ΕλλάδαΠοιητική πραγματεία για τον πόνο
Παντελής Μπουκάλας, «Είκοσι», εκδόσεις Άγρα, 2026. Το πόσο επώδυνα, πόσο βασανιστικά, πόσο σκληρά βίωσε την απώλεια του εικοσάχρονου γιού του Σπύρου σε τροχαίο δυστύχημα με μηχανή ο Παντελής Μπουκάλας, φαίνεται κι από το γεγονός…
2 Νοεμβρίου 2026 · 06:36
Παντελής Μπουκάλας, «Είκοσι», εκδόσεις Άγρα, 2026.
Το πόσο επώδυνα, πόσο βασανιστικά, πόσο σκληρά βίωσε την απώλεια του εικοσάχρονου γιού του Σπύρου σε τροχαίο δυστύχημα με μηχανή ο Παντελής Μπουκάλας, φαίνεται κι από το γεγονός ότι χρειάστηκαν 15 χρόνια για να μιλήσει γι’ αυτή και να μεταπλάσει αισθητικά την προσωπική του οδύνη, την οικογενειακή του συντριβή, σε ποίηση και συγκεκριμένα στην πολυσέλιδη συλλογή «Είκοσι».
Ο πόνος, είναι η πεμπτουσία όλου του βιβλίου. Και προσδιορίζεται από το εναρκτήριο ποίημα, με διαστάσεις βαθιά ουμανιστικές και στο ρυθμό ενός λυγμού: «Σε κλείνει μέσα σ’ ένα αν / η μοίρα – καν αδιάφορη – / σε πνίγει / μέσα στο ας σε κονιορτοποιεί /Αν ας αν ας αν ας αν ας αν ας / ανάσα μου / ανάσα μου που κόπηκες / στα ωραία εικοσί σου…». (σελ. 11)
Αυτό το αργόσυρτο θρηνητικό μοιρολόι δεν μπορούσε παρά να βρει αποκούμπι, δεν μπορούσε παρά να στηριχτεί στη βαθύρριζη δημοτική ποίηση. Μια ποίηση στην οποία έχει εντρυφήσει ο Π. Μπ. για δεκαετίες, ως μελετητής και κριτικός: «Αυτόν τον νιο που κίνησε να ρθεί στον Κάτω Κόσμο / μην τον αφήσεις μοναχό, μα να μου τον προσέχεις. / Γιατί είναι νιος, κι ειν’ άμαθος, δεν ξέρει από σκοτάδι, / δεν ξέρει από παγωνιά κι από το μαύρο χώμα». (σελ. 13) Ο ποιητής, την ίδια ώρα, αντλεί ανάσες από τους τεθνεώτες γονείς του. Αναζητά βάλσαμο στη γονική στοργή: «Μάνα μου, να τον νοιάζεσαι, πατέρα, αγκάλιασέ τον, / να’ ναι ο κανακάρης σας, να μην του λείψει η αγάπη, / γιατί δεν την εχόρτασε στον κόσμο τον απάνω». (σελ. 13)
Το συνθετικό αυτό ποίημα προσλαμβάνει στη συνέχεια και πολυφωνικό χαρακτήρα, καθώς υπάρχει εναλλαγή ρόλων είτε ως προς τον αποδέκτη της ποιητικής σπονδής, είτε ως προς τον αφηγητή. Το λόγο παίρνει και ο νεκρός γιος απευθυνόμενος στην μάνα του: «Να κλαις κι όλα τα δάκρυα να φτάνουν εδώ κάτω, να νίβομαι, να λούζομαι, να λέω είναι Σαββάτο, / θα πάω να βρω τους φίλους μου, να βγούμε στο σεργιάνι, / και να το τραγουδήσουμε πως Χάρος δεν μας φτάνει». (σελ. 15)
Βέβαια, την αφηγηματική σκυτάλη, πιο συχνά απ’ όλους, λαμβάνει ο πατέρας – ποιητής, απευθυνόμενος στον εκδημήσαντα γιο του. Με πικρό παράπονο, μέμφεται τη ζωή που χαίρεται, ενώ ο γιός του όχι: «Κρυώνεις, γιε και καλογιέ, παγώνεις μες στο χώμα. / Κι εγώ να ζω και ν’ απορώ, να θλίβομαι, να ντρέπομαι, πουλί μου, / να ντρέπομαι για τη φωνή και την αναπνοή μου». (σελ. 16)
