Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 23°
Απόψεις

Προοδευτική πολιτική δεν είναι η «τέχνη του εφικτού», αλλά η ικανότητα για τις ανατροπές που χρειάζεται η χώρα

Για χρόνια η φράση «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» παρουσιάστηκε ως η υποχρεωτική αφετηρία κάθε «σοβαρού» πολιτικού και κάθε «υπεύθυνης» πολιτικής δύναμης. Ουσιαστικά, αυτό που έλεγε δεν ήταν ότι προφανώς και κάθε…

26 Οκτωβρίου 2026 · 07:00

         

Για χρόνια η φράση «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού» παρουσιάστηκε ως η υποχρεωτική αφετηρία κάθε «σοβαρού» πολιτικού και κάθε «υπεύθυνης» πολιτικής δύναμης.

Ουσιαστικά, αυτό που έλεγε δεν ήταν ότι προφανώς και κάθε κόμμα ή πολιτικός πρέπει να υπόσχονται αυτά που όντως μπορούν να καταφέρουν. Αλλά ότι «σωστή» πολιτική είναι αυτή που δεν ξεφεύγει από τα όρια των πολιτικών που θεωρούνται ότι είναι «συνετές».

Στην πράξη σήμαινε πολιτικές που να μην αποκλίνουν από τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας που απαιτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση – κανόνες που παρεμπιπτόντως όχι μόνο δεν συζήτησε πραγματικά η Ευρώπη αλλά και πλέον συστηματικά ανέχεται να παραβιάζονται –, που να μην ενοχλούν τις «αγορές», δηλαδή τις μεγάλες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων που κατά βάση ενδιαφέρονται να έχουν άμεσα κέρδη και εύκολα μετακινούν πόρους από τη μία χώρα στην άλλη, και βέβαια να προσυπογράφουν πλήρως μια πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, λιτότητας και ελαστικών εργασιακών σχέσεων για τους μισθωτούς, φοροαπαλλαγών και κάθε είδους διευκολύνσεων για τους εργοδότες και τον μεγάλο πλούτο.

Όλο αυτό καλλιεργήθηκε συστηματικά όχι μόνο σε επίπεδο πολιτικών τοποθετήσεων, αλλά και μέσα από την αναπαραγωγή του στη δημόσια σφαίρα, από διάφορους δημοσιολογούντες, λιγότερο ή περισσότερο σοβαρούς.

Τότε ήταν που διαμορφώθηκε και ο μπαμπούλας του «λαϊκισμού», ως της ρετσινιάς για οποιονδήποτε, πολιτικό πρόσωπο ή κόμμα, διεκδικούσε μια διαφορετική πολιτική.

Προφανώς και κανείς δεν θέλει πολιτικούς που να υπόσχονται πράγματα που είναι εξαρχής ανέφικτα ή ανεδαφικά. Όμως, δεν υπάρχει κοινωνική πρόοδος με πολιτικούς που αρνούνται εξαρχής οποιαδήποτε δυνατότητα να αλλάξουν τα πράγματα, δηλαδή πολιτικούς που τελικά υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη προόδου.

Και αυτή η ανάγκη είναι πολύ μεγαλύτερη σε εποχές που χρειάζονται βαθιές τομές και ανατροπές. Αυτή τη στιγμή ένα ολόκληρο κοινωνικό και οικονομικό πρότυπο που κυριαρχεί εδώ και χρόνια στην Ευρώπη (και όχι μόνο) και που στην Ελλάδα μας επιβλήθηκε με τα μνημόνια (γιατί η συμφωνία για αυτά ήταν να πάρουμε δάνεια αναλαμβάνοντας τη δέσμευση για τις διαβόητες «μεταρρυθμίσεις»), περνάει μια βαθιά κρίση.

Οικονομικά αυτή η εκδοχή νεοφιλελευθερισμού δεν έχει συνεισφέρει στην ανάπτυξη και η στασιμότητα κυριαρχεί – η χώρα μας έχει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, κυρίως γιατί ακόμη ανακάμπτει από την περίοδο της κρίσης. Παρά τους μεγάλους πόρους των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, υπάρχουν προβλήματα στις υποδομές, ιδίως απέναντι στην κλιματική καταστροφή. Το κοινωνικό κράτος, αυτό που σε μεγάλο βαθμό εξασφάλισε ότι η Ευρώπη διατήρησε ένα βαθμό κοινωνικής συνοχής, βρίσκεται σε ανοιχτή κρίση και αντιμετωπίζεται ως απλό κόστος που πρέπει να περικοπεί. Οι καλά αμειβόμενες θέσεις στη βιομηχανία ολοένα και περισσότερο αντικαθίστανται από χειρότερα αμειβόμενες και πιο επισφαλείς θέσεις στις υπηρεσίες. Η εκπαίδευση, ένα πεδίο για το οποίο η Ευρώπη πάντα υπερηφανευόταν, σήμερα αντιμετωπίζει αλλεπάλληλα κύματα υποχρηματοδότησης την ώρα που έχει πάψει να λειτουργεί ως μηχανισμός ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, εξ ου και η εμφάνιση μεγάλων κινημάτων νεολαίας. Η δημοκρατική ανεκτικότητα και το κράτος δικαίου ολοένα και περισσότερο υπονομεύονται καθώς οι «συστημικές δυνάμεις» υποκλίνονται στην ατζέντα της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού.

