Κύπρος«6 στους 10 μαθητές δεν κατανοούν τι διαβάζουν». Στη βουλή τα αποτελέσματα PISA
«Έξι στους δέκα μαθητές δεν κατανοούν τι διαβάζουν και αυτό είναι τρομακτικό», ανέφερε ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, Χρύσανθος Σαββίδης, κατά τη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής, η οποία εξέτασε αυτεπάγγελτα τα…
14 Οκτωβρίου 2026 · 15:32
«Έξι στους δέκα μαθητές δεν κατανοούν τι διαβάζουν και αυτό είναι τρομακτικό», ανέφερε ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, Χρύσανθος Σαββίδης, κατά τη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής, η οποία εξέτασε αυτεπάγγελτα τα αποτελέσματα της Κύπρου στο Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA), την αξιολόγηση των επιδόσεων του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος και την ανάγκη διαμόρφωσης συγκεκριμένων πολιτικών για τη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Κατά τη συζήτηση του θέματος εκφράστηκε έντονη ανησυχία για τις επιδόσεις των μαθητών, με βουλευτές να σημειώνουν ότι τα αποτελέσματα ανατανακλούν αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος, ζητώντας άμεσες αλλαγές.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα αποτελέσματα του προγράμματος PISA, τα οποία δημοσιεύτηκαν στις 8 Σεπτεμβρίου, το 53% των μαθητών στερείται βασικών δεξιοτήτων στα μαθηματικά, ενώ κατατάσσονται στην τελευταία θέση στη βαθμολογία για τις Φυσικές Επιστήμες. Επιπλέον, έξι στους δέκα (62% των μαθητών) είναι κάτω από το βασικό επίπεδο στην κατανόηση κειμένου. Ο Χρύσανθος Σαββίδη σημείωσε ότι «το ποσοστό των μαθητών μας που αντιμετωπίζουν πρόβλημα στα Μαθηματικά είναι 11 στους 20», αντιπαραβάλλοντας ότι στην Ευρώπη η αντίστοιχη εικόνα είναι επτά στους 20, ενώ στον τομέα των Φυσικών Επιστημών «το 52,11% αντιμετωπίζει πρόβλημα, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση το ποσοστό είναι 26%».
Όπως ανέφερε, η εικόνα πρέπει να προβληματίσει και να οδηγήσει σε αποφάσεις για τη συνέχεια, επισημαίνοντας ότι «εγώ δεν εκπλάγηκα, γιατί κάτι ανάλογο ισχύει και στις Παγκύπριες Εξετάσεις».
Σχολιάζοντας τα δεδομένα, ο Γιώργος Κουτσίδης Αναπληρωτής Διευθυντής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης, ο οποίος συμμετείχε στη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής Παιδείας, ανέφερε ότι η αξιολόγηση PISA δεν αποτυπώνει ολόκληρη την εικόνα του σχολείου, σημειώνοντας ωστόσο ότι «τα αποτελέσματα δίνουν αφορμή για προβληματισμό σχετικά με το κατά πόσο παρέχονται στα παιδιά οι ευκαιρίες να αποκτήσουν τις απαραίτητες δεξιότητες».
Σημείωσε ότι πτωτική τάση παρατηρήθηκε και σε άλλες χώρες, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι αυτό δεν μειώνει την ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας και των σχολείων. Χαρακτήρισε την αξιολόγηση των επιδόσεων «πολυπαραγοντική εξίσωση», καθώς, όπως είπε, το αποτέλεσμα επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Πρόσθεσε επίσης ότι υπάρχει ανάγκη μείωσης της διδακτέας ύλης, ώστε να παρέχεται περισσότερος χρόνος για την κατανόηση της νέας γνώσης, καθώς και στην ανάγκη ενίσχυσης της κατανόησης κειμένου, των Μαθηματικών και των Φυσικών Επιστημών.