Οι κραυγές πόνου σ’ όλο το βιβλίο είναι διάσπαρτες και σπαρακτικές. Δεν είναι όμως συνθλιπτικά σπαραξικάρδιες διότι τις περισώζει, τις ανυψώνει το βαθύ αισθητικό στίγμα του ποιητή. Εδώ μια κραυγή πόνου και με ενοραματικούς κραδασμούς: «Μεμιάς τους χάρισες όλους τους οβολούς σου, / σπαταλάκο μου; / Τι βιάστηκες, κλωνάρι μου, / να ξεκορμίσεις;». (σελ. 27)
Ο Π. Μπ. καθολικεύει το προσωπικό πικρό βίωμά του. Οι σκέψεις και τα συμπεράσματά του είναι οδηγίες – συντεταγμένες προς ναυτιλλομένους στον πόνο, τη θλίψη και την απώλεια: «Το τρέμω / το κτήνος / που γίνεται / ο άνθρωπος / για ν’ αντέξει. / Που πρέπει / να γίνει. / Το τρέμω. / Το μισώ. / Και το σιχαίνομαι. / Το ευγνωμονώ». (σελ. 28) Κι οι τύψεις που ολοένα τον θλίβουν, τον συνθλίβουν και τον πονούν: «Σε κάποιο εδώ, / σε κάποιο τώρα, / με το χαμόγελο παράνομο / κι αμαρτωλό / κι όμως να υπάρχει». (σελ. 29-30)
Η καθολίκευση, η υπέρβαση, η σύνοψη, η συναγωγή συμπερασμάτων, με φιλοσοφική και ποιητική μέθεξη, είναι παρούσες σ’ όλη τη συλλογή: «Μοιρολόι / Αλβανικό; / Ηπειρώτικο; / Λες κι έχει Ιθαγένεια ο πόνος / και πατρίδα ο θάνατος …». (σελ. 38)
Και όπως συμβαίνει συχνά στη δημοτική ποίηση, ο ποιητής απευθύνει συχνά το λόγο στα θεία. Ένα λόγο – κατηγορητήριο, γεμάτο πόνο και πίκρα: «Γιατί καλά το λέει το τραγούδι / πως ο Θεός που ‘ναι Θεός λυπάται και τα ξύλα / Μόνο δεν λέει πως η πολλή η λύπη του / τα καίει / τ’ απανθρακώνει … / …Και σε κατέκαψε. / Που να καεί απ’ το κλάμα μας / η πανανυπαρξία του». (σελ. 40)
Ο Π. Μπ. αναπαράγει και τις εύθυμες, τις χαρούμενες, τις αστείες στιγμές με τον γιο του. Η συλλογή δεν εγκιβωτίζει μόνο τη θλίψη και τον πόνο, το θρήνο, την οδύνη. Συνιστά και αγαλλίαση της μνήμης με βάλσαμο τις εύθυμες, τις ευτράπελες στιγμές της ζωής: «Άστα τα πονηρά. Τι ώρα θα γυρίσεις;’ / ‘Αργάμισι / και βγάλε την ομοιοκαταληξία / απ’ το μυαλό σου’». (σελ. 48)
Ο ποιητής αντικειμενικοποιεί τον εαυτό του με τα πράγματα που αγαπούσε ο γιος του. Όταν δεν μεταβάλλει τον γιό του, μεταβάλλεται ο ίδιος: «Να’ μουν η πρώτη μπίρα σου / Το πρώτο σου μεθύσι / Το τραγούδι που δίσταζες / Ο χορός που δεν κίνησες / Χορδή που να μη σπάσει ποτέ… / …Ο θάνατός σου να ‘μουν και να πέθαινα. / εγώ να πέθαινα / ζωούλα μου». (σελ. 70-71)
Το ποίημα του Π. Μπ. «Είκοσι» μου θύμισε το ομόθεμο του Κωστή Παλαμά «O τάφος», που γράφτηκε σχεδόν ενάμιση αιώνα προηγουμένως για τον τετράχρονο Άλκη: «Άφκιαστο κι αστόλιστο/ του Χάρου δε σε δίνω / Στάσου με τ’ ανθόνερο / την όψη σου να πλύνω…». Μακάρι να μη χρειαζόταν να γραφτούν μήτε το ένα, μήτε το άλλο. Έτσι όμως ο Άλκης μα και ο Σπύρος έζησαν και θα ζουν και μετά την εποχή τους.
g.frangos@cytanet.com.cy
Πηγή – Φιλελεύθερος









