Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2026
Λευκωσία 17°
Η ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΙΚΗ ΜΑΣ ΕΚΔΟΣΗΑυτόφωρο της ΚυριακήςΓνωρίστε την ενότητα
Απόψεις

Κοινωνικός αποκλεισμός ως απόρροια της φτώχειας, του Νίκου Γουρλά

Το κείμενο είναι τοποθέτηση στην ημερίδα κοινωνικής παρέμβασής που οργάνωσε ο Φιλολογικός Όμιλος Ελλάδας με την σύμπραξη της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών και την στήριξη των εκδόσεων Υψικάμινος. Προετοιμάζοντας αυτή την ομιλία, αναζήτησα επιστημονικές προσεγγίσεις…

8 Νοεμβρίου 2026 · 08:51

         

 

Το κείμενο είναι τοποθέτηση στην ημερίδα κοινωνικής παρέμβασής που οργάνωσε ο Φιλολογικός Όμιλος Ελλάδας με την σύμπραξη της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών και την στήριξη των εκδόσεων Υψικάμινος.

Προετοιμάζοντας αυτή την ομιλία, αναζήτησα επιστημονικές προσεγγίσεις για το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού. Σκέφτηκα, ωστόσο, ότι οι προηγούμενοι και οι επόμενοι ομιλητές θα μπορούσαν να το προσεγγίσουν πολύ καλύτερα από εμένα, από την πλευρά της επιστημονικής ανάλυσης. Γι’ αυτό θα περιοριστώ κυρίως σε ορισμένες πλευρές του φαινομένου που συνάντησα στη διάρκεια του εργασιακού μου βίου.

Βρέθηκα συχνά μπροστά σε περιπτώσεις συναδέλφων που, από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκαν στο εργασιακό περιθώριο. Άνθρωποι που η τέχνη τους, η επαγγελματική εμπειρία τους και οι δεξιότητές τους ξεπεράστηκαν από την τεχνολογική εξέλιξη, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Άλλοι αρρώστησαν από επαγγελματικές ασθένειες, άλλοι βρέθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ανεργία κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και άλλοι πλήρωσαν το τίμημα της συνδικαλιστικής και πολιτικής τους δράσης.

Πριν από λίγα χρόνια είχα γράψει ένα μικρό αφήγημα, που δημοσιεύτηκε στο ΚΟΜΜΟΝ και περιέγραφε μια τέτοια κατάσταση. Θα σας διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα.

«Τον Χρήστο τον γνώρισα στα μηχανουργεία του Περάματος, κάπου το ’76. Ήταν από τις καλές “τσιμπίδες”, ηλεκτροσυγκολλητής δηλαδή. Αόρατο σχεδόν το “κορδόνι” του, η ραφή της κόλλησης. Ήταν περιζήτητος στα συνεργεία.

Ο Χρήστος ήταν στο σωματείο Μετάλλου, πήγαινε στις συνελεύσεις, ήταν πάντα παρών στις απεργίες. Κάποτε είχαμε εκλεγεί και στην εργοστασιακή επιτροπή του μηχανουργείου που δουλεύαμε.

Ο Χρήστος ήταν από τους “τυχερούς” όταν στη μεγάλη έκρηξη, το ’87, σε πλοίο που επισκευαζόταν στο Πέραμα σκοτώθηκαν 16 εργάτες. Λίγο πριν την έκρηξη είχε ανέβει πάνω για να κολατσίσει.

Τον συνάντησα ξανά μετά από πολλά χρόνια, το 2013, γυρνώντας από μια εργατική διαδήλωση. Πήγαμε σ’ ένα ουζάδικο στην Θεμιστοκλέους, όπου αρχίσαμε να λέμε τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια. Όταν όμως έφτασε η συζήτηση στο “τώρα τι κάνεις, Χρήστο;”, το πρόσωπό του απότομα σκοτείνιασε.

“Έχω να δουλέψω ενάμιση χρόνο, κάνω κανένα μεροκάματο όταν είναι η σειρά από το σωματείο, αραιά και πού. Είμαι στην πείνα που λες, μετά βίας δίνουμε το νοίκι. Το ρεύμα, όποτε δεν μας το κόβουν, το πληρώνουν πότε το σωματείο, πότε ο Δήμος. Ντρέπομαι κι όποτε μαζεύω κανένα φράγκο πάω και κάνω ρύθμιση, για να μην τους γίνομαι βάρος συνέχεια”.