Πρόσθεσε ότι στο εκπαιδευτικό σύστημα πλέον εντάσσονται θεματικές όπως η ρομποτική, οι νέες τεχνολογίες και η Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ σημείωσε ότι εξετάζονται οι πρακτικές που εφαρμόζονται διεθνώς και επιδιώκεται ανταλλαγή εκπαιδευτικού υλικού με την Ελλάδα. Ανέφερε ότι στη Μέση Εκπαίδευση βρίσκεται υπό επεξεργασία τριετές σχέδιο, το οποίο θα αρχίσει να εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 2027 και θα επικεντρώνεται στην κατανόηση κειμένου, στα Μαθηματικά και στις Φυσικές Επιστήμες, αξιοποιώντας και υλικό από την PISA.
Όπως είπε, το σχέδιο θα εφαρμοστεί πιλοτικά στη Β΄ Γυμνασίου κατά τη φετινή σχολική χρονιά, ενώ θα ακολουθήσει αξιολόγηση και επέκταση του υλικού στη Γ΄ Γυμνασίου και εισαγωγή σύνθετων εργασιών στην Α΄ Λυκείου. Σημείωσε ότι η εξοικείωση των μαθητών με το κείμενο αποτελεί ζήτημα που προβλημάτισε ιδιαίτερα το Υπουργείο, προσθέτοντας ότι η στελέχωση των σχολείων συνδέεται άμεσα με τις επιδόσεις των μαθητών, ενώ αναφέρθηκε και στην ανάγκη αναθεώρησης των αναλυτικών προγραμμάτων και αντιστοίχισης της διδακτέας με την εξεταστέα ύλη. Σημειώνεται ότι η επόμενη αξιολόγηση PISA θα πραγματοποιηθεί το 2029.
Από πλευράς Υπουργείου αναφέρθηκε επίσης ότι για πρώτη φορά προωθούνται παρεμβάσεις που περιορίζουν την αποστήθιση και ενισχύουν τον χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό, την αγωγή του πολίτη και τις ψηφιακές δεξιότητες. Από πλευράς του Υφυπουργείου Έρευνας Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής η Ελεάνα Γαβριήλ σημείωσε ότι σημαντικό μέρος των επενδύσεων του Υφυπουργείου και συγκεκριμένα ποσό €14 εκατ. έχουν διατεθεί για τον ψηφιακό μετασχηματισμό στην εκπαίδευση.
Προβληματισμός πανεπιστημίων για τα αποτελέσματα
Προβληματισμός εκφράστηκε και από πλευράς πανεπιστημίων. Ο καθηγητής Συγκριτικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, Λευτέρης Κληρίδης, ανέφερε ότι τα αποτελέσματα αποτελούν μια ένδειξη για την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος, σημειώνοντας ότι θα μπορούσαν να εξαχθούν συγκεκριμένες πολιτικές που θα οδηγήσουν στη βελτίωση του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως ανέφερε, η προσπάθεια άμεσης σύνδεσης των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης με την εκπαιδευτική πολιτική αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα.
Από πλευράς του Πανεπιστημίου Λευκωσίας αναφέρθηκε ότι η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί στην ανάλυση των αποτελεσμάτων, με την εκπρόσωπό του Έλενα Παπαναστασίου να υπογραμμίζει την ανάγκη συστηματικής αξιολόγησης των παρεμβάσεων που εφαρμόζονται στο εκπαιδευτικό σύστημα. «Αν όλα αυτά τα χρόνια δεν αξιολογούμε τι δουλεύει και τι όχι, πάμε στα τυφλά», ανέφερε.
Η εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Frederick Νίκλεια Ετεοκλέους, ανέφερε ότι χρειάζονται ουσιαστικές βελτιωτικές κινήσεις για το εκπαιδευτικό σύστημα, μέσα από συνεργασία με άλλους φορείς, προσθέτοντας ότι τα πανεπιστήμια μπορούν να συμβάλουν στην αναβάθμιση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
Ως αγγαρεία αντιμετωπίζονται οι έρευνες από εκπαιδευτικούς και μαθητές
Αίσθηση προκάλεσε κατά την συζήτηση η αναφορά του αντιπροέδρου της ΟΕΛΜΕΚ Κυριάκου Ματθαίου ότι εκπαιδευτικοί δεν γνωρίζουν ότι οι μαθητές τους συμμετέχουν σε τέτοιες έρευνες, ενώ μαθητές και εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν τη συμμετοχή τους ως αγγαρεία.
