Με φόντο τις ελλείψεις νοσηλευτών, στο στόχαστρο οι εργασιακοί όροι και οι συλλογικές συμβάσεις
Της Ελένης Κωνσταντίνου Πίσω από τη συζήτηση για την εισαγωγή νοσηλευτών από τρίτες χώρες και την αντιμετώπιση των ελλείψεων προσωπικού στα νοσηλευτήρια αναδεικνύεται μια ευρύτερη αντιπαράθεση για το μέλλον του νοσηλευτικού επαγγέλματος στην Κύπρο.…
1 Νοεμβρίου 2026 · 09:00
Της
Ελένης Κωνσταντίνου
Πίσω από τη συζήτηση για την εισαγωγή νοσηλευτών από τρίτες χώρες και την αντιμετώπιση των ελλείψεων προσωπικού στα νοσηλευτήρια αναδεικνύεται μια ευρύτερη αντιπαράθεση για το μέλλον του νοσηλευτικού επαγγέλματος στην Κύπρο. Οι όροι εργοδότησης, η γλωσσική επάρκεια, οι συλλογικές συμβάσεις και η ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας αποτελούν τα βασικά μέτωπα διαφωνίας ανάμεσα στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους εργοδοτικούς φορείς.
Για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο κατά πόσο θα δοθεί η δυνατότητα εργοδότησης νοσηλευτών από τρίτες χώρες, αλλά κυρίως στους όρους με τους οποίους θα γίνει αυτή η διαδικασία και στις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει συνολικά στον κλάδο. Όπως υποστηρίζουν, μια ρύθμιση που θα επιτρέπει την είσοδο εργαζομένων με χαμηλότερες απαιτήσεις γλωσσομάθειας και χωρίς διασφαλισμένους εργασιακούς όρους ενδέχεται να δημιουργήσει συνθήκες πίεσης για την υποβάθμιση του επαγγέλματος.
Τη θέση αυτή διατύπωσαν οι οργανώσεις ΣΕΒΕΤΤΥΚ ΠΕΟ, ΟΥΥΚ ΣΕΚ, ΠΑΣΥΔΥ και ΠΑΣΥΝΟ, οι οποίες, σε κοινή ανακοίνωσή τους, ξεκαθαρίζουν ότι θα σταθούν ανάχωμα σε οποιαδήποτε προσπάθεια υποβάθμισης του νοσηλευτικού επαγγέλματος ή σε οποιαδήποτε ρύθμιση που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την ποιότητα και την ασφάλεια της φροντίδας στα νοσηλευτήρια.
Η γλώσσα ως ζήτημα ασφάλειας
Ένα από τα βασικά σημεία αντιπαράθεσης αφορά το επίπεδο γνώσης της ελληνικής γλώσσας που θα απαιτείται από τους νοσηλευτές που θα προέρχονται από τρίτες χώρες. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υπογραμμίζουν ότι η γλωσσική επάρκεια δεν αποτελεί μια τυπική προϋπόθεση πρόσβασης στην εργασία, αλλά ουσιαστικό ζήτημα ασφάλειας των ασθενών.
Ο Ρολάνδρος Κυριάκου, εκ μέρους της ΣΕΒΕΤΤΥΚ ΠΕΟ, μιλώντας στο ραδιόφωνο του «Άστρα», έθεσε τρία βασικά ζητήματα: τη γλωσσική επάρκεια, τον σχεδιασμό για τις πραγματικές ανάγκες στελέχωσης (capacity plan) και τους εργασιακούς όρους των νοσηλευτών. Όπως ανέφερε, το επίπεδο Β1 δεν θεωρείται επαρκές για τις ανάγκες του επαγγέλματος, σημειώνοντας ότι το ελάχιστο επίπεδο που ζητείται σε άλλες χώρες είναι το Β2.
Η επικοινωνία μεταξύ νοσηλευτή και ασθενούς είναι καθοριστικής σημασίας για την ασφαλή παροχή φροντίδας, ενώ, όπως τόνισε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισαγωγή εργαζομένων από τρίτες χώρες με αρρύθμιστους όρους εργασίας, καθώς κάτι τέτοιο ενδέχεται να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για την υποβάθμιση των συνθηκών απασχόλησης συνολικά στον κλάδο.
Από την πλευρά του, ο Ανδρέας Ανδρέου, εκ μέρους των Νοσηλευτών Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (ΠΑΣΥΔΥ), υποστήριξε ότι πίσω από τις προτάσεις των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων βρίσκεται, κατά την εκτίμησή του, η επιδίωξη αύξησης της κερδοφορίας. Αμφισβήτησε, μάλιστα, τα στοιχεία που παρουσιάζονται για τον μέσο μισθό των νοσηλευτών, σημειώνοντας ότι οι αναφορές σε απολαβές της τάξης των 3.000 ευρώ δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι.