Ζούσε με τα κοινωνικά επιδόματα, το κοινωνικό παντοπωλείο του Δήμου, δίμηνες και τρίμηνες συμβάσεις πίσω από το σκουπιδιάρικο και μετά ανεργία. Αλλά δεν είχε πια τα κουράγια. Ήταν 64 χρόνων και δεν τα κατάφερνε πια .

Τον συνάντησα ξανά, πάλι τυχαία, την περασμένη εβδομάδα, στο σταθμό Μοναστηράκι, να πουλάει τη “Σχεδία”. Έκανα να πάω προς το μέρος του, όμως κατάλαβα ότι σαν να έκανε ότι δεν με είδε. Λοξοδρόμησα για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση».

Αυτό το μικρό απόσπασμα, νομίζω, περιγράφει κατά κάποιον τρόπο τον μηχανισμό του κοινωνικού αποκλεισμού που σε οδηγεί η απότομη φτωχοποίηση.

Ο Χρήστος δεν ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήθελε να δουλέψει. Δεν ήταν κάποιος που δεν είχε επαγγελματικές γνώσεις. Ήταν ένας έμπειρος τεχνίτης, ένας εργαζόμενος που είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη δουλειά, που είχε συμμετάσχει στους συλλογικούς αγώνες και είχε συμβάλει στην προσπάθεια να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των εργαζομένων.

Κι όμως, έφτασε στο σημείο να εξαρτάται από τα επιδόματα, από την περιστασιακή βοήθεια του σωματείου και από τις κοινωνικές υπηρεσίες. Και μαζί με την οικονομική του κατάσταση άρχισε να χάνει κάτι εξίσου σημαντικό, την αίσθηση ότι μπορεί να σταθεί με αξιοπρέπεια απέναντι στους άλλους.

Η φτώχεια δεν αφορά μόνο τους ανέργους

Στη θέση του Χρήστου θα μπορούσε να βρίσκεται οποιοσδήποτε εργαζόμενος, ανεξάρτητα από τα ταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά του.

Θα μπορούσε να είναι ένας εργαζόμενος που, στα 50 ή στα 60 του χρόνια, είδε το εργοστάσιο στο οποίο δούλευε να κλείνει, ή να απολύθηκε γιατί ο μισθός του αυξήθηκε με τα χρόνια και ο εργοδότης τον αντικατέστησε με άλλον νεότερο με λιγότερο μισθό. Εκεί όπου ο μισθός του, με τις προσαυξήσεις και τις τριετίες έφτανε τα 1.300 ευρώ, αναγκάζεται πλέον να αναζητά εργασία με τρίμηνες και εξάμηνες συμβάσεις και μισθό 700 ευρώ. Η επαγγελματική του εμπειρία δεν αναγνωρίζεται, η ηλικία του αντιμετωπίζεται ως μειονέκτημα και η δυνατότητα να επιστρέψει σε μια σταθερή εργασία γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Η απότομη φτωχοποίηση δεν σημαίνει μόνο λιγότερα χρήματα. Σημαίνει αδυναμία να διατηρήσει το επίπεδο ζωής που είχε κατακτήσει, αδυναμία να καλύψει υποχρεώσεις, να στηρίξει τα παιδιά του, να προγραμματίσει το μέλλον του. Σημαίνει ότι κάθε μήνας μετατρέπεται σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης.

Αναζητώντας στοιχεία για τη φτώχεια, έπεσα πάνω στην ετήσια έρευνα του Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας, «Η φτώχεια στην Ελλάδα το 2025». Η εικόνα που περιγράφεται στην έρευνα ανατρέπει πολλά από τα στερεότυπα που έχουμε για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο φτωχός δεν είναι υποχρεωτικά ο άνεργος η ο οικονομικός μετανάστης. Μπορεί να εργάζεται, και μάλιστα πολλές ώρες. Μπορεί να κάνει δύο δουλειές, να είναι νέος, μορφωμένος και να διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο. Μπορεί να είναι ένας εργαζόμενος που πηγαίνει καθημερινά στη δουλειά του, αλλά λίγο μετά τις 20 του μήνα διαπιστώνει ότι ο μισθός του δεν επαρκεί για το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες και θα πρέπει να επιλέξει αν θα πληρώσει την ΔΕΗ ή το σούπερ μάρκετ.

