Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 22°
Απόψεις

Οι ιδιοκτήτες του «Όχι»

Κάθε χρόνο, καθώς πλησιάζει η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και της έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, ξεκινούν οι γνωστές αντιπαραθέσεις για το ποιος πραγματικά είπε το «Όχι» και ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην απόρριψη του ιταλικού…

28 Οκτωβρίου 2026 · 10:08

Κάθε χρόνο, καθώς πλησιάζει η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και της έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, ξεκινούν οι γνωστές αντιπαραθέσεις για το ποιος πραγματικά είπε το «Όχι» και ποιοι παράγοντες συνέβαλαν στην απόρριψη του ιταλικού τελεσιγράφου και στην απώθηση των ιταλικών στρατευμάτων.

Πυρήνας της αντιπαράθεσης είναι ο ρόλος του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά και του καθεστώτος του. Γύρω από αυτόν ξεδιπλώνεται το μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος συνέβαλε στη στρατιωτική επικράτηση των Ελλήνων απέναντι στην ιταλική εισβολή και ποιος σήκωσε το βάρος της αντίστασης;

Το καθεστώς Μεταξά

Το καθεστώς Μεταξά ήταν, πέραν πάσης αμφιβολίας, φασιστικό και αυταρχικό. Επέβαλε τη δικτατορία αντιδημοκρατικά, με τη στήριξη του βασιλιά, και εμπνεόταν ιδεολογικά από τα φασιστικά καθεστώτα της Ευρώπης. Κατήργησε την ελευθερία του Τύπου, καταδίωξε τα δημοκρατικά στοιχεία και, με ιδιαίτερη σφοδρότητα, τους κομμουνιστές, με φυλακίσεις, εξορίες και βασανιστήρια.

Στην εξωτερική πολιτική, ωστόσο, ακολουθούσε τη λογική της realpolitik. Ο Μεταξάς υποστήριζε την ουδετερότητα της Ελλάδας, γνωρίζοντας ότι μια προσχώρηση στον Άξονα θα άφηνε τη χώρα, με τη μεγάλη ακτογραμμή της, εκτεθειμένη στη βρετανική ναυτική υπεροχή στο Αιγαίο και στην ευρύτερη Μεσόγειο. Παράλληλα, έχοντας βιώσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πίστευε ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία θα επικρατούσε και πάλι λόγω του ισχυρού ναυτικού της και των αποικιών της.

Οι ιδεολογικές του συγγένειες δεν τον εμπόδιζαν να ενεργεί κυνικά όταν το απαιτούσαν τα συμφέροντά του. Στον Ισπανικό Εμφύλιο, το καθεστώς επέτρεψε τη μυστική προμήθεια των Δημοκρατικών με πολεμικό υλικό μέσω του Μποδοσάκη, επιδιώκοντας οικονομικά και συναλλαγματικά οφέλη.

Οι στρατιωτικές προετοιμασίες

Στη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας, το εμβληματικό έργο του καθεστώτος ήταν η Γραμμή Μεταξά. Το σύστημα αυτό οχυρώσεων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ακολουθούσε την αντίληψη των μεγάλων οχυρωματικών έργων που κατασκευάζονταν στην Ευρώπη, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Γραμμή Μαζινό. Για την κατασκευή του δαπανήθηκαν τεράστια ποσά, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν διατεθεί για σύγχρονα αεροσκάφη, τεθωρακισμένα και άλλα μέσα που θα ενίσχυαν τη μηχανοκίνηση του ελληνικού στρατού. Παρά την ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών της κατά τη γερμανική εισβολή, η γραμμή παρακάμφθηκε μέσω της Γιουγκοσλαβίας, όπως είχε παρακαμφθεί και η Γραμμή Μαζινό.

Παρά τα οχυρωματικά έργα που πραγματοποιήθηκαν, παρέμεναν σοβαρές ελλείψεις: ο στρατός στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό σε παλαιότερο υλικό αυστριακής και γερμανικής προέλευσης, ενώ η μηχανοκίνηση και τα αντιαρματικά μέσα ήταν περιορισμένα, τα δε άρματα μάχης ανύπαρκτα. Οι περιορισμένες αγορές σύγχρονων αεροσκαφών και αντιτορπιλικών δεν αρκούσαν για να εξαλείψουν τις αδυναμίες της αεροπορίας και του ναυτικού, που διέθεταν κυρίως διπλάνα και σκάφη επιφανείας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο χαρακτήρας του τελεσιγράφου

Το τελεσίγραφο του Μουσολίνι δεν ήταν πρόταση συμμαχίας. Απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων και την κατάληψη απροσδιόριστων στρατηγικών σημείων της ελληνικής επικράτειας. Η αποδοχή του θα σήμαινε ουσιαστική υποταγή της χώρας και εκχώρηση της εθνικής της κυριαρχίας.

