, αλλά προφανώς βοηθά να μην φας «πόρτα» από τον Marr.)
Πηγή – Avopolis