Η σύγχρονη φτώχεια δεν περιορίζεται σε όσους έχουν βρεθεί εντελώς έξω από την οικονομική ζωή. Βρίσκεται μέσα στον κόσμο της εργασίας. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της εποχής μας. Η εργασία δεν εξασφαλίζει πλέον σε όλους ούτε την οικονομική ασφάλεια ούτε τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς ζωής.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας που αναφέρονται στο αρχικό κείμενο, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού φτάνει το 26,9%, (περίπου 2,74 εκατομμύρια άνθρωποι), ενώ η παιδική φτώχεια ανέρχεται στο 22,4%. Σε ορισμένες περιφέρειες, όπως η Δυτική Ελλάδα, το ποσοστό ξεπερνά το 27,9%.

Η φτώχια λοιπόν συνδέεται με τους χαμηλούς μισθούς, την εργασιακή επισφάλεια, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, την ακρίβεια, το κόστος της κατοικίας και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας, παιδείας και κοινωνικής προστασίας.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει ταξικές αιτίες

Από όσα διάβασα και από όσα έχω παρατηρήσει, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ένα φαινόμενο που έχει πολλές πλευρές. Δεν αφορά μόνο το εισόδημα, αλλά την πραγματική δυνατότητα ενός ανθρώπου να συμμετέχει στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή.

Ο αποκλεισμός εμφανίζεται στην εργασία, στη στέγαση, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στην πρόσβαση σε υπηρεσίες, ακόμη και στη δυνατότητα συμμετοχής στις κοινωνικές δραστηριότητες. Ένας άνθρωπος μπορεί να ζει τυπικά μέσα στην κοινωνία, αλλά στην πράξη να στερείται όσα είναι απαραίτητα για να συμμετέχει ισότιμα σε αυτήν.

Η φτώχεια, συνεπώς, δεν είναι απλώς η απουσία χρημάτων. Και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν είναι μια ατυχής κατάσταση στην οποία κάποιος βρέθηκε τυχαία.

Η φτώχεια, είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων που καθορίζουν ποιος έχει πρόσβαση στην εργασία, με ποιους όρους εργάζεται, ποιος έχει κατοικία, ποιος μπορεί να μορφωθεί και ποιος έχει πρόσβαση στην περίθαλψη.

Ο εργαζόμενος που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο δεν κινδυνεύει μόνο να χάσει ένα σπίτι. Κινδυνεύει να χάσει τη γειτονιά του, τις κοινωνικές του σχέσεις και τη σταθερότητα της ζωής του. Η κατοικία μετατρέπεται από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα, ενώ η πρόσβαση σε αυτήν εξαρτάται όλο και περισσότερο από το ύψος του εισοδήματος και τις απαιτήσεις της αγοράς.

Αντίστοιχα, εκείνος που δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της υγείας του και υποχρεώνεται να περιμένει για μήνες σε λίστες του ΕΣΥ για μια αναγκαία εξέταση που η καθυστέρηση μπορεί να του κοστίσει την υγεία ακόμα και τη ζωή του.

Το ίδιο ισχύει για την εκπαίδευση. Όταν η μόρφωση εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας, οι κοινωνικές ανισότητες αναπαράγονται από γενιά σε γενιά. Το παιδί που μεγαλώνει στη φτώχεια ξεκινά τη ζωή του με λιγότερες δυνατότητες, όχι εξαιτίας των ικανοτήτων του, αλλά εξαιτίας των υλικών συνθηκών μέσα στις οποίες μεγαλώνει.

Αυτός είναι ο κοινωνικός αποκλεισμός: η σταδιακή απομάκρυνση ανθρώπων από αγαθά, δικαιώματα και δυνατότητες που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα για όλους.

Η φτώχεια ως μηχανισμός υποταγής

Η φτώχεια έχει, όμως, και μια ακόμη διάσταση, που αφορά τη συνείδηση των εργαζομένων.

