ΚύπροςΧωρίς εξειδικευμένο τμήμα η Αστυνομία για τη διαδικτυακή ρητορική μίσους
Το ΤΕΠΑΚ trusted flagger για τη ρητορική μίσους, αναφέρθηκε στην Επ. Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Η Κύπρος διαθέτει πλέον τον πρώτο πιστοποιημένο οργανισμό αξιόπιστης επισήμανσης (trusted flagger), ο οποίος θα μπορεί να επισημαίνει περιστατικά ρητορικής μίσους…
19 Οκτωβρίου 2026 · 17:15
Το ΤΕΠΑΚ trusted flagger για τη ρητορική μίσους, αναφέρθηκε στην Επ. Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Η Κύπρος διαθέτει πλέον τον πρώτο πιστοποιημένο οργανισμό αξιόπιστης επισήμανσης (trusted flagger), ο οποίος θα μπορεί να επισημαίνει περιστατικά ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο και να συμβάλλει στην προτεραιοποίηση της εξέτασης σχετικών καταγγελιών, αναφέρθηκε κατά τη σημερινή συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου επισημάνθηκαν, επίσης, νομοθετικά και ρυθμιστικά κενά.
Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Χρίστος Χριστοφίδης μετά τη συνεδρία, η Επιτροπή εξέτασε τη ρητορική μίσους στο διαδίκτυο και την ευθύνη του κράτους και των ιδιωτικών φορέων, σημειώνοντας ότι τον ρόλο του πρώτου πιστοποιημένου οργανισμού αναλαμβάνει το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ) σε συνεργασία με το MedDMO (Mediterranean Digital Media Observatory).
Παράλληλα, σημείωσε ότι υπήρξε ομοφωνία μεταξύ των συμμετεχόντων ως προς την ανάγκη δημιουργίας παρατηρητηρίου για την παρακολούθηση των φαινομένων ρητορικής μίσους, ενώ η Επιτροπή έχει πλέον σαφέστερη εικόνα για τις ενδεχόμενες νομοθετικές αλλαγές που απαιτούνται, λαμβάνοντας υπόψη και τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Διαμορφώνεται ένας ξεκάθαρος οδικός χάρτης μπροστά μας για το πώς πρέπει να προχωρήσουμε», είπε ο κ. Χριστοφίδης, εκφράζοντας ικανοποίηση για τα βήματα που έγιναν κατά τη συνεδρία. Τόνισε ότι στόχος της Επιτροπής δεν είναι να ασχολείται περιστασιακά με τα ζητήματα που εξετάζει, αλλά να επιδιώκει λύσεις και να ζητά απαντήσεις από την εκτελεστική εξουσία.
Εξηγώντας τον ρόλο του trusted flagger, ο κ. Χριστοφίδης ανέφερε ότι πολίτες θα μπορούν να απευθύνονται στον οργανισμό για να καταγγέλλουν περιστατικά ρητορικής μίσους. Διευκρίνισε ότι ο οργανισμός δεν θα αποφασίζει για την έκβαση των καταγγελιών, ωστόσο η επισήμανση που προέρχεται από πιστοποιημένο φορέα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προτεραιοποίηση της εξέτασής τους.
Πρόσθεσε ότι φαίνεται να γίνεται αποδεκτή εισήγηση για τη δημιουργία ψηφιακής πλατφόρμας από την Αστυνομία, μέσω της οποίας οι καταγγέλλοντες θα μπορούν να παρακολουθούν την πορεία των υποθέσεών τους και να ενημερώνονται σχετικά.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής υπογράμμισε, παράλληλα, την ανάγκη εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας, επισημαίνοντας ότι η ρητορική μίσους εμφανίζεται όχι μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και στα σχόλια κάτω από ειδήσεις σε ενημερωτικές ιστοσελίδες. Αναφέρθηκε, επίσης, στην επισήμανση του Προέδρου της Ένωσης Συντακτών Κύπρου ότι η νομοθεσία περί Τύπου και ΜΜΕ χρονολογείται από το 1989, όταν δεν υπήρχε διαδίκτυο, γεγονός που αναδεικνύει τα κενά που ενδέχεται να υπάρχουν στο ισχύον πλαίσιο.
Την ύπαρξη νομοθετικών και ευρύτερων ρυθμιστικών κενών στην Κύπρο υπογράμμισε εντός της Επιτροπής ο Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πανεπιστημίου Κύπρου, Άρης Κωνσταντινίδης, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα είναι σύνθετο, καθώς πρέπει να εξισορροπηθεί η ελευθερία της έκφρασης με την προστασία των προσώπων που αποτελούν στόχο ρητορικής μίσους.
Όπως ανέφερε, δυσκολία αποτελεί και η ασάφεια που εξακολουθεί να υπάρχει διεθνώς σε ορισμένα ζητήματα, την ώρα που το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο βρίσκεται σε διαρκή εξέλιξη. Σημείωσε ότι ορισμένοι ευρωπαϊκοί κανόνες θα έπρεπε ήδη να εφαρμόζονται άμεσα, κάτι που, όπως είπε, δεν έχει ακόμη συμβεί στην περίπτωση της Κύπρου, ενώ παράλληλα βρίσκονται σε εξέλιξη νομοθετικές διεργασίες στο Συμβούλιο της Ευρώπης.
«Οι διεθνείς αυτοί και οι ευρωπαϊκοί κανόνες θα πρέπει να ενσωματωθούν σε εθνική νομοθεσία για να είναι αποτελεσματικοί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι απαιτείται κάλυψη των υφιστάμενων κενών.
