ArticlesΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ: Ένωση και εργατική ενότητα: η δύσκολη εξίσωση του 1944 (Μέρος 7ο)
Επιμέλεια: Μιχάλης Μιχαήλ Μέρος 7ο Στο προηγούμενο σημείωμα είδαμε ότι η επίσκεψη του Σερ Κόσμο Πάρκινσον ανέδειξε έναν εσωτερικό ανταγωνισμό στην ελληνοκυπριακή πολιτική ζωή: Εκκλησία, ΚΕΚ και ΑΚΕΛ υποστήριζαν την Ένωση, αλλά ακολουθούσαν διαφορετικούς…
7 Νοεμβρίου 2026 · 13:50
Επιμέλεια: Μιχάλης Μιχαήλ
Μέρος 7ο
Στο προηγούμενο σημείωμα είδαμε ότι η επίσκεψη του Σερ Κόσμο Πάρκινσον ανέδειξε έναν εσωτερικό ανταγωνισμό στην ελληνοκυπριακή πολιτική ζωή: Εκκλησία, ΚΕΚ και ΑΚΕΛ υποστήριζαν την Ένωση, αλλά ακολουθούσαν διαφορετικούς δρόμους και διεκδικούσαν διαφορετικό ρόλο στην εκπροσώπηση του εθνικού αιτήματος.
Υπήρχε, όμως, και μια άλλη διάσταση. Η ολοένα εντονότερη σύνδεση της Αριστεράς και του συνδικαλιστικού κινήματος με την Ένωση δημιουργούσε ένα δύσκολο ερώτημα για τους Τουρκοκύπριους εργάτες που συμμετείχαν στις ίδιες οργανώσεις με τους Ελληνοκύπριους: μπορούσε η κοινή εργατική δράση να συνυπάρξει με ένα εθνικό αίτημα, το οποίο η τουρκοκυπριακή κοινότητα αντιμετώπιζε με έντονη ανησυχία;
Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι στις ίδιες συντεχνίες
Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 το εργατικό κίνημα αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους χώρους οργανωμένης συνεργασίας ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Η Παγκύπρια Συντεχνιακή Επιτροπή (ΠΣΕ), που δημιουργήθηκε το 1941 και βρισκόταν πολιτικά κοντά στο ΑΚΕΛ, επεδίωκε την οργάνωση των εργαζομένων στη βάση κοινών οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων.
Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και οι δύσκολες συνθήκες της πολεμικής περιόδου επηρέαζαν τους εργαζομένους και των δύο κοινοτήτων. Σε αρκετές εργατικές κινητοποιήσεις Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι βρέθηκαν στην ίδια πλευρά, διεκδικώντας αυξήσεις, καλύτερες συνθήκες εργασίας και συνδικαλιστικά δικαιώματα.
Χαρακτηριστική ήταν η μεγάλη απεργία των εργατών στα δημόσια έργα τον Μάρτιο του 1944. Στην κινητοποίηση συμμετείχαν εργαζόμενοι και από τις δύο κοινότητες, ενώ ανάμεσα στα μέλη της απεργιακής επιτροπής στη Λευκωσία αναφέρεται και ο Τουρκοκύπριος Μουνίρ Ραΐφ[1]. Το παράδειγμα δείχνει ότι λίγους μόλις μήνες πριν από την επίσκεψη Πάρκινσον η κοινή συνδικαλιστική δράση αποτελούσε υπαρκτή πραγματικότητα.
Η συνεργασία αυτή, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι είχαν εξαφανιστεί οι διαφορετικές εθνικές αντιλήψεις. Ήδη από το 1942–43 είχαν αρχίσει προσπάθειες δημιουργίας χωριστών τουρκοκυπριακών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Επομένως, η τάση διαφοροποίησης είχε εμφανιστεί πριν από τον Αύγουστο του 1944 και δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις κινητοποιήσεις που συνόδευσαν την επίσκεψη Πάρκινσον[2].
Το πρόβλημα της Ένωσης
Η υιοθέτηση της Ένωσης από το ΑΚΕΛ έκανε αυτή την αντίφαση περισσότερο εμφανή. Για την ελληνοκυπριακή Αριστερά η υποστήριξη της Ένωσης μπορούσε να συνδεθεί με τις αρχές της αυτοδιάθεσης και με τις προσδοκίες που δημιουργούσε ο πόλεμος εναντίον του φασισμού.
Για μεγάλο μέρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας, όμως, η ίδια λέξη είχε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Όπως είδαμε στο δεύτερο μέρος της σειράς, η Söz αντιμετώπισε την επίσκεψη Πάρκινσον ως ευκαιρία να καταστήσει σαφές ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν αποδέχονταν την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η εφημερίδα ζητούσε παράλληλα πολιτικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές στην αποικιακή διακυβέρνηση, γεγονός που δείχνει ότι η τουρκοκυπριακή στάση δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως ταύτιση με τη βρετανική εξουσία.
Εδώ βρισκόταν το δύσκολο σημείο για την Αριστερά. Η ΠΣΕ μπορούσε να καλεί Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους σε κοινό αγώνα για μισθούς και εργασιακά δικαιώματα. Όταν όμως η ίδια οργανωμένη εργατική δύναμη συμμετείχε σε κινητοποιήσεις με ελληνικές σημαίες και συνθήματα υπέρ της Ένωσης, η ταξική ενότητα δοκιμαζόταν από ένα ζήτημα στο οποίο οι δύο κοινότητες δεν είχαν κοινή πολιτική αφετηρία.