Καμία ηγεσία, δημοκρατική ή μη, δεν θα μπορούσε να δεχθεί ένα τέτοιο τελεσίγραφο, που κατέλυε ουσιαστικά την ύπαρξή της. Ακόμη και η Αλβανία, ήδη εξαρτημένη πολιτικά και οικονομικά από την Ιταλία, δεν αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα την προσάρτησή της. Τον Απρίλιο του 1939, οι ολιγάριθμες αλβανικές δυνάμεις προέβαλαν αντίσταση στην ιταλική εισβολή.

Παράλληλα, παρά τον ισχυρισμό ότι ο Μεταξάς συσπείρωσε γύρω του όλα τα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, η εθνική ενότητα δεν υπηρετούνταν από τον ίδιο. Στο στράτευμα παρέμεναν οι συνέπειες της διαμάχης βασιλικών και βενιζελικών, ενώ οι κομμουνιστές βρίσκονταν στις φυλακές και στις εξορίες. Έμπειροι αξιωματικοί παρέμεναν απότακτοι ή εξόριστοι. Ανάμεσά τους ο Στέφανος Σαράφης, μετέπειτα στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, και ο Ευριπίδης Μπακιρτζής, των οποίων τα αιτήματα να συμμετάσχουν στον πόλεμο δεν έγιναν δεκτά. Αντίστοιχα αιτήματα υπέβαλαν και φυλακισμένοι κομμουνιστές, όμως οι πολιτικοί αποκλεισμοί του καθεστώτος παρέμειναν ενεργοί.

Η μετέπειτα στάση μέρους της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας του καθεστώτος απέναντι στον κατακτητή φάνηκε με την αυθαίρετη συνθηκολόγηση και τη συγκρότηση της δωσιλογικής κυβέρνησης υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ακόμη και η εξόριστη κυβέρνηση Τσουδερού προχώρησε στην απομάκρυνση προβεβλημένων στελεχών της μεταξικής δικτατορίας, όπως ο Μανιαδάκης και ο Νικολούδης.

Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του «Όχι»

α) Ο λαϊκός παράγοντας

Σε έναν πόλεμο, οι επιλογές της πολιτικής ηγεσίας δύσκολα μπορούν να διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς λαϊκή υποστήριξη. Αντιθέτως, ακόμη και όταν η βούληση ή η δυνατότητα της ηγεσίας να αντισταθεί καμφθεί, η λαϊκή αντίσταση μπορεί να συνεχίσει τον αγώνα με άλλα μέσα: ανταρτοπόλεμο, σαμποτάζ, παθητική αντίσταση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελεί η Γιουγκοσλαβία. Παρότι ο στρατός της κατέρρευσε γρήγορα απέναντι στην εισβολή υπέρτερων δυνάμεων του Άξονα, αναπτύχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα αντάρτικα κινήματα της κατεχόμενης Ευρώπης, υπό τον Τίτο.

Διαφορετική υπήρξε αρχικά η περίπτωση της Γαλλίας, όπου η συνθηκολόγηση και το κύρος του Πετέν δυσχέραναν την ανάπτυξη της αντίστασης. Ωστόσο, η γαλλική Αντίσταση οργανώθηκε και αναπτύχθηκε πριν από το 1944, αμφισβητώντας τόσο τον κατακτητή όσο και το καθεστώς του Βισύ.

Στην Ελλάδα, η ανάγκη του καθεστώτος να απορρίψει το ιταλικό τελεσίγραφο συμβάδιζε με τις επιθυμίες του ελληνικού λαού. Η αθρόα ανταπόκριση στην επιστράτευση και η στήριξη των ενόπλων δυνάμεων με κάθε διαθέσιμο μέσο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόκρουση της εισβολής. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η βοήθεια των τοπικών πληθυσμών της Ηπείρου στον ανεφοδιασμό των μονάδων σε εξαιρετικά δύσβατες περιοχές.

