ΚύπροςΚαταγγελίες για παρατυπίες στους καταλόγους αιχμαλώτων
Του Μιχάλη Μιχαήλ Διαφορετικές προσεγγίσεις για τον χειρισμό των καταγγελιών σχετικά με την αναγνώριση αιχμαλώτων πολέμου και την καταβολή επιδομάτων αναδεικνύονται μέσα από τις τοποθετήσεις του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων, Νίκου Κέττηρου, και…
8 Νοεμβρίου 2026 · 08:26
Του Μιχάλη Μιχαήλ
Διαφορετικές προσεγγίσεις για τον χειρισμό των καταγγελιών σχετικά με την αναγνώριση αιχμαλώτων πολέμου και την καταβολή επιδομάτων αναδεικνύονται μέσα από τις τοποθετήσεις του προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων, Νίκου Κέττηρου, και του Γραμματέα του Συνδέσμου Αιχμαλώτων, Κύπρου Γιαννή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία καταγράφει προβλήματα στα μητρώα και περίπου 150 περιπτώσεις που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, καθώς και καταγγελίες για ενδεχόμενες κομματικές παρεμβάσεις στην αναγνώριση δικαιούχων.
Ο Νίκος Κέττηρος υποστηρίζει ότι οι καταγγελίες πρέπει να διερευνηθούν πλήρως, με την εμπλοκή της Αστυνομίας όπου προκύπτουν ενδείξεις ποινικών αδικημάτων, ενώ ο Κύπρος Γιαννή εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για τη στάση της Βουλής, θεωρώντας ότι η συζήτηση απομακρύνθηκε από την ουσία των ευρημάτων και τα πραγματικά προβλήματα των αιχμαλώτων.
Παρά τις διαφωνίες, κοινό ζητούμενο παραμένει η διασταύρωση των στοιχείων, η αποκατάσταση πιθανών αδικιών και η προστασία των δικαιωμάτων όσων πραγματικά υπέστησαν την αιχμαλωσία κατά την τουρκική εισβολή του 1974, χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες ή αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
Ν. Κέττηρος: Η Βουλή οφείλει να διερευνήσει πλήρως τις καταγγελίες για τους αιχμαλώτους
Οι άνθρωποι που υπέφεραν κατά την τουρκική εισβολή του 1974 πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε απόφασης της Πολιτείας. Μιλούμε για αιχμαλώτους, παθόντες, συγγενείς αγνοουμένων και πεσόντων, ανθρώπους που δοκιμάστηκαν σκληρά στη διάρκεια της εισβολής και στα χρόνια που ακολούθησαν. Για μεγάλο διάστημα δεν έλαβαν τη στήριξη που δικαιούνταν. Τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να απαλύνουμε αυτές τις αδικίες, πολλές φορές χωρίς δημοσιότητα, ακριβώς για να προστατεύσουμε την αξιοπρέπειά τους.
Με ενοχλεί ιδιαίτερα όταν, στις συζητήσεις για τις γυναίκες που υπέστησαν βιασμούς, αναπαράγονται δημόσια συγκεκριμένα περιστατικά. Κάθε τέτοια αναφορά ξύνει πληγές και πληγώνει ξανά ανθρώπους. Έχω ζητήσει επανειλημμένα να αποφεύγεται αυτή η πρακτική. Στην κοινοβουλευτική επιτροπή πρέπει να εργαζόμαστε για λύσεις και όχι να εκθέτουμε θύματα χάριν δημοσιότητας. Δεν θα επιτρέψω να συνεχιστεί αυτός ο τρόπος συζήτησης.
Στο ζήτημα των αιχμαλώτων, η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας επιβεβαιώνει ανησυχίες που είχε διατυπώσει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αιχμαλώτων. Υπάρχουν περιπτώσεις προσώπων που ενδέχεται να λαμβάνουν επιδόματα χωρίς να τα δικαιούνται. Περίπου 150 περιπτώσεις δεν ταυτοποιούνται στα διαθέσιμα μητρώα. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπήρξε εξαπάτηση. Η ίδια η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει πως μπορεί να έχουν χαθεί τεκμήρια χωρίς ευθύνη των ενδιαφερομένων.
