ΔιεθνήΝόμιμη η έρευνα στο σπίτι της Τζιαπούρα, άκυρη στις τραπεζικές θυρίδες
Νόμιμο έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο το ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί για το διαμέρισμα της Νάταλυ Τζιαπούρα, στο πλαίσιο της πολύκροτης υπόθεσης του φερόμενου κυκλώματος οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο, σύμφωνα με την Αστυνομία,…
13 Οκτωβρίου 2026 · 10:03
Νόμιμο έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο το ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί για το διαμέρισμα της Νάταλυ Τζιαπούρα, στο πλαίσιο της πολύκροτης υπόθεσης του φερόμενου κυκλώματος οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο, σύμφωνα με την Αστυνομία, διηύθυνε μέσα από τις Κεντρικές Φυλακές ο Γιώργος Χριστοδούλου, Ζαβράντωνας. Η πρόσφατη απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το ίδιο Δικαστήριο είχε προηγουμένως ακυρώσει διαφορετικό ένταλμα, που αφορούσε δύο τραπεζικές θυρίδες της Τζιαπούρα.
Με την νέα απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση της για ακύρωση του εντάλματος έρευνας της 25ης Ιουνίου 2025 στο σπίτι της. Το Ανώτατο έκρινε ότι η Αστυνομία είχε παρουσιάσει επαρκή στοιχεία που δικαιολογούσαν την έρευνα στην κατοικία της, καθώς υπήρχαν συγκεκριμένες πληροφορίες για φύλαξη χρημάτων που φέρονται να προέρχονταν από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η απόφαση, την οποία εξέδωσε ο δικαστής Ι. Ιωαννίδης, καταγράφει λεπτομερώς τις πληροφορίες που είχαν φτάσει στην Αστυνομία για τον τρόπο λειτουργίας του κυκλώματος, τη διακίνηση μεγάλων χρηματικών ποσών, τη συμμετοχή συγγενικών προσώπων και τον φερόμενο χρηματισμό δεσμοφυλάκων.
Στην ίδια δικαστική διαμάχη, ωστόσο, η επιχειρηματίας είχε προηγουμένως πετύχει την ακύρωση του εντάλματος έρευνας δύο τραπεζικών θυρίδων της. Η απόφαση εκείνη επικυρώθηκε ομόφωνα από το Ανώτατο, σε δεύτερο βαθμό, τον περασμένο Ιούλιο. Η διαφοροποίηση οφείλεται στο περιεχόμενο των αστυνομικών ένορκων δηλώσεων που είχαν χρησιμοποιηθεί για την έκδοση των δύο ενταλμάτων.
Το κύκλωμα μέσα στις Φυλακές
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται στις 18 Ιουνίου 2025, όταν η Αστυνομία έλαβε πληροφορία που χαρακτηρίστηκε «υψίστης αξιοπιστίας». Σύμφωνα με όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του υπαστυνόμου Κυριάκου Θεοδωρίδη, ο οποίος υποστήριξε το αίτημα για έκδοση του εντάλματος, ο Ζαβράντωνας φερόταν να συντονίζει από τις Κεντρικές Φυλακές οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα.
Οι δραστηριότητες που διερευνούσε η Αστυνομία αφορούσαν εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, παροχή προστασίας και παράνομο τζόγο.
Κατά την αστυνομική εκδοχή, ο Ζαβράντωνας χρησιμοποιούσε μέσα από το κελί του έξυπνο κινητό τηλέφωνο με βρετανικό αριθμό, μέσω του οποίου διατηρούσε συνεχή επικοινωνία με συνεργάτες του εκτός Φυλακών.
Οι επικοινωνίες φέρονταν να πραγματοποιούνται με τηλεφωνικές κλήσεις, βιντεοκλήσεις, γραπτά και ηχητικά μηνύματα, καθώς και με ανταλλαγή φωτογραφιών μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών, όπως το WhatsApp και το Signal.
Με αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με την Αστυνομία, δίνονταν οδηγίες για την είσπραξη, μεταφορά, διαχείριση και φύλαξη χρημάτων.