Εξέφρασε επίσης ανησυχία για την πρόθεση μείωσης των απαιτήσεων ως προς τη γνώση της ελληνικής γλώσσας, υποστηρίζοντας ότι οι ανάγκες μπορούν να καλυφθούν και από Κύπριους νοσηλευτές που έχουν εγκαταλείψει το επάγγελμα. Όπως ανέφερε, περισσότεροι από χίλιοι νοσηλευτές δεν ασκούν σήμερα το επάγγελμα, ενώ υπενθύμισε ότι αντίστοιχη διαδικασία είχε γίνει πριν από περίπου μία δεκαετία. Πρόσθεσε ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ζητήσει από το Υπουργείο Υγείας τα αποτελέσματα της σχετικής μελέτης, χωρίς μέχρι σήμερα να τα έχουν λάβει.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Σάββας Ιακώβου, εκ μέρους της ΠΑΣΥΝΟ, χαρακτήρισε επικίνδυνες τις προσεγγίσεις που κατατίθενται από πλευράς κλινικαρχών. Υποστήριξε ότι η επαρκής γνώση της γλώσσας είναι απαραίτητη για την άσκηση του νοσηλευτικού επαγγέλματος και απέρριψε τις προειδοποιήσεις περί ενδεχόμενου κλεισίματος κλινών, σημειώνοντας ότι ανάλογες αναφορές γίνονται εδώ και δύο χρόνια.
Ο κ. Ιακώβου ανέφερε ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν εισηγηθεί μέτρα για την προσέλκυση νέων στο επάγγελμα, σημειώνοντας ότι ο αριθμός των φοιτητών νοσηλευτικής έχει διπλασιαστεί τα τελευταία τρία χρόνια. Τόνισε, ωστόσο, ότι πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι για τους οποίους νοσηλευτές εγκαταλείπουν τον κλάδο, αναφέροντας ως σημαντικούς παράγοντες την εργασιακή ανασφάλεια και την απουσία συλλογικών συμβάσεων.
Στο επίκεντρο οι συλλογικές συμβάσεις
Το εργασιακό καθεστώς αποτελεί ίσως το πιο ουσιαστικό σημείο της αντιπαράθεσης. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θεωρούν ότι η αντιμετώπιση των ελλείψεων δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων απασχόλησης και την ύπαρξη συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Στην κοινή ανακοίνωσή τους τονίζουν ότι βασική και αδιαπραγμάτευτη θέση τους είναι η ύπαρξη και εφαρμογή συλλογικών συμβάσεων που θα προστατεύουν τα δικαιώματα και τα ωφελήματα τόσο των υφιστάμενων νοσηλευτών όσο και όσων ενταχθούν μελλοντικά στο επάγγελμα, περιλαμβανομένων των εργαζομένων που θα προέρχονται από το εξωτερικό.
Από την πλευρά του, το Υπουργείο Εργασίας διευκρίνισε ότι στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο δεν προβλέπονται γενικές κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, αλλά επιχειρησιακές συμβάσεις που συνάπτονται ανά μονάδα.
Η ΟΕΒ υποστήριξε ότι η έλλειψη νοσηλευτών αποτελεί πανευρωπαϊκό φαινόμενο και εξέφρασε την πρόθεση των νοσηλευτηρίων να απορροφήσουν Κύπριους επαγγελματίες. Σε ό,τι αφορά τη γλωσσική επάρκεια, χαρακτήρισε εξωπραγματικές τις υφιστάμενες απαιτήσεις, εισηγούμενη την εργοδότηση αλλοδαπών νοσηλευτών με αρχικό επίπεδο γνώσης Α1 και την εξέτασή τους, μετά από δύο χρόνια, για την απόκτηση ανώτερου επιπέδου.
Παράλληλα, η ΟΕΒ ξεκαθάρισε ότι οι εργοδότες δεν μπορούν να εξαναγκάζονται στη σύναψη συλλογικών συμβάσεων. Ο εκπρόσωπος της ΠΑΣΥΝ, κ. Καραϊσκάκης, ανέφερε ότι η σύναψη συλλογικών συμβάσεων εναπόκειται στην ευχέρεια του κάθε εργοδότη.
Οι νοσηλευτές που εγκαταλείπουν τον κλάδο
Σημαντική διάσταση της συζήτησης αποτελεί και το ερώτημα κατά πόσον οι ανάγκες στελέχωσης μπορούν να καλυφθούν από το διαθέσιμο εγχώριο ανθρώπινο δυναμικό. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις επιμένουν ότι πριν από οποιαδήποτε απόφαση για εισαγωγή προσωπικού από τρίτες χώρες θα πρέπει να εξεταστούν οι λόγοι για τους οποίους εκατοντάδες νοσηλευτές έχουν αποχωρήσει από το επάγγελμα.
Το Υπουργείο Υγείας ανέφερε ότι έχουν ήδη προωθηθεί ενημερωτικές εκστρατείες και επιδοτήσεις με στόχο την προσέλκυση νέων στο νοσηλευτικό επάγγελμα. Εκπρόσωπός του υπογράμμισε ότι η γνώση της ελληνικής γλώσσας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ασφαλή και ποιοτική φροντίδα των ασθενών, σημειώνοντας ότι προωθείται αναβάθμιση των απαιτούμενων επιπέδων γλωσσομάθειας κατά δύο βαθμίδες.
Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι η κυβέρνηση δεν τάσσεται εναντίον των συλλογικών συμβάσεων, ενώ η ελεγχόμενη εισαγωγή νοσηλευτών από τρίτες χώρες αντιμετωπίζεται ως προσωρινό μέτρο, μέχρι να αποδώσουν οι προσπάθειες ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής νοσηλευτών.
Πηγή – Διάλογος