«Αυτή είναι η εκπαιδευτική πραγματικότητα για τη συμμετοχή μας στην PISA», σημείωσε. Αναφέρθηκε στην ανάγκη ανάπτυξης εκπαιδευτικού υλικού, κατά το πρότυπο της Ελλάδας, ώστε οι μαθητές να προετοιμάζονται κατάλληλα, σημειώνοντας ότι θα πρέπει να εξευρεθεί ο κατάλληλος τρόπος και να προηγηθεί εκπαίδευση των εκπαιδευτικών.
Ο Παναγιώτης Λυσάνδρου πρόεδρος της ΟΛΤΕΚ, ανέφερε ότι η αύξηση του χρόνου διδασκαλίας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων, όπως ούτε και η μείωση της διδακτέας ύλης.
«Ο τελευταίος τροχός της άμαξας είναι ο δάσκαλος», ανέφερε από πλευρά της η ΠΟΕΔ, τονίζοντας ότι για να υπάρξουν ουσιαστικά αποτελέσματα, απαιτείται ολοκληρωμένη εκπαιδευτική πολιτική, από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο.
Από την πλευρά του ο Εκπρόσωπος της Συνομοσπονδίας Γονέων Μέσης Εκπαίδευσης ανέφερε ότι τα αποτελέσματα της PISA προκαλούν ανησυχία, ωστόσο δεν πρέπει να αποτελούν το βασικό κριτήριο για οποιαδήποτε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ενώ αναφέρθηκε στα παραδείγματα της Φινλανδίας και της Σουηδίας, όπου δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην ανάγνωση βιβλίων, σημειώνοντας ότι οι πρακτικές αυτές αποτελούν τροφή για σκέψη.
Απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου σημειώνουν οι βουλευτές
Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρία ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, Χρύσανθος Σαββίδης, ανέφερε ότι «η πραγματικότητα, επειδή πρέπει να λέγεται, είναι ότι βρισκόμαστε στον πάτο», εξηγώντας ότι «έχουμε κατά μέσο όρο σχεδόν διπλάσιο ποσοστό αποτυχίας σε σχέση με την Ευρώπη».
Πρόσθεσε ότι «η εικόνα αυτή δεν μας αφήνει αδιάφορους, αντίθετα μας προβληματίζει», σημειώνοντας ότι τα αποτελέσματα δεν θα έπρεπε να προκαλούν έκπληξη, όταν στις Παγκύπριες Εξετάσεις καταγράφονται μέσες βαθμολογίες 7,64 στα Μαθηματικά και 11,39 στα Νέα Ελληνικά.
Ο κ. Σαββίδης σημείωσε ότι κατά τη συνεδρία ενημερώθηκαν πως στη Δημοτική Εκπαίδευση γίνεται εδώ και χρόνια προετοιμασία των παιδιών, ενώ αναφέρθηκε και στην τοποθέτηση της ΟΕΛΜΕΚ, σύμφωνα με την οποία οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δεν γνωρίζουν το περιεχόμενο της αξιολόγησης PISA για τους μαθητές Γυμνασίου. Πρόσθεσε ότι τέθηκαν σειρά ερωτημάτων από τους βουλευτές για το πώς ερμηνεύει το Υπουργείο Παιδείας το γεγονός ότι τόσο υψηλά ποσοστά μαθητών βρίσκονται κάτω από τη βάση, πώς επιλέγονται οι μαθητές που συμμετέχουν στην αξιολόγηση και πώς αξιοποιούνται τα αποτελέσματα.
Επισήμανε επίσης τη διαφορά στη μεθοδολογία εξέτασης των μαθητών.
«Η εξέταση η οποία γίνεται στις δικές μας σχολικές μονάδες είναι η εξέταση που γινόταν στη δική μας εποχή, διά χειρός, με μολύβι ή στυλό. Σήμερα οι εξετάσεις είναι ψηφιακές. Άρα, όταν ένας μαθητής εξετάζεται με χαρτί και πένα, ενώ λαμβάνει μέρος σε έναν διαγωνισμό ψηφιακά, αντιλαμβάνεστε ότι αυτή η απόκλιση στη μεθοδολογία δημιουργεί προβλήματα στο ίδιο το αποτέλεσμα», ανέφερε.