Η Τζιαπούρα, με την οποία ο Ζαβράντωνας φερόταν να διατηρεί προσωπική σχέση, παρουσιάζεται στο αστυνομικό μαρτυρικό υλικό ως το πρόσωπο που αναλάμβανε τη διαχείριση σημαντικού μέρους αυτών των χρημάτων.
Σύμφωνα με την πληροφορία, συγκεκριμένος συνεργάτης του Ζαβράντωνα αναλάμβανε τις εισπράξεις από διάφορα πρόσωπα και υποστατικά και στη συνέχεια παρέδιδε τα χρήματα στην Τζιαπούρα.
Τα ποσά που φέρονταν να διακινούνται έφταναν περίπου τις €50.000 εβδομαδιαίως, ενώ τα συνολικά έσοδα από τις παράνομες δραστηριότητες κατά το προηγούμενο εξάμηνο εκτιμήθηκαν από την αστυνομική πηγή σε περίπου €1 εκατομμύριο.
Πρόκειται για στοιχεία της αστυνομικής διερεύνησης και όχι για ποσά που έχουν διαπιστωθεί ως προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας με την απόφαση του Ανωτάτου.
Πού κατέληγαν τα χρήματα
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο, σύμφωνα με την Αστυνομία, διαμοιράζονταν τα χρήματα.
Η επιχειρηματίας φερόταν να χρησιμοποιεί μέρος των ποσών για τις ανάγκες του ινστιτούτου αισθητικής που διατηρεί στη Λευκωσία, καθώς και για προσωπικά έξοδα.
Άλλα ποσά φέρονταν να παραδίδονται σε συγγενικά της πρόσωπα και συνεργάτες του Ζαβράντωνα, ενώ μέρος τους προοριζόταν για την πληρωμή προσώπων που συμμετείχαν στις δραστηριότητες του κυκλώματος.
Στην ένορκη δήλωση κατονομάζονταν πέντε χώροι στους οποίους φέρονταν να φυλάσσονται χρήματα για λογαριασμό του Ζαβράντωνα.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η κατοικία των γονέων της Τζιαπούρα, το δικό της διαμέρισμα, το διαμέρισμα του αδελφού της και κοσμηματοπωλείο που συνδέεται με την οικογένεια.
Η συγκεκριμένη αναφορά στο διαμέρισμα της Τζιαπούρα αποδείχθηκε καθοριστική για τη δικαστική διαδικασία, καθώς συνέδεε έναν συγκεκριμένο χώρο με την πιθανή ύπαρξη τεκμηρίων της υπό διερεύνηση εγκληματικής δραστηριότητας.
Καταγγελίες για τρεις δεσμοφύλακες
Μία από τις σοβαρότερες πτυχές της υπόθεσης αφορά τις καταγγελίες για χρηματισμό προσωπικού των Κεντρικών Φυλακών.
Σύμφωνα με την απόφαση, στις 20 Ιουνίου 2025, η ίδια αστυνομική πηγή έδωσε συμπληρωματικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες η επιχειρηματίας συνεργαζόταν με τρεις συγκεκριμένους δεσμοφύλακες.
Οι δεσμοφύλακες, τους οποίους η πηγή είχε κατονομάσει στην Αστυνομία, φέρονταν να λαμβάνουν χρηματικά ποσά ώστε ο Ζαβράντωνας να απολαμβάνει ευνοϊκή μεταχείριση κατά την κράτησή του.
Η φερόμενη ευνοϊκή μεταχείριση δεν περιοριζόταν σε καθημερινές εξυπηρετήσεις.
Σύμφωνα με την πληροφορία, περιλάμβανε μεταφορά ναρκωτικών και άλλων ουσιών για τις ανάγκες του κρατουμένου, αλλά και παροχή εσωτερικής πληροφόρησης για επικείμενους ελέγχους στις Φυλακές.
Κατά τους ισχυρισμούς της Αστυνομίας, οι δεσμοφύλακες ενημέρωναν την Τζιαπούρα για προγραμματισμένες έρευνες, ώστε εκείνη να ειδοποιεί τον Ζαβράντωνα και να του δίνει τη δυνατότητα να αποκρύπτει κινητά τηλέφωνα, ναρκωτικά ή άλλα απαγορευμένα αντικείμενα.