Εάν τα πράγματα είναι έτσι στην Ευρώπη, και ακόμη χειρότερα ίσως στην Ελλάδα ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε είναι σαφές ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτό που η κυβέρνηση προσπαθεί χρόνια τώρα να μας πείσει ότι είναι «εφικτό».

Δεν μπορεί η συζήτηση να περιοριστεί στη λογική ότι η μόνη «εφικτή» πολιτική είναι τα υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα και ότι οποιαδήποτε μέτρο ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στην έκρηξη της ακρίβειας θα οδηγήσει σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Δεν μπορεί η κουβέντα για τη φορολογία να περιοριστεί στην εμμονή ότι μόνη «εφικτή» φορολογική πολιτική είναι φοροαπαλλαγές για τα υψηλά εισοδήματα και αυξημένοι έμμεσοι φόροι για τα λαϊκά στρώματα, ούτε μπορεί να αντιμετωπίζει την αναδιανομή ως καταστροφή.

Δεν μπορεί η πολιτική για τα δημόσια αγαθά, την υγεία και την παιδεία να κινηθεί στον «εφικτό» μονόδρομο της παραπέρα άμεσης και έμμεσης ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει να ενισχύονται κομπογιαννίτες και σουπερμάρκετ πτυχίων.

Δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική να θεωρεί ότι «εφικτή» είναι μόνο η προσπάθεια να είμαστε «με τη σωστή πλευρά της ιστορίας», χωρίς δικές μας πρωτοβουλίες και χωρίς πολυδιάστατες συμμαχίες και συνεργασίες.

Πάνω από όλα δεν μπορούμε και δεν πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι το μόνο εφικτό σήμερα είναι απλώς η διαχείριση μιας πορείας που όλο και περισσότερο κάνει τη χώρα μας μια κοινωνία μειωμένων προσδοκιών που μετατοπίζεται ολοένα και περισσότερο στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί οποιαδήποτε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα προβλήματα της χώρας, από την ακρίβεια και την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος έως την ανησυχία για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή, απαιτεί μεγάλες αλλαγές και ανατροπές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτήσει και συγκρούσεις με όλα τα συμφέροντα που «βολεύτηκαν» τόσα χρόνια με τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά η κυβέρνηση. Αυτό εξηγεί και γιατί επίμονα και συστηματικά αρνείται να μπει στη συζήτηση επί της ουσίας για το τι είδους πολιτικές χρειάζεται η χώρα σήμερα και προτιμά να αναπαράγει τη μυθολογία ότι οποιαδήποτε άλλη πολιτική δεν είναι απλώς «ανέφικτη», αλλά και επικίνδυνη γιατί μπορεί να οδηγήσει στο «χάος».

Όμως, είναι γελασμένη εάν πιστεύει ότι οι πολίτες σήμερα φοβούνται την αλλαγή. Το ακριβώς αντίθετο, εάν κάτι αναζητούν είναι πολιτικές δυνάμεις και προτάσεις που να εκπροσωπήσουν την ικανότητα πραγματικών αλλαγών στο κράτος, την οικονομία και την κοινωνία.

Αν κάτι αποζητούν οι πολίτες δεν είναι η σιγουριά του «εφικτού», ούτε πολύ περισσότερο η αναπαραγωγή της τωρινής κατάστασης, δηλαδή η διατήρηση όλων των λόγων που σήμερα οδηγούν σε τόσο βαθιά δυσαρέσκεια και αγανάκτηση την κοινωνία. Αυτό που αναζητούν είναι την πολιτική δύναμη που θα αποδείξει ότι μπορεί να υπάρξει μια άλλη διακυβέρνηση, που να κάνει πράξη τις αλλαγές και τις ανατροπές, τις ρήξεις και τις τομές που έχει ανάγκη η χώρα για να ξεκολλήσει από τον σημερινό κατήφορο. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις που θέλουν να εκπροσωπήσουν την αλλαγή δεν πρέπει να φοβηθούν να πουν ότι φέρνουν την ανατροπή και ότι έχουν το σχέδιο και το πρόγραμμα, την πολιτική βούληση και τα εργαλεία πολιτικής για να την κάνουν πράξη.

Σε τελική ανάλυση, εάν κάτι είναι ανέφικτο, αυτό δεν είναι η αλλαγή. Πραγματικά ανέφικτη είναι μόνο η συνέχιση της σημερινής κατάστασης. Αντιθέτως, η αλλαγή και αναγκαία είναι και εφικτή.

Πηγή – in.gr

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.