Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 29°
Κύπρος

Το σπίτι με τις Καρυάτιδες, στου Ψυρρή – Σε ποιον ανήκει σήμερα,

    ​​ ​ ​​ Λίγο πιο κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης και των Κορών του Ερεχθείου, δύο άλλες Καρυάτιδες στέκονται αγέρωχες εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Δεν στηρίζουν κάποιον αρχαίο ναό, αλλά τον όροφο…

10 Οκτωβρίου 2026 · 13:10

      

Λίγο πιο κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης και των Κορών του Ερεχθείου, δύο άλλες Καρυάτιδες στέκονται αγέρωχες εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Δεν στηρίζουν κάποιον αρχαίο ναό, αλλά τον όροφο ενός λαϊκού νεοκλασικού στου Ψυρρή. Είναι πολύ νεότερες από τις διάσημες αδελφές τους και σαφώς λιγότερο επίσημες, όμως κατάφεραν να γίνουν κι αυτές μύθος: πρωταγωνίστριες σε μια φωτογραφία που έκανε τον γύρο του κόσμου, μοτίβο σε πίνακες του Τσαρούχη, σκηνικό θεατρικής παράστασης και, πλέον, αγαπημένο θέμα για τα κινητά τουριστών και Αθηναίων που τις ανεβάζουν καθημερινά στα social media.

Το νεοκλασικό της Αγίων Ασωμάτων

Το σπίτι βρίσκεται στον αριθμό 45 της οδού Αγίων Ασωμάτων, στο σημείο όπου ο Ψυρρής συναντά τον Κεραμεικό, λίγα βήματα από το Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Άη Στράτη. Πρόκειται για ένα διώροφο κτίσμα με εσωτερική αυλή, χαρακτηριστικό δείγμα του λαϊκού νεοκλασικισμού που συναντάται στις μικρές ιδιωτικές κατοικίες της Αθήνας και ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά που επιβιώνουν σήμερα στην πόλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα η συνοικία ήταν γεμάτη με αστικά σπίτια αυτού του τύπου, με αυλή και μπαλκόνι. Κανένα όμως δεν τραβούσε το βλέμμα όπως αυτό.

Ως έτος κατασκευής αναφέρεται το 1880. Σύμφωνα με τον αθηναϊκό οδηγό των Θανάση Γιοχάλα και Τόνιας Καφετζάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία, το κτίριο «ίσως είναι έργο του Ερνέστου Τσίλλερ ή κάποιου μιμητή του». Η απόδοση παραμένει ανοιχτή, η φήμη του σπιτιού όμως δεν οφείλεται στον αρχιτέκτονα. Οφείλεται στις δύο γυναικείες μορφές που κρατούν στο κεφάλι τους το εξωτερικό χαγιάτι της πρόσοψης.

Οι Καρυάτιδες της Αγίων Ασωμάτων έχουν κάτι που τις ξεχωρίζει αμέσως. Τα χέρια τους δεν πέφτουν ελεύθερα, όπως συνήθως αποδίδονταν οι μορφές αυτού του τύπου, αλλά είναι σταυρωμένα, σε μια στάση που μοιάζει να εκφράζει συστολή ή και δυσανασχέτηση απέναντι στον φακό του κάθε περαστικού που ζουμάρει για πολλοστή φορά χωρίς την άδειά τους. Τα κάτω άκρα τους δεν αποδίδονται: στη θέση τους υπάρχει μια τετράγωνη βάση, σαν οι δύο γυναίκες να αναδύονται από το ίδιο το κτίριο. Το ολόλευκο χρώμα που βλέπει σήμερα ο επισκέπτης το απέκτησαν μετά την πλήρη αποκατάστασή τους, το 2001.

Οι δύο γυναίκες του σπιτιού έγιναν κυριολεκτικά οι κολόνες του

Δημιουργός τους ήταν ο Ιωάννης Καρακατσάνης, Αιγινήτης γλύπτης που είχε μαθητεύσει δίπλα στον Λεωνίδα Δρόση και άφησε πίσω του μια σειρά από προτομές. Ο Καρακατσάνης ήταν και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Για μοντέλα διάλεξε τα πιο κοντινά του πρόσωπα: τη γυναίκα του, Ξανθή, και την αδελφή της, Ευδοξία. Οι δύο γυναίκες του σπιτιού έγιναν κυριολεκτικά οι κολόνες του.

Η αλήθεια αυτή δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τον θρύλο που γεννήθηκε στο ισόγειο. Εκεί λειτουργούσε για χρόνια το κουρείο του Παναγιώτη Κρητικάκου, και ήταν ο ίδιος ο κουρέας που, ανάμεσα σε ένα ξύρισμα και ένα κούρεμα, εξιστορούσε στους πελάτες του μια σκοτεινή ιστορία. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, ο ιδιοκτήτης του κτιρίου είχε χάσει τις δύο κόρες του σε νεαρή ηλικία και είχε σκαλίσει τις Καρυάτιδες για να τιμήσει τη μνήμη τους.