Στην ένορκη δήλωση περιλαμβανόταν και μία ιδιαίτερα συγκεκριμένη καταγγελία.
Ο πληροφοριοδότης ανέφερε ότι είχε παρευρεθεί σε περιστατικό κατά το οποίο η Τζιαπούρα παρέδωσε €1.000 σε μετρητά σε συγκεκριμένο δεσμοφύλακα, προκειμένου ο Ζαβράντωνας να εξασφαλίζει ευνοϊκή μεταχείριση και κάλυψη μέσα στις Φυλακές.
Το Δικαστήριο έδωσε σημασία σε αυτή την αναφορά, επειδή αποτελούσε περιγραφή συγκεκριμένου περιστατικού που, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, είχε αντιληφθεί προσωπικά ο πληροφοριοδότης.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το Ανώτατο διαπίστωσε πως η δωροδοκία πράγματι διαπράχθηκε. Η αξιολόγηση έγινε αποκλειστικά στο πλαίσιο της εξέτασης της νομιμότητας του εντάλματος έρευνας.
Καθοριστική για την απόφαση υπήρξε η προέλευση των πληροφοριών. Ο υπαστυνόμος Κυριάκος Θεοδωρίδης είχε αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι ο πληροφοριοδότης διατηρούσε στενή σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον της επιχειρηματία και ειδικότερα φιλική σχέση με την ίδια.
Σύμφωνα με την Αστυνομία, το πρόσωπο αυτό είχε άμεση πρόσβαση στο ινστιτούτο αισθητικής και στο οικογενειακό περιβάλλον, γεγονός που του επέτρεπε να γνωρίζει τις δραστηριότητες που περιέγραφε.
Το Ανώτατο επισήμανε ότι, για την έκδοση εντάλματος έρευνας, δεν απαιτείται να αποκαλύπτεται η ταυτότητα ενός πληροφοριοδότη.
Απαιτείται, όμως, να παρουσιάζονται συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία ο δικαστής μπορεί να διαμορφώσει εύλογη υποψία ότι στον χώρο που θα ερευνηθεί ενδέχεται να υπάρχουν τεκμήρια.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δικαστής Ι. Ιωαννίδης έκρινε ότι δεν επρόκειτο για γενικές αναφορές ή αυθαίρετα συμπεράσματα.
Η περιγραφή της σχέσης του πληροφοριοδότη με την οικογένεια, η πρόσβασή του στις επιχειρηματικές δραστηριότητες και, κυρίως, η αναφορά σε προσωπική παρουσία κατά τη φερόμενη παράδοση χρημάτων σε δεσμοφύλακα παρείχαν επαρκές υπόβαθρο για την έκδοση του εντάλματος.
Νόμιμη η έρευνα στο διαμέρισμα
Η επιχειρηματίας είχε προσφύγει στο Ανώτατο υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία που να συνδέει το διαμέρισμά της με τα υπό διερεύνηση αδικήματα.
Σύμφωνα με τη θέση της, ακόμη και αν υπήρχαν αναφορές για προσωπική της εμπλοκή, αυτές δεν αρκούσαν για να δικαιολογήσουν την έρευνα της κατοικίας της. Το Ανώτατο δεν αποδέχθηκε την επιχειρηματολογία.
Έκρινε ότι η πληροφορία δεν περιοριζόταν σε αναφορές για το πρόσωπο της Τζιαπούρα, αλλά περιλάμβανε συγκεκριμένο ισχυρισμό ότι μέρος των χρημάτων φυλασσόταν στο διαμέρισμά της.
Παράλληλα, η συνεχής χρήση κινητών τηλεφώνων για επικοινωνία με τον φερόμενο επικεφαλής του κυκλώματος δημιουργούσε εύλογη πιθανότητα να εντοπιστούν στην κατοικία ηλεκτρονικές συσκευές που θα μπορούσαν να συνδεθούν με την υπό διερεύνηση δραστηριότητα.
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η εμπλοκή ενός προσώπου σε υπό διερεύνηση αδικήματα μπορεί, σε συνδυασμό με συγκεκριμένα στοιχεία, να δικαιολογεί την έρευνα της κατοικίας του.
