ΚύπροςΌπως αναφέρει, επέστρεψε στο νοσοκομείο για δεύτερη φορά, καθώς φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα που δεν είχε διαγνωστεί εγκαίρως κατά την πρώτη επίσκεψή του και το οποίο, όπως φοβάται, ενδέχεται να του προκαλέσει μόνιμη βλάβη.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, την πρώτη φορά χρειάστηκε να παραμείνει στο νοσοκομείο συνολικά επτά ώρες. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του, έχοντας ήδη προετοιμαστεί για την αναμονή, περίμενε μιάμιση ώρα μόνο για να περάσει από τη διαλογή, ενώ, όπως σημειώνει, υπέφερε από αφόρητους πόνους και έντονη ανησυχία για την κατάσταση της υγείας του.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η περιγραφή του για την εικόνα που αντίκρισε στον χώρο υποδοχής του ΤΑΕΠ.
Όπως αναφέρει, κατά τη δεύτερη επίσκεψή του μέτρησε περίπου 26 άτομα στην αίθουσα αναμονής, με τον αριθμό να μεταβάλλεται συνεχώς. Αρκετοί ασθενείς περίμεναν έξω από τον χώρο της διαλογής, ενώ επανειλημμένα ρωτούσαν ποιος είχε σειρά, καθώς δεν υπήρχε, όπως περιγράφει, ένα σαφές και οργανωμένο σύστημα αναμονής.
Σε συζήτηση με άλλους ασθενείς που περίμεναν δίπλα του, τέθηκε ακόμη και το ερώτημα γιατί δεν υπάρχουν αριθμημένα δελτία προτεραιότητας στην είσοδο, ενδεχομένως με διαφορετική σειρά για τα επείγοντα και τα λιγότερο σοβαρά περιστατικά.
Η διαπίστωση που ακολούθησε, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν πως μία νοσηλεύτρια εξυπηρετούσε τις ανάγκες της διαλογής, εναλλασσόμενη μεταξύ της υπηρεσίας ταχείας εξυπηρέτησης (fast track) και της κανονικής διαλογής.
«Ένα πλάσμα για τις ανάγκες μιας πόλης», σημειώνει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την εικόνα που αντίκρισε.
Ο πολίτης αναφέρεται και στην πρώτη του επίσκεψη, όταν γνώρισε έναν ασθενή, τον οποίο κατονομάζει ως κ. Αντρέα, που περίμενε σε αναπηρικό αμαξίδιο για περίπου πέντε ώρες προκειμένου να εξεταστεί από γιατρό.
Όπως αναφέρει, τον αναζήτησε αργότερα και τον εντόπισε σε θάλαμο του νοσοκομείου, έχοντας διαπιστωθεί ότι είχε υποστεί κάταγμα στο γόνατο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η διάγνωση έγινε έπειτα από πολύωρη αναμονή.
Η δική του εμπειρία, σε συνδυασμό με όσα είδε γύρω του, ενίσχυσε την ανησυχία του για τις συνέπειες που ενδέχεται να έχουν οι καθυστερήσεις στην εξέταση και στη διάγνωση ασθενών.
Μετά την ολοκλήρωση της διαλογής, ο πολίτης περιγράφει ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει η εγγραφή του και στη συνέχεια νέα αναμονή για να εξεταστεί από γιατρό, ο οποίος θα τον παρέπεμπε στον αρμόδιο γιατρό για την περίπτωσή του.
Όπως υποστηρίζει, γνώριζε ήδη σε ποιον γιατρό έπρεπε να απευθυνθεί, ωστόσο ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασία.
«Εν να είμαι δαμέ ακόμη έξι-επτά ώρες;», αναφέρει ότι ρώτησε τη νοσηλεύτρια, η οποία, σύμφωνα με την περιγραφή του, κούνησε το κεφάλι της.
Τότε αποφάσισε να αποχωρήσει.
«Ξέρω ότι η δουλειά σου είναι να μου πεις να μείνω, αλλά εν μου κάμνει διαφορά. Το μόνο που εν να κάμω είναι να καθυστερήσω πλάσματα που έχουν την περίθαλψη παραπάνω ανάγκη», της είπε, εξηγώντας πως θεωρούσε ότι η δική του κατάσταση είχε ήδη επιβαρυνθεί από την προηγούμενη επίσκεψη.
Ο ίδιος αναφέρει ότι αρνήθηκε να μεταφερθεί με ασθενοφόρο, καθώς, όπως εξηγεί, γνώριζε την πίεση που δέχεται η υπηρεσία, αλλά και να επισκεφθεί ιδιωτική κλινική, προκειμένου να μην επιβαρύνει οικονομικά έναν εργαζόμενο που θα αναγκαζόταν να καλύψει το κόστος.
Η πιο φορτισμένη στιγμή της μαρτυρίας του αφορά τον αποχαιρετισμό του με τη νοσηλεύτρια.
Ο πολίτης περιγράφει ότι, όταν της ανακοίνωσε την απόφασή του να φύγει, εκείνη τον κοίταζε στα μάτια χωρίς να μπορεί να απαντήσει. Λίγο πριν αποχωρήσει, του ψιθύρισε ένα «συγγνώμη».
«Εσύ, καλή μου, γιατί να μου απολογηθείς; Αν τα τραβούσαμε εμείς μία φορά, εσείς φαντάζομαι τι τραβάτε», ήταν η δική του απάντηση, σύμφωνα με την ανάρτησή του.
Αφού έφυγε από το νοσοκομείο και άρχισε να περπατά προς το δάσος, όπως περιγράφει, ξέσπασε σε κλάματα.
«Εν ένιωσα ποτέ ξανά τόσο ανίκανος να κάμω κάτι. Ούτε τα απλά, ούτε τα αυτονόητα. Ούτε καν οι κόλλες με τους αριθμούς», γράφει, αποτυπώνοντας την απογοήτευση και την αδυναμία που ένιωσε μπροστά σε μια κατάσταση την οποία θεωρεί αδιέξοδη.
Το μήνυμά του είναι σαφές: η πίεση που δέχονται οι επαγγελματίες υγείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωπική τους αποτυχία, ενώ οι ασθενείς δεν θα έπρεπε να αναγκάζονται να επιλέγουν ανάμεσα στην πολύωρη αναμονή, την οικονομική επιβάρυνση και την αποχώρηση χωρίς να έχουν εξεταστεί.
«Εν πάμε καλά. Εν πάμε καθόλου καλά», καταλήγει.









