Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο PLOS Medicine και εξέτασε τη σχέση διαφορετικών χαρακτηριστικών του ύπνου με τη μελλοντική υγεία. Σύμφωνα με το Medical News Today, τα ευρήματα δείχνουν ότι σημασία έχει όχι μόνο πόσες ώρες κοιμόμαστε, αλλά και η συνέχεια και η σταθερότητα του ύπνου.
Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης. Οι συσχετίσεις που καταγράφηκαν δεν αποδεικνύουν ότι η αύξηση του ύπνου REM προλαμβάνει τις συγκεκριμένες ασθένειες.

Τι έδειξαν οι καταγραφές

Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 95.559 συμμετέχοντες της UK Biobank, με μέση ηλικία τα 56,2 έτη. Οι συμμετέχοντες φορούσαν επιταχυνσιόμετρα στον καρπό για μία εβδομάδα και στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν για διάμεσο διάστημα 8,9 ετών.
Από τα δεδομένα κίνησης οι επιστήμονες εκτίμησαν τη συνολική διάρκεια και τα στάδια του ύπνου, καθώς και τον χρόνο εγρήγορσης μέσα στη νύχτα. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν προέρχονταν από άμεση καταγραφή της εγκεφαλικής δραστηριότητας, όπως συμβαίνει σε μια εργαστηριακή εξέταση ύπνου.
Μεγαλύτερη διάρκεια ύπνου REM συνδεόταν με χαμηλότερο κίνδυνο για 83 παθήσεις, μεταξύ αυτών η καρδιακή ανεπάρκεια, η υπέρταση, η κολπική μαρμαρυγή, η ισχαιμική καρδιοπάθεια, η πολλαπλή σκλήρυνση και οι άνοιες. Περισσότερος βαθύς ύπνος συνδεόταν με χαμηλότερο κίνδυνο για επτά παθήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονταν ο διαβήτης τύπου 2, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η υπνική άπνοια και η νόσος του Πάρκινσον.

Η διάρκεια και οι διακοπές του ύπνου

Μεγαλύτερη συνολική διάρκεια ύπνου συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο για 50 παθήσεις, μεταξύ αυτών ο διαβήτης τύπου 2. Στο συγκεκριμένο δείγμα, όσοι κοιμούνταν έξι έως οκτώ ώρες εμφάνιζαν συνολικά τον χαμηλότερο κίνδυνο προβλημάτων υγείας.
Το εύρημα αυτό δεν αποτελεί νέα σύσταση για όλους τους ενήλικες ούτε αντικαθιστά τις συνήθεις οδηγίες για επτά έως εννέα ώρες ύπνου. Οι ακανόνιστες διάρκειες ύπνου από νύχτα σε νύχτα συνδέονταν με αυξημένο κίνδυνο άγχους, κοιλιακού πόνου και μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής. Παράλληλα, περισσότερος χρόνος εγρήγορσης μετά το αρχικό αποκοιμήσιμο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο έξι παθήσεων, μεταξύ αυτών η οστεοαρθρίτιδα και διαταραχές που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι ορισμένες σχέσεις μπορεί να λειτουργούν αντίστροφα: μια πάθηση μπορεί να διαταράσσει τον ύπνο πριν ακόμη διαγνωστεί. Η κατάθλιψη, για παράδειγμα, συχνά συνοδεύεται από προβλήματα ύπνου.

Σταθερή ώρα αφύπνισης και ήρεμο υπνοδωμάτιο

Μιλώντας στο Medical News Today, ο γιατρός οικογενειακής ιατρικής Σκοτ Νας, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, συνέστησε σταθερή ώρα αφύπνισης, ακόμη και τα Σαββατοκύριακα, καθώς και έκθεση στο φυσικό πρωινό φως. Πρότεινε επίσης, όταν κάποιος παραμένει ξύπνιος και αγχώνεται στο κρεβάτι, να σηκώνεται για 15 έως 20 λεπτά, να πηγαίνει σε έναν ήσυχο χώρο με χαμηλό φωτισμό και να επιστρέφει όταν νιώσει ξανά υπνηλία. Η νευροεπιστήμονας και ειδικός ύπνου Τσέλσι Ρόρσαϊμπ, η οποία επίσης δεν συμμετείχε στην έρευνα, τόνισε τη σημασία ενός σκοτεινού, ήσυχου και δροσερού υπνοδωματίου. Συνέστησε χαλαρωτικές δραστηριότητες για 30 έως 60 λεπτά πριν από τον ύπνο, όπως διάβασμα, ήρεμη μουσική ή ένα ζεστό μπάνιο. Πρότεινε επίσης αποφυγή οθονών την τελευταία ώρα πριν από την κατάκλιση, καφεΐνης μετά τις 15:00 και βαριών γευμάτων τις δύο ώρες πριν από τον ύπνο.