Ζητούμε να ολοκληρωθεί η έρευνα, να διασταυρωθούν όλα τα μητρώα και να εφαρμοστούν οι συστάσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Όποιος αποδειχθεί ότι δεν δικαιούται επίδομα ή άλλο ωφέλημα, πρέπει να αφαιρεθεί από τους καταλόγους. Όπου διαπιστωθεί δόλος, πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες και να ληφθούν τα προβλεπόμενα μέτρα. Κάθε υπόθεση χρειάζεται ξεχωριστή, προσεκτική εξέταση.
Κατανοώ το παράπονο του Συνδέσμου ότι στη Βουλή συζητήθηκαν οι αναφορές για κομματικές παρεμβάσεις αντί να επικεντρωθούμε μόνο στα ευρήματα. Δεν υπήρξε, πάντως, από μέρους μου πρόθεση να φέρουμε τους εκπροσώπους του σε δύσκολη θέση. Όταν ο πρόεδρος του Συνδέσμου αναφέρεται σε κόμματα που φέρονται να μεσολάβησαν, είναι εύλογο να ρωτήσουμε ποια είναι και ποια στοιχεία στηρίζουν την καταγγελία. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ενδείξεις πιθανών ποινικών αδικημάτων.
Γι’ αυτό συνεχίσαμε τη συνεδρία κεκλεισμένων των θυρών, ώστε οι εκπρόσωποι να μιλήσουν χωρίς δημόσια έκθεση. Αναφέρθηκαν δύο κόμματα, αλλά δεν παρουσιάστηκε τεκμηρίωση. Κανένας βουλευτής δεν δημοσιοποίησε τα ονόματά τους. Ζητήσαμε από τον εκπρόσωπο του Συνδέσμου που διατύπωσε τις καταγγελίες να απευθυνθεί στην Αστυνομία και πληροφορηθήκαμε ότι θα το πράξει. Θα ζητήσω επίσης γραπτή ενημέρωση από τον Αρχηγό Αστυνομίας για όσα έχουν γίνει.
Δεν αρκεί να εντοπιστούν ασυμφωνίες στα χαρτιά. Πρέπει να εξεταστεί πώς έγιναν οι εγγραφές, ποια υπηρεσία έλεγξε τα δικαιολογητικά και αν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία που δεν αξιοποιήθηκαν. Οι πολίτες που αναγνωρίστηκαν καλόπιστα δεν πρέπει να στιγματιστούν επειδή ένα αρχείο είναι ελλιπές. Ταυτόχρονα, η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους δημόσιους πόρους και το κύρος της αναγνώρισης των αιχμαλώτων. Αυτοί οι δύο στόχοι δεν συγκρούονται. Απαιτούν υπεύθυνη έρευνα, σαφή συμπεράσματα και δίκαιη αντιμετώπιση όλων των εμπλεκομένων.
Δεν προδικάζουμε την αλήθεια των καταγγελιών ούτε αμφισβητούμε εκ των προτέρων όσα ειπώθηκαν. Αν ο καταγγέλλων επιθυμεί να αποσύρει τους ισχυρισμούς του, είναι δικαίωμά του. Αν όμως επιμένει, έχουμε καθήκον να ζητήσουμε να διερευνηθούν μέχρι τέλους. Προτεραιότητά μας παραμένει η δικαιοσύνη για τους πραγματικούς αιχμαλώτους, με σεβασμό στην αξιοπρέπειά τους και χωρίς συλλογικές κατηγορίες ή προκαταλήψεις.
Κύπρος Γιαννή: Ζητούμε να εξεταστούν ουσιαστικά τα ευρήματα του Γενικού Ελεγκτή
Ως Σύνδεσμος Αιχμαλώτων Πολέμου αγωνιζόμαστε διαχρονικά για την αναγνώριση και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων όσων υπέφεραν κατά την τουρκική εισβολή του 1974. Οι αιχμάλωτοι πολέμου δεν ήταν μόνο στρατιωτικοί, αλλά και άμαχοι που συνελήφθησαν, μεταφέρθηκαν στην Τουρκία και υπέστησαν σκληρές δοκιμασίες. Πολλοί έχουν αποβιώσει και όσοι βρίσκονται σήμερα στη ζωή δικαιούνται σεβασμό και ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία.