Όταν η φτώχεια διαρκεί, όταν η ανασφάλεια γίνεται καθημερινότητα και όταν ο άνθρωπος αναγκάζεται να παλεύει διαρκώς για την επιβίωσή του, υπάρχει ο κίνδυνος να αρχίσει να θεωρεί τη στέρηση φυσιολογική κατάσταση. Να πιστέψει ότι δεν υπάρχει καμιά άλλη εναλλακτική δυνατότητα και ότι πρέπει απλώς να προσαρμοστεί.

Όταν η επιβίωση εξαρτάται από τα χρήματα που μπορεί να εξασφαλίσει κάποιος κάνοντας δύο δουλειές, τότε ο φόβος της απώλειας ακόμα και αυτού του ελάχιστου σε παγώνει.

Η ανασφάλεια αποδυναμώνει τις συλλογικές αντιστάσεις. Ο εργαζόμενος που φοβάται ότι θα χάσει τη δουλειά δεν θα συμμετάσχει σε μια απεργία, δεν θα οργανωθεί στο σωματείο δεν θα καταγγείλει την εργοδοτική αυθαιρεσία. Ο άνεργος που περιμένει κάποια περιστασιακή σύμβαση σε κάποιον Δήμο εύκολα εντάσσεται στον εκλογικό μηχανισμό του κάθε Δήμαρχου.

Δεν συμβαίνει, βέβαια, αυτό με όλους τους ανθρώπους ούτε η φτώχεια οδηγεί αναγκαστικά στην υποταγή. Η Ιστορία δείχνει ότι η ταπείνωση και η υποταγή καμιά φορά παίρνουν αντιστροφή κατεύθυνση. Όταν η αδικία γίνεται συνολική εμπειρία της τάξης τότε μπορεί να μετατραπεί σε επίγνωση. Και με δεδομένο ότι η ανάκτηση της αξιοπρέπειας περνά μέσα από την πολιτικοποίηση της φτώχειας, από την αναγνώρισή της ως κοινωνικής σχέσης και όχι ως ατομικής αποτυχίας η ίδια η εμπειρία της αδικίας μπορεί να γεννήσει αγανάκτηση, αλλά και εξέγερση, βλέπουμε τι γίνεται σε Γαλλία, Ιταλία, Αλβανία.

Τα εργατικά σωματεία, οι σύλλογοι των γειτονιών, οι συλλογικότητες αλληλεγγύης, οι οργανώσεις των ανέργων και των συνταξιούχων μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός κοινού μετώπου απέναντι στη φτώχεια και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Χρειάζεται να οργανώνονται οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, να αναδεικνύονται οι κοινές αιτίες τους και να αναπτύσσονται αγώνες για συγκεκριμένες κατακτήσεις, στην στέγη, και στα κοινωνικά δικαιώματα.

Το σωματείο που στηρίζει έναν άνεργο συνάδελφο, οι κάτοικοι μιας γειτονιάς που κινητοποιούνται για να αποτρέψουν μια έξωση, οι εργαζόμενοι που διεκδικούν καλύτερους μισθούς και ασφαλείς συνθήκες εργασίας, όλοι αυτά συμβάλλουν στην πολιτικοποίηση της φτώχιας ταυτόχρονα με την ανάδειξη των πολιτικών και ταξικών αιτιών που την προκαλούν.

Χρειάζεται να περάσουμε από την αλληλεγγύη, ως αναγκαία πράξη συμπαράστασης, στην οργανωμένη συλλογική διεκδίκηση και σύγκρουση. Να δυναμώσουμε τα εργατικά σωματεία, τις οργανώσεις των ανέργων, τις συλλογικότητες στις γειτονιές, τους αγώνες για τη στέγη και την υπεράσπιση των κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων. Να ενώσουμε τον εργαζόμενο με τον άνεργο, τον νέο με τον συνταξιούχο, εκείνον που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι του με εκείνον που αδυνατεί να πληρώσει τους λογαριασμούς του. Σε αυτό το πλαίσιο θα κριθούν το συνδικαλιστικό κίνημα, οι πολιτικές και κινηματικές συλλογικότητες.

Πηγή – KOMMON

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.