Όμως ο λαϊκός παράγοντας, στην προκειμένη περίπτωση, δεν περιορίστηκε στη στήριξη του στρατού, αλλά συμμετείχε ενεργά στον ένοπλο αγώνα. Αυτό φάνηκε στη Μάχη της Κρήτης, που αποτέλεσε μία από τις πρώτες και πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις μαζικής συμμετοχής του άμαχου πληθυσμού στον ένοπλο αγώνα απέναντι στους κατακτητές. Ο κρητικός λαός, με παλιά τουφέκια, τους θρυλικούς γκράδες, αυτοσχέδια όπλα, ακόμη και αγροτικά εργαλεία, επιτέθηκε στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Οι κατακτητές απάντησαν με φρικαλέα αντίποινα, μαζικές εκτελέσεις και καταστροφές χωριών. Η κατάρρευση του μετώπου δεν σήμαινε αυτόματα και το τέλος του αγώνα.

β) Το ορεινό ανάγλυφο και οι ιταλικές παλινωδίες

Το ορεινό ανάγλυφο της Ηπείρου, με την οροσειρά της Πίνδου να κυριαρχεί, δυσχέραινε τις κινήσεις μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών και τη χρήση αρμάτων μάχης. Οι λίγοι δρόμοι, τα στενά περάσματα και οι περιορισμένες δυνατότητες ανεφοδιασμού ευνοούσαν τον αμυνόμενο. Η ιταλική ηγεσία υποτίμησε τη βούληση του ελληνικού λαού να αντισταθεί. Προσδοκούσε μια γρήγορη διάσπαση του μετώπου στην Ήπειρο και προέλαση στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς να έχει εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για έναν παρατεταμένο ορεινό πόλεμο. Παράλληλα, οι αντίξοες καιρικές συνθήκες περιόρισαν τις αναγνωριστικές αποστολές και την υποστήριξη των χερσαίων στρατευμάτων από την ιταλική αεροπορία.

γ) Οι άσημοι ήρωες

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος έχει χαρακτηριστεί και «πόλεμος των εφέδρων ανθυπολοχαγών». Στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν νέοι έφεδροι αξιωματικοί —ανθυπολοχαγοί, υπολοχαγοί και λοχαγοί— που κλήθηκαν να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις, ιδιαίτερα τις πρώτες εβδομάδες, όσο η επιστράτευση συνεχιζόταν και οι μονάδες του μετώπου περίμεναν ενισχύσεις.

Σε δύσκολες συνθήκες, αποφάσισαν να κρατήσουν τις θέσεις τους μέχρις εσχάτων και καθοδήγησαν τους στρατιώτες τους απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις σε αναλογία 1 προς 3. Το Γενικό Στρατηγείο, υπό τον Παπάγο, διηύθυνε τον πόλεμο από την Αθήνα, με έδρα το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», μακριά από το μέτωπο. Επιπλέον, ο στρατηγός Παπάγος εκτιμούσε ότι η κύρια επίθεση θα εκδηλωνόταν με κατεύθυνση τα Ιωάννινα και τη δυτική Μακεδονία, θεωρώντας απροσπέλαστη την οροσειρά της Πίνδου. Έτσι, στο πεδίο, η εφαρμογή των σχεδίων και πολλές άμεσες αποφάσεις άμυνας, σύμπτυξης ή αντεπίθεσης βάρυναν τους τοπικούς διοικητές των μαχόμενων μονάδων.

Σε αυτούς τους μεσαίους και κατώτερους αξιωματικούς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η ελληνική νίκη. Πολλοί από αυτούς έχουν λησμονηθεί. Αξίζει, λοιπόν, μια ιδιαίτερη αναφορά.

Κωνσταντίνος Δαβάκης

Ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης ηγήθηκε του Αποσπάσματος Πίνδου. Με περίπου 2.000 στρατιώτες κλήθηκε να υπερασπιστεί ένα εκτεταμένο μέτωπο απέναντι στην επίλεκτη Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια», εξειδικευμένη στον ορεινό πόλεμο. Αξιοποιώντας το ορεινό ανάγλυφο και οργανώνοντας την άμυνα με τις περιορισμένες δυνάμεις του, συνέβαλε στο να κερδηθεί πολύτιμος χρόνος για την άφιξη ενισχύσεων. Η αντίσταση του αποσπάσματος και η ελληνική αντεπίθεση ανέτρεψαν την ιταλική προέλαση στην Πίνδο. Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν. Κατά την Κατοχή συνελήφθη ως όμηρος από τους Ιταλούς. Το 1943 έχασε τη ζωή του όταν το πλοίο που τον μετέφερε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Ιταλία τορπιλίστηκε στην Αδριατική.