Ο κ. Κωνσταντινίδης εξήγησε ότι οι ρυθμίσεις για τις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως το Facebook και το Instagram, δεν μπορούν να είναι ίδιες με εκείνες που αφορούν ειδησεογραφικούς ιστότοπους και εφημερίδες που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο. Κατά την εκτίμησή του, το πεδίο αυτό αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα νομοθετικά προβλήματα στην Κύπρο.
Από την πλευρά της, η Καθηγήτρια Δημοσιογραφίας και Ψηφιακών Μέσων του ΤΕΠΑΚ, Βενετία Παπά, έθεσε τρεις βασικούς άξονες για την αντιμετώπιση του φαινομένου: την καταγραφή και τον συντονισμό των μηχανισμών εποπτείας και παρακολούθησης, τη ρύθμιση μέσω αρμόδιων φορέων, όπως η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης και η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, καθώς και την ενημέρωση και την εκπαίδευση των χρηστών και των πολιτών.
Όπως ανέφερε, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους απλούς πολίτες, στις ευάλωτες ομάδες και στις κοινότητες που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στις αρχές και στους θεσμούς. Επισήμανε, επίσης, ότι οι αλγοριθμικές διαδικασίες και τα κενά στη λειτουργία των μεγάλων τεχνολογικών πλατφορμών αποτελούν σημαντική πρόκληση, καθώς η θέσπιση κανόνων και μηχανισμών δεν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπίσει όλες τις διαστάσεις του προβλήματος.
Η κ. Παπά υποστήριξε ότι χρειάζεται ένα συγκεκριμένο εθνικό πλαίσιο, με προτεραιότητα την αποτελεσματική αξιοποίηση των αρμοδιοτήτων που ήδη διαθέτουν οι αρμόδιοι φορείς και τον εντοπισμό συγκεκριμένων κενών. Όπως σημείωσε, η προσπάθεια δεν θα πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά στη διερεύνηση νέων ποινικών απαγορεύσεων ή διώξεων.
Στη συνεδρία, ο βουλευτής του ΔΗΣΥ, Μιχάλης Κουνούνης, έθεσε το ζήτημα της αποσαφήνισης των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ασκείται ποινική δίωξη σε βάρος προσώπου που καταγγέλλεται για ρητορική μίσους. Όπως ανέφερε, στον γραπτό λόγο, σε αντίθεση με τον προφορικό, δεν είναι δυνατό να αποσαφηνιστεί ο τόνος με τον οποίο διατυπώνεται ένα σχόλιο, στοιχείο που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση τέτοιων υποθέσεων.
Ο βουλευτής του ΔΗΚΟ, Ανδρέας Αποστόλου, έθεσε το ζήτημα της ευθύνης των μέσων ενημέρωσης για τον έλεγχο των σχολίων που αναρτώνται στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Αναφερόμενος στον μεγάλο όγκο περιεχομένου που δημοσιεύεται καθημερινά, διερωτήθηκε πώς μπορεί ένα μέσο ενημέρωσης να ελέγχει όλα τα σχόλια που συνοδεύουν τις ειδήσεις του.
Υποστήριξε ότι η ευθύνη εντοπισμού, αποκλεισμού και καταγγελίας χρηστών για ρητορική μίσους δεν θα πρέπει να μεταφέρεται αποκλειστικά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά χρειάζεται να αντιμετωπιστεί και σε διεθνές επίπεδο, μέσω μηχανισμών των ίδιων των μεγάλων διαδικτυακών πλατφορμών.
Η βουλευτής του ΑΛΜΑ – Πολίτες για την Κύπρο, Λίτσα Δρουσιώτου, ανέφερε ότι κατά τη συνεδρία αναδείχθηκαν τα νομοθετικά και ρυθμιστικά κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν στην αντιμετώπιση της διαδικτυακής ρητορικής μίσους, καθώς και τα περιθώρια βελτίωσης της νομοθεσίας.
Όπως είπε, ο κ. Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε στην ανάγκη αποσαφήνισης του ορισμού της ρητορικής μίσους, στη θέσπιση συγκεκριμένων διαδικασιών για την αναφορά και αφαίρεση παράνομου περιεχομένου, αλλά και στην αξιοποίηση του θεσμού των trusted flaggers.
Η κ. Δρουσιώτου σημείωσε ότι η Αστυνομία εκτίμησε πως το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο δεν χρειάζεται ουσιαστικές αλλαγές, χωρίς να αποκλείει επιμέρους βελτιώσεις. Κατά την ίδια, η διαφορετική αυτή προσέγγιση θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ώστε να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα νομοθετικά κενά και οι παρεμβάσεις που απαιτούνται.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην υποστελέχωση της Αστυνομίας, σημειώνοντας ότι, σύμφωνα με την ενημέρωση που έλαβε η Επιτροπή, δεν διαθέτει εξειδικευμένο τμήμα για την αντιμετώπιση της διαδικτυακής ρητορικής μίσους, ενώ δεν δόθηκε συγκεκριμένη απάντηση για την ενίσχυση του προσωπικού. Εξέφρασε, επίσης, προβληματισμό για την απουσία του Υφυπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής από τη συνεδρία, καθώς, σύμφωνα με την ενημέρωση που δόθηκε, έκρινε ότι το θέμα δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές του.
«Η αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους απαιτεί σαφές νομοθετικό πλαίσιο, αποτελεσματικούς μηχανισμούς εφαρμογής και συντονισμό των αρμόδιων υπηρεσιών με πλήρη σεβασμό στην ελευθερία της έκφρασης», υπογράμμισε η κ. Δρουσιώτου.
Πηγή – Διάλογος








