ΚύπροςΚαλλιθέα: Τι είναι το πικρικό οξύ που βρέθηκε σε κτίριο
Τις Αρχές ενημέρωσε διερχόμενος πολίτης, ενώ στο σημείο έχουν σπεύσει αστυνομικές και πυροσβεστικές δυνάμεις, αποκλείοντας την περιοχή. Σύμφωνα με πληροφορίες του «ΕΤ» τα φιαλίδια περιέχουν πικρικό οξύ, κρυσταλλοποιημένο. Πρόκειται για ύλες που…
6 Οκτωβρίου 2026 · 17:22
Τις Αρχές ενημέρωσε διερχόμενος πολίτης, ενώ στο σημείο έχουν σπεύσει αστυνομικές και πυροσβεστικές δυνάμεις, αποκλείοντας την περιοχή.
Σύμφωνα με πληροφορίες του «ΕΤ» τα φιαλίδια περιέχουν πικρικό οξύ, κρυσταλλοποιημένο. Πρόκειται για ύλες που μπορούν να προκαλέσουν έκρηξη και χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή εκρηκτικών, κυρίως στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στην περιοχή έχει μεταβεί κλιμάκιο του Τμήματος Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών (ΤΕΕΜ), προκειμένου να πραγματοποιήσει έλεγχο και να προχωρήσει στην περισυλλογή φιαλιδίων που ενδέχεται να περιέχουν επικίνδυνη ουσία.
Ολοκληρώθηκε η επιχείρηση απομάκρυνσης
Λίγο πριν τις 18:00 ολοκληρώθηκε η επιχείρηση απομάκρυνσης των δύο φιαλιδίων με την εκρηκτική ουσία που εντόπισε πολίτης στην Καλλιθέα .
Η αστυνομία απομάκρυνε την επικίνδυνη ουσία αφού προηγουμένως εκκένωσε προληπτικά τα γειτονικά διαμερίσματα.
Τι είναι το πικρικό οξύ
Πικρικό οξύ είναι η συνηθισμένη ονομασία της οργανικής χημικής ενώσεως 2,4,6-τρινιτροφαινόλης (TNP), με μοριακό τύπο C6H3N3O7. Στις κανονικές συνθήκες είναι ένα υποκίτρινο κρυσταλλικό στερεό. Πρόκειται για μία από τις πλέον όξινες φαινόλες και άλλες ονομασίες του είναι καρβαζωτικό οξύ και πικρονιτρικό οξύ. Το πικρικό οξύ, όπως και άλλες ενώσεις με πολλές νιτρικές ρίζες στο μόριό τους, είναι εκρηκτική ύλη. Η κοινή του ονομασία στα ελληνικά και διεθνώς (π.χ. αγγλ. picric acid, γερμαν. Pikrinsäure) προέρχεται από την ελληνική λέξη «πικρός» και οφείλεται στην πικρή του γεύση.
Η κυριότερη χρήση του πικρικού οξέος ήταν ως εκρηκτική ύλη, μέχρι την αντικατάστασή του από άλλα εκρηκτικά. Χρησιμοποιήθηκε επίσης στην ιατρική ως αντισηπτικό και για την περιποίηση εγκαυμάτων. Το οξύ χρησιμοποιείται και σήμερα στην αναλυτική χημεία των μετάλλων και των μεταλλευμάτων.
Το καθαρό άνυδρο πικρικό οξύ έχει πυκνότητα 1,763 γραμμάρια/cm³. Το σημείο τήξεώς του είναι 122,5 °C, ενώ το θεωρητικό σημείο βρασμού του είναι υψηλότερο των 300 °C (εκρήγνυται πριν προλάβει να θερμανθεί σε αυτή τη θερμοκρασία). Η διαλυτότητα του πικρικού οξέος στο νερό είναι 12,7 γραμμάρια ανά λίτρο στους 25 °C. Η αρχική ταχύτητα των αερίων που παράγονται κατά την έκρηξή του ανέρχεται σε 7350 m/sec (26,5 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα). Η έκρηξη 100 γραμμαρίων πικρικού οξέος ισοδυναμεί με την έκρηξη 120 γραμμαρίων TNT.