Ο κ. Σαββίδης σημείωσε ακόμη ότι τα αποτελέσματα του εκπαιδευτικού συστήματος επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων και οι κτηριακές εγκαταστάσεις, και ότι χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση για να εξηγηθεί το φαινόμενο.
Από την πλευρά της η βουλευτής του ΔΗΣΥ Νικολέττα Κωνσταντίνου ανέφερε ότι το πρώτο θέμα που εξετάστηκε στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής ήταν τα αποτελέσματα του προγράμματος PISA, τα οποία αποτελούν μια πρώτης τάξεως αφορμή για επανεξέταση των εκπαιδευτικών επιλογών.
«Δεν χρειαζόμαστε βέβαια τα αποτελέσματα για να αντιληφθούμε ότι η παιδεία μας χρειάζεται έναν ολιστικό επανασχεδιασμό, μακροπρόθεσμο και συνεκτικό. Οπότε ήρθε η ώρα επιτέλους να ανοίξουμε έναν εθνικό διάλογο, ουσιαστικό, ο οποίος να καταλήξει σε μια συνεκτική εκπαιδευτική πολιτική με συνέχεια, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά, με μετρήσιμους στόχους, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και βεβαίως αντίστοιχες δεσμεύσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς», ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι «αν μείνουμε για ακόμα μια φορά στη διαπίστωση του προβλήματος, με όλο τον σεβασμό, αυτό δεν είναι εκπαιδευτική πολιτική, αυτό είναι απλώς διαχείριση εντυπώσεων».
Η κ. Κωνσταντίνου σημείωσε ότι τα αίτια των χαμηλών επιδόσεων των μαθητών είναι πολλά και αλληλένδετα, αναφέροντας μεταξύ άλλων τον όγκο της διδακτέας ύλης, τις συνθήκες στις σχολικές αίθουσες, τους ψηφιακούς περισπασμούς και τις κοινωνικές ανισότητες.
Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ Χρίστος Χριστοφίδης δήλωσε ότι τα τελευταία 15 χρόνια το Υπουργείο Παιδείας επικαλείται τις χαμηλές επιδόσεις των μαθητών στις διεθνείς εξετάσεις, προκειμένου να προωθήσει αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα.
«Τα τελευταία 15 χρόνια το Υπουργείο Παιδείας επικαλείται τις χαμηλές επιδόσεις, κάτω από τον μέσο όρο, σε διεθνείς εξετάσεις, για να περάσει στον κόσμο τις άσχετες και αντιδραστικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα. Κάθε φορά μάς έλεγαν ότι δεν βλέπετε τι γίνεται στις διεθνείς εξετάσεις; Πρέπει να αλλάξουμε το ένα, πρέπει να αλλάξουμε το άλλο, για να εφαρμόσουν τις ιδεολογικές και άλλες εμμονές τους. Τελικά ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Δεκαπέντε χρόνια μετά, από κάτω από τον μέσο όρο πήγαμε στον πάτο», ανέφερε.
Σύμφωνα με τον κ. Χριστοφίδη, «αυτό το οποίο απουσιάζει είναι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και μια παιδαγωγική φιλοσοφία, η οποία να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των παιδιών μας», προσθέτοντας ότι η εποχή μας αλλάζει με γεωμετρική πρόοδο, με σημαντικότερο ρόλο να διαδραματίζουν η κριτική σκέψη, η ανάλυση, η σύνθεση και η αξιοποίηση της τεχνολογίας, η ενσυναίσθηση, η ευρύτερη καλλιέργεια του ανθρώπου, ο πολιτισμός. «Και αντί τα αναλυτικά μας προγράμματα και το εκπαιδευτικό μας σύστημα να ασχολούνται με αυτά, ασχολούνται με δεξιότητες αποστήθισης και εξετάσεων. Με αυτές τις προσεγγίσεις δεν μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά», ανέφερε.
