ΠολιτισμόςΠρόοδος για την κοινωνία είναι να έχει λιγότερους φυλακισμένους όχι περισσότερους
Κάποια στιγμή πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πρόοδος για μια κοινωνία δεν είναι να έχει περισσότερους ανθρώπους στις φυλακές. Αφενός γιατί αυτό σημαίνει ότι έχει εφαρμοστεί μια αποτυχημένη αντιεγκληματική πολιτική…
7 Νοεμβρίου 2026 · 09:09
Κάποια στιγμή πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Πρόοδος για μια κοινωνία δεν είναι να έχει περισσότερους ανθρώπους στις φυλακές. Αφενός γιατί αυτό σημαίνει ότι έχει εφαρμοστεί μια αποτυχημένη αντιεγκληματική πολιτική που οδηγεί στην αύξηση των σοβαρών αδικημάτων και άρα του αριθμού των φυλακισμένων. Αφετέρου, γιατί όσο αυξάνεται ο αριθμός των κρατουμένων, τόσο πιθανότερο είναι οι άνθρωποι αυτοί να παραμείνουν στο φάσμα της παραβατικότητας, όταν βγουν από τη φυλακή, και άρα να επιστρέψουν σε αυτή.
Μόνο που η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει αυτή την αντίληψη της προόδου μιας κοινωνίας.
Γι’ αυτό και έχει επιδοθεί σε μια αναδρομική επίθεση στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, επειδή στη θητεία της είχε μικρότερο αριθμό κρατουμένων από την τωρινή κυβέρνηση.
Στην δήθεν «σοβαρή» εκδοχή αυτής της πολεμικής, αυτό γίνεται μέσα από την παρουσίαση στοιχείων για το πόσο περισσότεροι είναι οι κρατούμενοι στις ελληνικές φυλακές σήμερα, όπως έκανε με ανάρτησή του ο Άκης Σκέρτσος. Στη μη «σοβαρή» εκδοχή έχουμε τον Άδωνι Γεωργιάδη να κατηγορεί, στο πλαίσιο μιας χυδαίας θεωρίας συνωμοσίας, την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για χρηματισμό σε σχέση με τις αλλαγές στους ποινικούς κώδικες, παρότι είναι γνωστό ότι οι αλλαγές αυτές είχαν συζητηθεί για πολλά χρόνια και είχαν διακομματική συναίνεση.
Προσοχή: η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατηγορεί την κυβέρνηση Τσίπρα ότι είχε μικρότερο αριθμό κρατουμένων, όχι ότι είχε χειρότερους δείκτες εγκληματικότητας, ή ότι είχε περισσότερα σοβαρά αδικήματα, ή ότι οι πολίτες τότε αισθάνονταν μεγαλύτερη ανασφάλεια. Αυτό που την κατηγορεί είναι ότι δεν είχε μεγάλο αριθμό κρατουμένων.
Και αυτό μας λέει πολλά για το πώς συμπεριφέρεται πολιτικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Δεν συζητάει ποτέ για την ουσία ενός προβλήματος, αλλά για τη διάσταση που θέλει να «πουλήσει» στο ακροατήριό της, ακόμη και εάν συσκοτίζει το πρόβλημα.
Η κυβέρνηση δεν θέλει να μιλήσει για το εάν υποχωρεί η εγκληματικότητα ή εάν αυξάνεται. Ούτε θέλει να συζητήσει για το τι προκαλεί την εγκληματικότητα και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί στο μέλλον. Και σίγουρα είναι έξω από τη λογική της ότι ο σωφρονισμός σκοπό έχει την επανένταξη των κρατουμένων στην κοινωνία και μια δεύτερη ευκαιρία.
Όχι, το μόνο που θέλει να προσφέρει η κυβέρνηση είναι μια εικόνα «αυστηρότητας» απέναντι στο έγκλημα, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει να αυξάνει τον αριθμό των κρατουμένων και τον μέσο χρόνο παραμονής στη φυλακή και συνακόλουθα την πιθανότητα οι άνθρωποι αυτοί να γίνουν εγκληματίες δια βίου.
Εάν δεσμευόταν από την ευρωπαϊκή πολιτική πάνω στο θέμα, είμαι σίγουρος ότι θα είχε ανοίξει τη συζήτηση για τη θανατική ποινή, ακριβώς σε μια προσπάθεια να προσφέρει μια ψευδαίσθηση «ασφάλειας».
Αυτό έχει να κάνει με κάτι που χαρακτηρίζει συνολικά τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις σήμερα. Ανίκανες να προσφέρουν πραγματικό αίσθημα κοινωνικής ασφάλειας, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι έπρεπε να ανασυγκροτήσουν το κοινωνικό κράτος, να αυξήσουν μισθούς και συντάξεις, και να υπερασπιστούν την εργασία απέναντι στην επισφάλεια, αυτό που κάνουν είναι να προσφέρουν μια εικόνα «ασφάλειας» κυρίως γύρω από μια διαρκή αυστηροποίηση της ποινικής νομοθεσίας και μια γενική αύξηση των ποινών.
Αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις συνδυαζόταν με την «κατασκευή απειλών», όπως για παράδειγμα έκανε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τα «Εξάρχεια» και τις «καταλήψεις», ουσιαστικά προσφέροντας ένα θέαμα δήθεν επιβολής της ασφάλειας, που απευθυνόταν σε ένα κοινό που συχνά δεν είχε άμεση γνώση των ζητημάτων αυτών.
Βεβαίως, η πολιτική υποκρισία αυτών των επιλογών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η ίδια η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία για να εξασφαλίσει την ασυλία δικών της υπουργών που είχαν εμπλοκή σε μεγάλα σκάνδαλα. Κοντολογίς, η ποινική αυστηρότητα πάει περίπατο όταν μιλάμε για στελέχη της Νέας Δημοκρατίας.
Η αντιεγκληματική πολιτική – που στην πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να είναι και μια κοινωνική πολιτική και να αναμετριέται με τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες και τις μορφές κοινωνικού αποκλεισμού – είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στα χέρια μιας κυβέρνησης που είναι έτοιμη να επιλέξει ακόμη και την κοινωνική οπισθοδρόμηση για να εκμεταλλευτεί την ανασφάλεια των πολιτών που η ίδια προκαλεί με τις πολιτικές της.
Πηγή – in.gr










