ΑθλητισμόςΗ αξιοπρέπεια της τρίτης ηλικίας είναι υπόθεση του κοινωνικού κράτους
Ελλείψεις στις δημόσιες δομές φροντίδαςκαι ο ρόλοςτου Κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Της Ελένης Κωνσταντίνου Η αξιοπρέπεια στην τρίτη ηλικία δεν μπορεί να εξαρτάται από το εισόδημα του κάθε ανθρώπου,…
27 Σεπτεμβρίου 2026 · 08:58
Ελλείψεις στις δημόσιες δομές φροντίδαςκαι ο ρόλοςτου Κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Της Ελένης Κωνσταντίνου
Η αξιοπρέπεια στην τρίτη ηλικία δεν μπορεί να εξαρτάται από το εισόδημα του κάθε ανθρώπου, τις δυνατότητες της οικογένειάς του ή την αποσπασματική λειτουργία προγραμμάτων κοινωνικής φροντίδας. Αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα και προϋποθέτει ένα Κράτος που αναλαμβάνει την ευθύνη του, διαθέτει επαρκείς πόρους και οργανώνει δημόσιες και προσβάσιμες υπηρεσίες φροντίδας. Τόσο ο δήμαρχος Λευκωσίας, Χαράλαμπος Προύντζος, όσο και ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ, Γιώργος Κ. Γεωργίου, ανέδειξαν πως ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία φροντίζει τους ηλικιωμένους της αποτελεί ένα από τα πιο καθαρά μέτρα του κοινωνικού της πολιτισμού.
Άλλωστε, σε μια κοινωνία που γερνά, το ζήτημα δεν είναι απλώς πόσοι περισσότεροι άνθρωποι θα περάσουν τα επόμενα χρόνια στη συνταξιοδότηση. Είναι τι κοινωνία επιλέγουμε να οικοδομήσουμε για αυτούς τους ανθρώπους. Εάν η φροντίδα θα αποτελεί δημόσια ευθύνη ή εάν το βάρος θα συνεχίσει να μεταφέρεται στις οικογένειες, στους φροντιστές και τελικά στον ίδιο τον ηλικιωμένο, ανάλογα με το πόσο μπορεί να πληρώσει.
Αυτό το ζήτημα ανέδειξε με την παρέμβασή του ο δήμαρχος Λευκωσίας, Χαράλαμπος Προύντζος, εστιάζοντας στις αδυναμίες που δημιουργεί το σημερινό πλαίσιο άσκησης κοινωνικής πολιτικής από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Όπως ανέφερε, το άρθρο 48 του περί Δήμων Νόμου δεν αναθέτει ευθέως στους Δήμους αρμοδιότητες για την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, με αποτέλεσμα οι ευθύνες να παραμένουν σε ένα γκρίζο πεδίο, χωρίς να συνοδεύονται από τους αντίστοιχους πόρους.
Το αποτέλεσμα είναι, όπως ανέδειξε, να δημιουργούνται σημαντικά εμπόδια στην άσκηση κοινωνικής πολιτικής από τους Δήμους, οι οποίοι καλούνται να ανταποκριθούν σε ανάγκες των δημοτών χωρίς πάντοτε να διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία και την απαιτούμενη χρηματοδότηση.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο κ. Προύντζος αναφέρθηκε στον διοικητικό φόρτο που προκαλεί η απουσία μιας ενιαίας βάσης δεδομένων μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών. Μια έλλειψη που δεν αποτελεί απλώς γραφειοκρατικό πρόβλημα, αλλά έχει άμεσες συνέπειες για τους ίδιους τους ηλικιωμένους, όταν καθυστερεί η πρόσβασή τους σε υπηρεσίες και δικαιώματα, ακόμη και σε εκπτώσεις που παρέχουν οι Δήμοι. Ενδεικτικό το γεγονός ότι κατά την περσινή χρονιά υποβλήθηκαν στον Δήμο 11 χιλιάδες ενστάσεις για θέματα φορολογιών, με την πλειονότητα που ζητούσε ελαφρύνσεις να αφορά σε ηλικιωμένα άτομα.
Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στην ανάγκη τα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής να αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα και να ενταχθούν ουσιαστικά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το πρόγραμμα του Κοινωνικού Λειτουργού της Γειτονιάς, επισημαίνοντας ότι η περιορισμένη χρονική διάρκεια των προγραμμάτων δυσκολεύει ακόμη και την εξεύρεση κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού. Σήμερα υπάρχουν οκτώ εγκεκριμένες θέσεις, όμως μόνο δυο Κοινωνικοί Λειτουργοί της Γειτονιάς εργάζονται και αυτό γιατί δεν υπάρχουν ενδιαφερόμενοι.