Η αιτία θανάτου άλλαζε από διήγηση σε διήγηση, όμως ο Κρητικάκος έδειχνε μια ιδιαίτερη αδυναμία στο πιο μελοδραματικό σενάριο: τα κορίτσια, έλεγε, τα δηλητηρίασε η μητριά τους, που τις ζήλευε παράφορα. Ο κουρέας φρόντιζε να κρατά ζωντανό το μυστήριο, αφού η ιστορία χάριζε φήμη στο μαγαζί του και προβολή στη γειτονιά. Έτσι, ο μύθος των «αδικοχαμένων κορών» ταξίδεψε από στόμα σε στόμα και έγινε ένας από τους αστικούς θρύλους που αγαπούσαν να αφηγούνται οι Αθηναίοι.

Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο απλή. Η Ξανθή και η Ευδοξία όχι μόνο δεν πέθαναν νέες, αλλά έζησαν μέχρι τα βαθιά γεράματα, απέκτησαν παιδιά και εγγόνια και έφυγαν από τη ζωή το 1949 και το 1950 αντίστοιχα. Οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες του κτιρίου χρειάστηκε να το διευκρινίσουν δημόσια, απαντώντας στις τραγικές ανακρίβειες που είχαν διαδοθεί.

Από το κουρείο του Κρητικάκου στους Ολυμπιονίκες

Μετά τον θάνατο του γλύπτη, το 1906, η οικογένεια αποφάσισε να πουλήσει το σπίτι, και οι αρχιτεκτονικές του λεπτομέρειες άρχισαν να ξεθωριάζουν. Από το 1973 το κτίριο ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού. Το 1989 κηρύχθηκε διατηρητέο, απόφαση που το έσωσε από την κατάρρευση. Ακολούθησε ανακαίνιση υπό την επίβλεψη του αρχιτεκτονικού γραφείου του Στέφανου Πάντου-Κίκκου, η οποία διατήρησε εξωτερικά αναλλοίωτο τον χαρακτήρα του. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 στεγάζει τον Σύλλογο Ελλήνων Ολυμπιονικών, ενώ εκεί όπου κάποτε ο Κρητικάκος έπλεκε τις ιστορίες του, σήμερα λειτουργεί το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων.

Το σπίτι πέρασε και στην ιστορία της τέχνης, με πιο διάσημο σταθμό μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γάλλου Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, τραβηγμένη στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Στο κάδρο εμφανίζονται τέσσερις γυναίκες: οι δύο λευκές Καρυάτιδες ψηλά και, από κάτω, δύο ηλικιωμένες ντυμένες στα μαύρα, που περπατούν μπροστά από την πρόσοψη.

Το λευκό της πέτρινης νιότης απέναντι στο μαύρο της ανθρώπινης φθοράς έδωσε στη λήψη τη συμβολική της δύναμη. «Ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι οι φωτογραφίες θα μπορούσαν να φθάσουν την αιωνιότητα μέσω της στιγμής», είχε πει αργότερα ο ίδιος ο φωτογράφος για τη συγκεκριμένη εικόνα.

Θρύλος, πίνακας, σκηνικό και μυθιστόρημα

Τη φωτογραφία ανέλυσε χρόνια μετά ο συγγραφέας Δημοσθένης Κούρτοβικ, στο βιβλίο του «Τετέλεσται, δοκίμια πάνω σε φωτογραφίες», επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσει τους συμβολισμούς της.

Ο Γιάννης Τσαρούχης, που αντλούσε έμπνευση από τη νεοκλασική Αθήνα, επέστρεψε στο σπίτι περισσότερες από μία φορές. Το 1952 το αποτύπωσε σε υδατογραφία με τίτλο «Το σπίτι με τις Καρυάτιδες» και το 1971 σε πίνακα με τίτλο «Σπίτι στην Αγίων Ασωμάτων», ενώνοντας το κλασικό παρελθόν με το λαϊκό στοιχείο. Στα έργα του φαίνεται καθαρά και το κουρείο του ισογείου, σαν μια σιωπηλή υπενθύμιση του ανθρώπου που έφτιαξε τον θρύλο. Το 1988 ο ζωγράφος τοποθέτησε το σπίτι στο κέντρο του σκηνικού που σχεδίασε για τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, στην παράσταση που ανέβηκε στο Θέατρο του Λυκαβηττού.

Στη λογοτεχνία, το σπίτι με τις δύο πέτρινες γυναίκες άφησε το αποτύπωμά του μέσα από τον Κώστα Ταχτσή. Ο πιο χαρακτηριστικός ίσως εκπρόσωπος της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας ενσωμάτωσε στοιχεία εμπνευσμένα από αυτό στη μυθοπλασία του «Τρίτου Στεφανιού», του μυθιστορήματος που κυκλοφόρησε το 1962.

Πηγή – Cyprus Times (iefimerida.gr)

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.