ΚύπροςΠόσες ακόμη πριν προλάβουμε;
Της Μπισάν Ιμπραχήμ Η νέα δολοφονία δίνει αφορμή να εξετάσουμε την εικόνα των γυναικοκτονιών στην Κύπρο, τις αλλαγές στη νομοθεσία και την εφαρμογή τους. Πέρα από τον αριθμό των θυμάτων, το ζητούμενο είναι τι…
8 Νοεμβρίου 2026 · 09:14
Της Μπισάν Ιμπραχήμ
Η νέα δολοφονία δίνει αφορμή να εξετάσουμε την εικόνα των γυναικοκτονιών στην Κύπρο, τις αλλαγές στη νομοθεσία και την εφαρμογή τους. Πέρα από τον αριθμό των θυμάτων, το ζητούμενο είναι τι δυνατότητες προστασίας έχει μια γυναίκα όταν κινδυνεύει, πώς ανταποκρίνονται οι αρμόδιες υπηρεσίες και ποια στήριξη μπορεί να εξασφαλίσει για να απομακρυνθεί από μια κακοποιητική σχέση. Η καταγραφή των προηγούμενων υποθέσεων και των διαθέσιμων στοιχείων αποτελεί αφετηρία για να εξεταστεί τι έχει αλλάξει και πού χρειάζονται παρεμβάσεις.
Δεκαεπτά θύματα μέσα σε έξι χρόνια
Δεκαεπτά γυναίκες έχασαν τη ζωή τους σε 16 υποθέσεις γυναικοκτονίας στην Κύπρο την εξαετία 2020–2025, σύμφωνα με στοιχεία που παραχώρησε η Αστυνομία στο ΚΥΠΕ και δημοσιεύθηκαν τον Ιούλιο του 2026. Η διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των θυμάτων και των υποθέσεων αφορά το 2021, όταν σε μία υπόθεση καταγράφηκαν δύο θύματα.
Αναλυτικά, καταγράφηκαν πέντε θύματα το 2020 και άλλα πέντε το 2021, δύο το 2022, ένα το 2023 και ένα το 2024, ενώ το 2025 ο αριθμός ανέβηκε στα τρία. Η κατανομή δείχνει υποχώρηση μετά τη διετία 2020–2021 και νέα άνοδο το 2025. Ωστόσο, οι μικροί ετήσιοι αριθμοί απαιτούν προσεκτική ανάγνωση: η μεταβολή από ένα σε τρία θύματα δεν αρκεί από μόνη της για να τεκμηριώσει μια σταθερή αυξητική τάση, όπως και η προηγούμενη μείωση δεν αποδεικνύει ότι αντιμετωπίστηκαν οι αιτίες του φαινομένου.
Στην ίδια καταγραφή περιλαμβάνονταν δύο υποθέσεις απόπειρας γυναικοκτονίας μέσα στο 2026, με συνολικά τρεις γυναίκες θύματα. Τα δεδομένα αυτά είχαν δημοσιευθεί την 1η Ιουλίου και επομένως δεν αποτυπώνουν το σύνολο του τρέχοντος έτους.
Οι αριθμοί αποτελούν την αφετηρία της διερεύνησης. Για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της προστασίας, χρειάζονται επιπλέον πληροφορίες για όσα προηγήθηκαν: αν υπήρχαν καταγγελίες ή απειλές, αν είχε αξιολογηθεί ο κίνδυνος και αν είχαν ληφθεί μέτρα. Χωρίς αυτά, η ετήσια καταμέτρηση καταγράφει τις απώλειες, αλλά δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί πού υπήρχαν δυνατότητες έγκαιρης παρέμβασης.
Τι άλλαξε στη νομοθεσία
Η Κύπρος κύρωσε τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης το 2017 και το 2021 θέσπισε τον νόμο 115(Ι)/2021 για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Το πλαίσιο περιλαμβάνει αδικήματα όπως η ψυχολογική και η οικονομική βία, αναγνωρίζοντας ότι η κακοποίηση μπορεί να εκδηλώνεται και μέσα από απειλές, εξαναγκασμό και στέρηση των αναγκαίων μέσων διαβίωσης.
Το 2022, με τον τροποποιητικό νόμο 117(Ι)/2022, προστέθηκε το αδίκημα της γυναικοκτονίας. Το άρθρο 10Α προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου για την πρόκληση θανάτου γυναίκας με παράνομη πράξη ή παράλειψη. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες προσδιορίζονται, μεταξύ άλλων, η βία από ερωτικό σύντροφο, η ενδοοικογενειακή βία και η βία λόγω μισογυνισμού. Στην έννοια του ερωτικού συντρόφου περιλαμβάνονται πρώην και νυν σύζυγοι ή σύντροφοι, ανεξάρτητα από τη συγκατοίκηση.
Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει εξατομικευμένη αξιολόγηση των θυμάτων, μέτρα στήριξης και προστασίας και ασφαλή στέγαση σε στέγες ή καταφύγια. Προβλέπει επίσης εφαρμογή των μέτρων χωρίς διακρίσεις, περιλαμβανομένης της μεταναστευτικής ή προσφυγικής κατάστασης.