Η απευθείας ανάθεση από το Κράτος στους Δήμους προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και εγγυημένη χρηματοδότηση, όπως ανέφερε, δεν αποτελεί μόνο στήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Είναι επένδυση σε μια πιο αποτελεσματική κοινωνική πολιτική, με υπηρεσίες πιο κοντά στον πολίτη.
Σημαντική ήταν και η αναφορά του στις σύγχρονες μορφές διαβίωσης των ηλικιωμένων, με επίκεντρο τις κοινότητες «assisted living». Πρόκειται για μοντέλα που συνδυάζουν τη στέγαση με κεντρικές υπηρεσίες φροντίδας, δίνοντας τη δυνατότητα στους ανθρώπους να διατηρούν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας και κοινωνικής ζωής.
Ο δήμαρχος Λευκωσίας έθεσε παράλληλα το ζήτημα της χρηματοδότησης των υποδομών ιδρυματικής φροντίδας, σημειώνοντας ότι το οριζόντιο πλαφόν των 300 χιλιάδων ευρώ δεν επαρκεί για μεγάλες και ποιοτικές αναβαθμίσεις. Για την προγραμματική περίοδο 2028-2031 εισηγήθηκε τη διεκδίκηση ευρωπαϊκών κονδυλίων για σύγχρονες δομές στέγασης και διαβίωσης, αλλά και την υπέρβαση του πλαφόν για στρατηγικά έργα αναβάθμισης.
Από τη φροντίδα ως κόστος, στη φροντίδα ως δικαίωμα
Από την πλευρά του, ο ευρωβουλευτής του ΑΚΕΛ Γιώργος Κ. Γεωργίου έθεσε το ζήτημα ακόμη πιο καθαρά, στη βάση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Οι άνθρωποι, όπως ανέφερε, γερνούν επειδή αυτό επιβάλλει ο κύκλος της ζωής. Το πώς, όμως, θα γεράσουν είναι ζήτημα πολιτικών επιλογών και της ύπαρξης ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι η τρίτη ηλικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «βάρος» για την κοινωνία ή ως δημοσιονομικό κόστος. Οι σημερινοί ηλικιωμένοι είναι άνθρωποι που εργάστηκαν, δημιούργησαν, πλήρωσαν εισφορές και φόρους και στήριξαν τις οικογένειες και την κοινωνία. Η Πολιτεία, συνεπώς, έχει ευθύνη να τους εξασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα, πρόσβαση στην υγεία και τη φροντίδα, κοινωνική συμμετοχή και προστασία από την εγκατάλειψη και τις διακρίσεις λόγω ηλικίας.
Ο κ. Γεωργίου έθεσε την ανάγκη μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την τρίτη ηλικία, με δημόσια Κέντρα Αποκατάστασης, ενίσχυση της κατ’ οίκον φροντίδας, ποιοτικές και ελεγχόμενες Στέγες Ηλικιωμένων, στήριξη των Κέντρων Ενηλίκων και πολιτικές για την άνοια, τις οικογένειες και τους άτυπους φροντιστές.
Στο ίδιο πλαίσιο έθεσε και το ζήτημα των συντάξεων, επαναλαμβάνοντας τη θέση για κατάργηση της αναλογιστικής μείωσης του 12% για όσους συνταξιοδοτούνται στα 63, καθώς και την ανάγκη ουσιαστικής στήριξης των χαμηλοσυνταξιούχων απέναντι στην ακρίβεια.
Η κοινωνική πολιτική για την τρίτη ηλικία, όπως ανέδειξε ο ευρωβουλευτής, δεν σταματά στα σύνορα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει θεσμικά και χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν να στηρίξουν δημόσιες κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αναγνωρίζει το δικαίωμα των ηλικιωμένων σε αξιοπρεπή και ανεξάρτητη ζωή, ενώ ευρωπαϊκές πολιτικές για τη φροντίδα δίνουν έμφαση στην κατ’ οίκον και κοινοτική φροντίδα, στην προστασία των φροντιστών και στην ενίσχυση των υποδομών.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να δημιουργηθούν απλώς περισσότερα προγράμματα. Είναι να υπάρξει ένα συνεκτικό δημόσιο σύστημα φροντίδας, με σαφείς αρμοδιότητες, σταθερή χρηματοδότηση και υπηρεσίες που να φτάνουν στον πολίτη πριν η ανάγκη μετατραπεί σε κρίση.
Γιατί όταν το κράτος αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της τρίτης ηλικίας, το κενό δεν παραμένει κενό. Το καλύπτει η οικογένεια, συνήθως με προσωπικό και οικονομικό κόστος, ή η αγορά, στην οποία όμως δεν έχουν όλοι την ίδια πρόσβαση.
Πηγή – Διάλογος