Κάλεσε το Υπουργείο Παιδείας να εξετάσει τις πρακτικές άλλων αναπτυγμένων ευρωπαϊκών κρατών, όπως της Εσθονίας και της Φινλανδίας, που κατάφεραν να ενισχύσουν σημαντικά τα εκπαιδευτικά τους επίπεδα.
«Για εμάς, η απόδοση του εκπαιδευτικού συστήματος τα τελευταία χρόνια είναι πρόσχημα για να εφαρμόζει η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας αποσπασματικά, πολλές φορές ό,τι της έρθει στο κεφάλι. Από τις εξετάσεις τετραμήνων, που μετά τρέχαμε να τις καταργήσουμε, μέχρι τη σύνδεση με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Σήμερα μας είπαν ότι περίπου έχει να κάνει και με το σύστημα διορισμού των εκπαιδευτικών. Αρνούνται να δουν τις πραγματικότητες για να επιβάλουν τις ιδεολογικές τους ιδεοληψίες», είπε.
Ο κ. Χριστοφίδης ανέφερε ότι το ΑΚΕΛ έχει καταθέσει συνολική πρόταση για την εκπαίδευση και επέκρινε το γεγονός ότι, παρά τις συζητήσεις που γίνονται εδώ και χρόνια για αλλαγές στα αναλυτικά προγράμματα, οι παρεμβάσεις παραμένουν περιορισμένες.
Ο βουλευτής του ΕΛΑΜ Πόλυς Ανωγυριάτης ανέφερε ότι τα αποτελέσματα της Κύπρου στην αξιολόγηση PISA επιβεβαιώνουν την ανάγκη ουσιαστικών αλλαγών στο εκπαιδευτικό σύστημα, σημειώνοντας ότι «δεν αρκεί να διαπιστώνουμε τις χαμηλές επιδόσεις. Απαιτούμε από το Υπουργείο Παιδείας συγκεκριμένο σχέδιο δράσης, με πρόγραμμα, ημερομηνίες υλοποίησης, σαφή χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα αποτελέσματα», ανέφερε και σημείωσε ότι κεντρικό ρόλο πρέπει να έχουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, μέσα από ουσιαστική συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας και το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
«Χρειαζόμαστε νέο εκπαιδευτικό υλικό, διαθέσιμο μέσω ειδικής ψηφιακής πλατφόρμας, και οργανωμένη ένταξη δραστηριοτήτων σχετικών με το PISA στο πρόγραμμα κάθε σχολείου. Οι μαθητές πρέπει να κατανοούν τη σημασία της αξιολόγησης και να μην την αντιμετωπίζουν ως αγγαρεία», είπε. Πρόσθεσε ότι «πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε ριζική αλλαγή εκπαιδευτικής κουλτούρας, να περάσουμε από τη στείρα αποστήθιση στην κριτική σκέψη, στη λογική, στην κατανόηση και στην εφαρμογή της γνώσης».
Ο Πρόεδρος του Κινήματος Άλμα, Οδυσσέας Μιχαηλίδης, ανέφερε ότι «δεν μπορούμε να απαξιώνουμε τέτοιες εξετάσεις, γιατί ακριβώς είναι ένας τρόπος να συγκρίνουμε τη δική μας παιδεία με την παιδεία άλλων χωρών. Υπάρχουν χώρες, όπως η Εσθονία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες δείχνουν τον δρόμο για το πώς θα πρέπει να αλλάξουμε και σε αυτόν τον τομέα την προσέγγισή μας στην εκπαίδευση, ώστε να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε ικανοποιητικά. Γιατί η παιδεία είναι το μέλλον της χώρας», ανέφερε.
Σε σχέση με τα αποτελέσματα, σημείωσε ότι «στα Μαθηματικά έχουμε χειροτερέψει και στα υπόλοιπα έχουμε μείνει σταθεροί, στην προτελευταία θέση».
Σημειώνεται ότι η Επιτροπή θα επανέλθει για το θέμα σε μεταγενέστερο στάδιο.
Πηγή – Cyprus Times (ΚΥΠΕ)