Εξέτασε επίσης την αναγκαιότητα του εντάλματος και έκρινε ότι ο κίνδυνος απόκρυψης, μετακίνησης ή καταστροφής χρημάτων και ηλεκτρονικών τεκμηρίων ήταν υπαρκτός.
Στο σκεπτικό του επισημαίνεται η σοβαρότητα των υπό διερεύνηση αδικημάτων, η συμμετοχή αρκετών προσώπων με διαφορετικούς ρόλους και η δυνατότητα γρήγορης μετακίνησης χρηματικών ποσών.
Το Δικαστήριο κατέληξε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε ενεργήσει μέσα στα νόμιμα όρια της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξέδωσε το ένταλμα.
Ως εκ τούτου, απέρριψε την αίτηση ακύρωσης του εντάλματος.
Οι θυρίδες
Την 1η Ιουλίου 2025 είχε εκδοθεί διαφορετικό ένταλμα έρευνας για δύο τραπεζικές θυρίδες που διατηρούσε η Τζιαπούρα σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λευκωσία.
Η Τζιαπούρα προσέφυγε και τότε στο Ανώτατο, ζητώντας την ακύρωσή του.
Στις 27 Φεβρουαρίου 2026, ο δικαστής Ι. Ιωαννίδης έκανε δεκτή την αίτησή της και ακύρωσε το συγκεκριμένο ένταλμα.
Η απόφαση βασίστηκε στην ανεπάρκεια του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, η ένορκη δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για τις τραπεζικές θυρίδες περιείχε γενική αναφορά σε πληροφορίες για διαχείριση χρημάτων, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση της προέλευσης και του τρόπου απόκτησής τους.
Το Δικαστήριο είχε επισημάνει ότι ο αστυνομικός όρκος δεν περιλάμβανε ούτε αναφορά στην ύπαρξη συγκεκριμένου πληροφοριοδότη, ώστε να μπορούσε ο δικαστής να αξιολογήσει τη βάση της πληροφορίας.
Επιπλέον, το αρχικό Δικαστήριο διαπίστωσε πρόβλημα με την έκταση του εντάλματος, καθώς αυτό επέτρεπε την κατάσχεση κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων, ενώ η σχετική αστυνομική πληροφορία αφορούσε χρηματικά ποσά.
Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, αλλά στις 17 Ιουλίου 2026 το Ανώτατο, σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε ομόφωνα την έφεση.
Οι τρεις δικαστές έκριναν ότι δεν υπήρχε το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για να δικαιολογηθεί η έρευνα στις τραπεζικές θυρίδες. Δεν χρειάστηκε, μάλιστα, να εξετάσουν χωριστά τον λόγο έφεσης που αφορούσε την κατάσχεση κοσμημάτων.
Επτά κατηγορούμενοι και €550.000
Η αστυνομική διερεύνηση του 2025 οδήγησε στην καταχώριση κατηγορητηρίου εναντίον επτά προσώπων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος.
Το συνολικό ποσό που περιλαμβανόταν στις κατηγορίες νομιμοποίησης εσόδων ανερχόταν σε €551.197.
Μεταξύ των κατηγορουμένων είναι ο Ζαβράντωνας, η Νάταλυ Τζιαπούρα, συγγενικά της πρόσωπα, ο φερόμενος ως εισπράκτορας χρημάτων και μία δεσμοφύλακας.
Η τελευταία αντιμετώπιζε κατηγορίες διαφθοράς και δεκασμού δημόσιου λειτουργού. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, φερόταν να έχει λάβει ως ωφέλημα υπηρεσίες αισθητικής και ομορφιάς, με αντάλλαγμα την παροχή υπηρεσιακών πληροφοριών.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με όλες τις αρχικές αστυνομικές πληροφορίες περί χρηματισμού τριών δεσμοφυλάκων.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, με πρώτη δικάσιμο που είχε οριστεί για τις 3 Οκτωβρίου 2025. Τότε είχε διαταχθεί η παραμονή του Ζαβράντωνα υπό κράτηση, ενώ οι υπόλοιποι έξι κατηγορούμενοι είχαν αφεθεί ελεύθεροι με όρους.
Πηγή από το οικογενειακό περιβάλλον
Πηγή – Cyprus Times