Η χρήση του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Το πικρικό οξύ πιθανώς να αναφέρεται για πρώτη φορά στα γραπτά του Γερμανού αλχημιστή Γιόχαν Ρούντολφ Γκλάουμπερ το 1742. Αρχικώς παρασκευαζόταν με τη νίτρωση υλικών όπως τα κέρατα ζώων, το μετάξι, το λουλάκι και φυσικές ρητίνες, με τη σύνθεση από λουλάκι να ανακαλύπτεται από τον Ιρλανδό χημικό και ορυκτολόγο Πέτερ Γουλφ το 1771. Η σύνθεσή του από φαινόλη και ο προσδιορισμός του μοριακού τύπου του έγιναν το 1841. Μέχρι το 1830 οι χημικοί δεν είχαν σκεφθεί τη χρήση του πικρικού οξέος ως εκρηκτικού: υπέθεταν ότι μόνο τα άλατά του ήταν εκρηκτικά, και όχι το ίδιο το οξύ. Μόλις το 1871 ο Χέρμαν Σπρένγκελ απέδειξε ότι μπορούσε να εκραγεί και από τότε οι περισσότεροι στρατοί το χρησιμοποιούσαν ως το βασικό εκρηκτικό τους υψηλής ταχύτητας αερίων. Ο Ιούλιος Βερν αναφέρει τη χρήση του ως εκρηκτικού στο μυθιστόρημα Σανσελόρ ήδη το 1875.
Το πικρικό οξύ υπήρξε το πρώτο ισχυρό οργανικό εκρηκτικό που ήταν ικανό να αντέξει την εκτόξευσή του μέσα σε οβίδα συμβατικών πυροβόλων. Η νιτρογλυκερίνη και η βαμβακοπυρίτιδα ήταν διαθέσιμες νωρίτερα, αλλά η ευασθησία τους στις δονήσεις προκαλούσε κάποιες φορές την έκρηξή τους μέσα στον σωλήνα του πυροβόλου όταν αυτό εκπυρσοκροτούσε. Το 1885, βασιζόμενος πάνω στις έρευνες του Σπρένγκελ, ο Γάλλος χημικός Εζέν Τυρπέν κατοχύρωσε τη χρήση συμπιεσμένου και χυτευμένου πικρικού οξέος σε φουρνέλα και οβίδες πυροβολικού. Το 1887 η γαλλική κυβέρνηση υιοθέτησε ένα μίγμα πικρικού οξέος και βαμβακοπυρίτιδας με την ονομασία «μελινίτης». Το 1888 η Μεγάλη Βρετανία άρχισε να παρασκευάζει ένα πολύ παρόμοιο μίγμα στο Lydd του Κεντ και του έδωσε το όνομα «Λυδδίτης». Η Ιαπωνία ακολούθησε με μία βελτιωμένη σύνθεση γνωστή ως σκόνη του Shimose, από το όνομα του εφευρέτη της, Σιμόσε Μασατσίκα (1860-1911). Από το 1894 η Ρωσία άρχισε να παράγει οβίδες με γόμωση πικρικού οξέος. Το πικρικό αμμώνιο, γνωστό ως Dunnite ή «εκρηκτικό D», χρησιμοποιήθηκε από τις ΗΠΑ από το 1906. Ωστόσο, οβίδες με γόμωση πικρικού οξέος γίνονται πολύ ασταθείς αν η ουσία αντιδράσει με το μέταλλο της οβίδας ή του πυροσωλήνα σχηματίζοντας μεταλλικά πικρικά άλατα, τα οποία είναι πιο ευαίσθητα από το οξύ. Η έκρηξη στο Χάλιφαξ (1917) έδειξε την ευαισθησία του πικρικού οξέος. Το πικρικό οξύ χρησιμοποιήθηκε στη Μάχη του Ομντουρμάν, στον Δεύτερο Πόλεμο των Μπόερς, στον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι προσπάθειες να ελεγχθεί η διαθεσιμότητα της φαινόλης, της πρόδρομης ουσίας του πικρικού οξέος, αποδεικνύουν τη μεγάλη σημασία του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναφέρεται ότι οι Γερμανοί είχαν αγοράσει τα αμερικανικά αποθέματα φαινόλης και τα είχαν μετατρέψει σε ακετυλοσαλικυλικό οξύ, δηλαδή ασπιρίνη, για να μην πέσουν στα χέρια των Συμμάχων. Η εταιρεία Dow Chemical περιγράφει το πικρικό οξύ ως «το κυριότερο εκρηκτικό μάχης που χρησιμοποιήθηκε από τους Γάλλους», ενώ μεγάλες ποσότητες φαινόλης μεταφέρθηκαν και στην Ιαπωνία, όπου χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή πικρικού οξέος που πωλήθηκε στους Ρώσους (στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Ιάπωνες και Ρώσοι ήταν σύμμαχοι).
Πηγή – Ελεύθερος Τύπος