Η αξιολόγηση αυτών των αλλαγών περνά μέσα από την εφαρμογή τους: πόσο γρήγορα εξασφαλίζεται προστασία όταν υπάρχει κίνδυνος, πώς συνεργάζονται οι υπηρεσίες και αν η στήριξη επιτρέπει σε μια γυναίκα να απομακρυνθεί με ασφάλεια από την κακοποίηση και να οργανώσει τη ζωή της.
Υποθέσεις που έθεσαν ερωτήματα για την προστασία
Η αναδρομή στις προηγούμενες υποθέσεις φέρνει στο προσκήνιο τόσο τα εγκλήματα όσο και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν προειδοποιήσεις, καταγγελίες και εξαφανίσεις. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση του Νίκου Μεταξά, που αποκαλύφθηκε το 2019, με θύματα πέντε γυναίκες και δύο κορίτσια. Στις 24 Ιουνίου εκείνου του χρόνου, το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας τού επέβαλε ποινή ισόβιας φυλάκισης για καθέναν από τους επτά φόνους.
Η αποκάλυψη άρχισε με τον τυχαίο εντοπισμό της σορού της Μαρί Ρόουζ σε φρεάτιο μεταλλείου στο Μιτσερό, τον Απρίλιο του 2019. Η ίδια και η εξάχρονη κόρη της, Σιέρα, είχαν δηλωθεί ως ελλείπουσες από τον Μάιο του 2018. Ο χειρισμός των εξαφανίσεων βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, με καταγγελίες για ανεπαρκή διερεύνηση και αδιαφορία απέναντι στις μετανάστριες που είχαν χαθεί. Πρόκειται για εγκλήματα που αποκαλύφθηκαν το 2019, ενώ είχαν διαπραχθεί νωρίτερα, και δεν περιλαμβάνονται στην προηγούμενη καταγραφή του 2020–2025.
Ερωτήματα για την ανταπόκριση των Αρχών τέθηκαν και μετά τη δολοφονία της 41χρονης Πέτια Κράτεβα στην Τρεμιθούσα, τον Ιούνιο του 2024. Σύμφωνα με όσα ανέφερε τότε η Αστυνομία, η γυναίκα είχε καταγγείλει τρεις φορές τον 48χρονο πρώην σύζυγό της, ο οποίος συνελήφθη ως ύποπτος για τη δολοφονία. Παράλληλα, καταγγελίες για καθυστέρηση στην αστυνομική επέμβαση οδήγησαν σε πειθαρχική διερεύνηση, ενώ δύο αστυνομικοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα. Οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους τελική διαπίστωση ευθύνης.
Οι δύο υποθέσεις αναδεικνύουν διαφορετικά ζητήματα που χρειάζονται διερεύνηση: πόσο σοβαρά αντιμετωπίζεται μια εξαφάνιση, πώς αξιοποιούνται οι προηγούμενες καταγγελίες και πόσο έγκαιρα κινητοποιούνται οι υπηρεσίες όταν ζητείται βοήθεια. Εκεί κρίνεται στην πράξη η δυνατότητα παρέμβασης πριν χαθεί μια ζωή.
Στα προβλήματα εφαρμογής της νομοθεσίας και στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι κακοποιημένες γυναίκες αναφέρθηκε η Γενική Γραμματέας της ΠΟΓΟ, Ελένη Ευαγόρου, μιλώντας στην εκπομπή «Διαδράσεις» του Άστρα. Όπως επεσήμανε, παρά το καλό νομοθετικό πλαίσιο, οι γυναίκες βιώνουν δύσκολες δικαστικές διαδικασίες, κατά τις οποίες καλούνται επανειλημμένα να βρεθούν απέναντι στον κακοποιητή τους, με αποτέλεσμα να επανατραυματίζονται.
Η ίδια θεώρησε σωστή τη νομική καταγραφή των γυναικοκτονιών, αναδεικνύοντας κυρίως τη σημασία της για την ευαισθητοποίηση και την ανάγκη παρέμβασης στα προηγούμενα στάδια κακοποίησης, προτού η κατάσταση φτάσει στη δολοφονία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην οικονομική εξάρτηση, εξηγώντας ότι πολλές γυναίκες αδυνατούν να εγκαταλείψουν το κακοποιητικό περιβάλλον επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα ή ακόμη και τροφή. Οι δυσκολίες, σημείωσε, εντείνονται για μετανάστριες και γυναίκες με λιγότερες οικονομικές δυνατότητες.
Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη κοινής βάσης δεδομένων για την παρακολούθηση των υποθέσεων, αποδίδοντας τις καθυστερήσεις στην απουσία πολιτικής προτεραιότητας και επαρκούς χρηματοδότησης. Επέκρινε επίσης την ενοχοποίηση των θυμάτων μέσα από ερωτήματα για το γιατί δεν έφυγαν ή δεν μίλησαν νωρίτερα, αντί να αναζητούνται οι ευθύνες εκείνων που ασκούν τη βία και οι συνθήκες που εγκλωβίζουν τις γυναίκες στην κακοποίηση.
Πηγή – Διάλογος