Δημήτριος Κωστάκης

Ο ταγματάρχης πυροβολικού Δημήτριος Κωστάκης ανακλήθηκε στην υπηρεσία λίγο πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόκρουση των ιταλικών επιθέσεων στη Μάχη του Καλπακίου.

Απέκρυψε με ευρηματικό τρόπο τα πυροβόλα του, ώστε να μην εντοπιστούν από την ιταλική αεροπορία και το πυροβολικό. Τα εύστοχα πυρά της μονάδας του συνέβαλαν στην αναχαίτιση των ιταλικών επιθέσεων, σε συνθήκες κατά τις οποίες οι ελληνικές δυνάμεις διέθεταν περιορισμένα αντιαρματικά μέσα. Κατά τη διάρκεια της ιστορικής Μάχης του Καλπακίου το ελληνικό πυροβολικό ακινητοποίησε ή κατέστρεψε 50 έως 60 ιταλικά άρματα, πολλά από τα οποία αργότερα εντάχθηκαν στον ελληνικό στρατό. Μετά τη συνθηκολόγηση συνελήφθη και πέρασε χρόνια αιχμαλωσίας σε στρατόπεδα στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Πολωνία.

Δημήτρης Κασλάς

Ο Δημήτρης Κασλάς υπήρξε ίσως η πιο τραγική μορφή ανάμεσα στους ήρωες του ελληνοϊταλικού πολέμου. Ως ταγματάρχης και διοικητής του ΙΙ/5 Τάγματος, ανέλαβε την υπεράσπιση του υψώματος 731 κατά την ιταλική Εαρινή Επίθεση, τον Μάρτιο του 1941.

Οι υπερασπιστές του υψώματος αντιμετώπισαν αλλεπάλληλες επιθέσεις υπέρτερων δυνάμεων και σφοδρούς βομβαρδισμούς. Η εντολή ήταν άμυνα μέχρις εσχάτων. Το ύψωμα ανασκάφτηκε από τις οβίδες, αλλά δεν καταλήφθηκε. Οι Έλληνες στρατιώτες απέκρουσαν τις επιθέσεις ακόμη και με ξιφολόγχες, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αποτυχία της ιταλικής επιχείρησης. Οι συνολικές απώλειες των Ιταλών στην εαρινή αντεπίθεση ξεπέρασαν τους 12.000 νεκρούς και τραυματίες. Το 731 έγινε θρύλος και χαράχθηκε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.

Η μετέπειτα μοίρα του Κασλά ήταν οδυνηρή. Στην Κατοχή επέλεξε να συνεχίσει τον αγώνα μέσα από την Εθνική Αντίσταση, αρχικά στον ΕΔΕΣ και στη συνέχεια στον ΕΛΑΣ, όπου διετέλεσε διοικητής του 52ου Συντάγματος. Η μονάδα του έδρασε στις περιοχές της Λαμίας, του Καρπενησίου και της Καρδίτσας.

Η ανταμοιβή του από το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος για τις υπηρεσίες του στην πατρίδα ήταν η εξορία: αρχικά στη Σέριφο και στη συνέχεια στην Ικαρία και στη Σαντορίνη. Αποστρατεύτηκε αυτεπαγγέλτως και αναγκάστηκε να ζήσει κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Σύμφωνα με μεταγενέστερες αφηγήσεις, όταν τον αναγνώριζαν παλιοί στρατιώτες του, αρνούνταν την ιδιότητά του ως ταγματάρχη και υπερασπιστή του 731. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 22 Φεβρουαρίου 1966, προδομένος από την καρδιά του.

Η ακροδεξιά σήμερα εργαλειοποιεί την επέτειο για να αγιοποιήσει τη μεταξική δικτατορία, αποσιωπώντας τη συνέχεια των κρατικών μηχανισμών στην Κατοχή και τη συμμετοχή πολιτικών στελεχών και στρατηγών του καθεστώτος στις δωσιλογικές κυβερνήσεις. Το πραγματικό «Όχι» δόθηκε στις βουνοκορφές της Πίνδου, στα χαρακώματα της Αλβανίας, στο ύψωμα 731, στους κάμπους της Κρήτης. Το έγραψαν οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί που κράτησαν τις θέσεις τους, οι γυναίκες που μετέφεραν πολεμοφόδια στα χιονισμένα μονοπάτια και ο κρητικός λαός που πολέμησε με γυμνά χέρια τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές. Το «Όχι» απέκτησε δύναμη και έγινε πράξη γιατί ένας λαός το έκανε αγώνα, θυσία και πεισματική αντίσταση.

Πηγή – Εποχή

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.