Ο Σύνδεσμός μας πρωτοστάτησε στη διεκδίκηση επιδομάτων και δικαιωμάτων, όχι μόνο για τους αιχμαλώτους, αλλά και για άλλες κατηγορίες παθόντων, περιλαμβανομένων των γυναικών που υπέστησαν βιασμούς κατά την εισβολή. Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές αδικίες, ιδιαίτερα σε σχέση με τα οικονομικά κριτήρια που αποκλείουν αιχμαλώτους από συγκεκριμένες παροχές.
Παράλληλα, μέσα από την εξέταση των καταλόγων διαπιστώσαμε περιπτώσεις προσώπων για τα οποία δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα κατά πόσο υπήρξαν πραγματικά αιχμάλωτοι πολέμου. Εντοπίσαμε εγγραφές που πραγματοποιήθηκαν πολλά χρόνια μετά την εισβολή, ακόμη και το 2001 ή το 2007, καθώς και περιπτώσεις όπου οι ημερομηνίες απολύσεως δεν συνάδουν με τις γνωστές διαδικασίες απελευθέρωσης αιχμαλώτων.
Υπενθυμίζουμε ότι οι πρώτες απελευθερώσεις πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1974. Επομένως, όταν παρουσιάζονται έγγραφα που δημιουργούν διαφορετική εικόνα, οφείλουν οι αρμόδιες υπηρεσίες να διερευνήσουν την εγκυρότητά τους.
Απευθυνθήκαμε επανειλημμένα στις κρατικές υπηρεσίες, στο Υπουργείο Άμυνας και στη Βουλή, ζητώντας να ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Επειδή δεν υπήρξε ουσιαστική ανταπόκριση, προσφύγαμε μέσω δικηγόρου στον Γενικό Ελεγκτή και στον Αρχηγό Αστυνομίας.
Η έρευνα του Γενικού Ελεγκτή ανέδειξε ευρήματα που επιβάλλουν περαιτέρω διερεύνηση, ιδιαίτερα σε σχέση με τα πιστοποιητικά και την τεκμηρίωση της ιδιότητας του αιχμαλώτου.
Εκείνο, όμως, που προκαλεί τη μεγαλύτερη απογοήτευσή μας είναι η στάση της Βουλής. Επισκεφθήκαμε επανειλημμένα την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, αναμένοντας ότι θα εξετάσει την ουσία των καταγγελιών και θα αναζητήσει συγκεκριμένες λύσεις.
Αντί αυτού, η συζήτηση μετατράπηκε σε αντιπαράθεση για ενδεχόμενα ρουσφέτια, πολιτικές παρεμβάσεις και ονόματα προσώπων. Ασκήθηκαν πιέσεις για δημοσιοποίηση στοιχείων, ενώ υπάρχουν σαφή ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Δεν είναι ευθύνη του Συνδέσμου να υποκαταστήσει τις αρμόδιες Αρχές. Τα στοιχεία βρίσκονται στα υπουργεία, στα στρατολογικά αρχεία και στις υπηρεσίες που εξέδωσαν ή αποδέχθηκαν τα σχετικά πιστοποιητικά.
Η Βουλή οφείλει να ζητήσει από αυτές τις υπηρεσίες να αναλάβουν τις ευθύνες τους, αντί να μεταφέρει το βάρος στους ίδιους τους αιχμαλώτους.
Εξίσου απογοητευτική είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των οικονομικών κριτηρίων. Ενώ διεκδικούμε εδώ και χρόνια την άρση αδικιών, εξακολουθούν να υπάρχουν αιχμάλωτοι που αποκλείονται από επιδόματα.
Δεν μπορεί η Βουλή να αναλώνεται σε συζητήσεις για πολιτικές εξυπηρετήσεις και να αφήνει αναπάντητα τα πραγματικά προβλήματα.
Ζητούμε να εξεταστούν ουσιαστικά τα ευρήματα του Γενικού Ελεγκτή, να ξεκαθαρίσουν οι κατάλογοι και να προστατευθούν τα δικαιώματα όσων πραγματικά υπήρξαν αιχμάλωτοι.
Η Βουλή πρέπει επιτέλους να αναλάβει τις ευθύνες της, να απαιτήσει συγκεκριμένες απαντήσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες και να προωθήσει λύσεις. Οι αιχμάλωτοι πολέμου δεν χρειάζονται άλλες πολιτικές αντιπαραθέσεις. Χρειάζονται δικαιοσύνη, αναγνώριση και έμπρακτο σεβασμό από την Πολιτεία.
Πηγή – Διάλογος