Ο Αύγουστος του 1944 ως σημείο καμπής
Οι κινητοποιήσεις που συνόδευσαν την παρουσία του Πάρκινσον έκαναν την αντίφαση περισσότερο ορατή. Στις 17–18 Αυγούστου, και ιδιαίτερα στην «Ημέρα Εθνικής Εκδηλώσεως» της 28ης Αυγούστου, το ΑΚΕΛ και η ΠΣΕ συνέδεσαν τη μαζική κινητοποίηση με την προβολή της Ένωσης.
Μελέτη του Σώτου Κτωρή αναφέρει ότι τον Αύγουστο του 1944 120 Τουρκοκύπριοι εργάτες, υπό τον Hassan Şaşmaz, αποχώρησαν από την ΠΣΕ, μέσα στο κλίμα που δημιούργησαν οι φιλοενωτικές κινητοποιήσεις.
Ο Κτωρής συνδέει το επεισόδιο με την ευρύτερη πορεία δημιουργίας χωριστών τουρκοκυπριακών συνδικαλιστικών οργανώσεων[3].
Για τον συγκεκριμένο αριθμό, πάντως, χρειάζεται προσοχή μέχρι να ελεγχθούν απευθείας και τα πρωτογενή τεκμήρια στα οποία στηρίζεται η σχετική βιβλιογραφία.
Η σημασία του επεισοδίου είναι μεγάλη. Η Ένωση μπορούσε να ενισχύσει πολιτικά το ΑΚΕΛ μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινωνία, ταυτόχρονα όμως δυσκόλευε την προσπάθειά του να διατηρήσει μια συνδικαλιστική βάση που υπερέβαινε τα κοινοτικά όρια.
Η χρονική συγκυρία είχε ιδιαίτερη σημασία. Η παρουσία ενός τόσο υψηλόβαθμου εκπροσώπου του βρετανικού Υπουργείου Αποικιών έδινε στις ελληνοκυπριακές οργανώσεις την ευκαιρία να παρουσιάσουν την Ένωση ως μαζικό λαϊκό αίτημα και όχι απλώς ως θέση της Εκκλησίας ή πολιτικών παραγόντων. Όσο εντονότερη, όμως, γινόταν αυτή η δημόσια προβολή, τόσο περισσότερο οι Τουρκοκύπριοι καλούνταν να τοποθετηθούν απέναντί της.
Οι διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της Κύπρου έμπαιναν έτσι και μέσα στους χώρους όπου μπορούσε ευκολότερα να αναπτυχθεί κοινή δράση. Η ίδια κινητοποίηση που επέτρεπε στο ΑΚΕΛ να ενισχύσει την παρουσία του στο ελληνοκυπριακό ενωτικό κίνημα μπορούσε, ταυτόχρονα, να αποδυναμώσει την απήχησή του μεταξύ Τουρκοκυπρίων εργατών. Αυτή ήταν μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αντιφάσεις που ανέδειξε το καλοκαίρι του 1944.
Μια αντίφαση μέσα στην ίδια την Αριστερά
Η ΠΣΕ απέδωσε τότε τις αποχωρήσεις Τουρκοκυπρίων εργατών στην επίδραση της τουρκοκυπριακής εθνικιστικής ηγεσίας. Τα πρακτικά της τρίτης Παγκύπριας Συντεχνιακής Συνδιάσκεψης, τον Σεπτέμβριο του 1944, αποτελούν σημαντική πηγή για τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Αριστερά αντιλαμβανόταν το πρόβλημα[3].
Ωστόσο η εξήγηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην παρέμβαση του τουρκοκυπριακού εθνικισμού. Υπήρχε μια πραγματική πολιτική αντίφαση: η Αριστερά επεδίωκε να οργανώσει τους εργαζομένους ανεξαρτήτως κοινότητας, αλλά ταυτόχρονα υιοθετούσε έναν εθνικό στόχο, τον οποίο σημαντικό μέρος των Τουρκοκυπρίων απέρριπτε.
Η ένταση είχε γίνει ορατή ακόμη και πριν από τον Αύγουστο. Ο Κτωρής παραπέμπει σε άρθρο του Ντερβίς Αλή Καβάζογλου στην τουρκοκυπριακή Halkın Sesi τον Ιούνιο του 1944, στο οποίο ασκούσε κριτική στην ενωτική πολιτική της Αριστεράς, υποστηρίζοντας ότι δεν λαμβάνονταν επαρκώς υπόψη τα εθνικά αισθήματα των Τουρκοκυπρίων[4].
Το στοιχείο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η κριτική δεν προερχόταν μόνο από τη συντηρητική τουρκοκυπριακή ηγεσία.
Η διάσπαση δεν ήταν ακόμη ολοκληρωμένη
Θα ήταν, πάντως, λανθασμένο να θεωρήσουμε ότι το 1944 η κοινή εργατική δράση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων τερματίστηκε. Η ιστορική εξέλιξη ήταν περισσότερο σύνθετη.
Οι χωριστές τουρκοκυπριακές συντεχνίες είχαν αρχίσει να δημιουργούνται νωρίτερα και το 1945 συγκροτήθηκε η Ένωση Τουρκοκυπριακών Εργατικών Συντεχνιών. Παρ’ όλα αυτά, Τουρκοκύπριοι εργάτες εξακολούθησαν να δραστηριοποιούνται στις κοινές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Νεότερη έρευνα επισημαίνει ότι η δημιουργία χωριστών οργανώσεων δεν επέφερε άμεσο τερματισμό της διακοινοτικής συνδικαλιστικής συνεργασίας[5].
Αυτό είναι ουσιαστικό για την κατανόηση του 1944. Δεν βρισκόμαστε ακόμη μπροστά στην πλήρη εθνοτική διαίρεση του εργατικού κινήματος. Βρισκόμαστε σε μια στιγμή κατά την οποία οι αντιφάσεις γίνονται περισσότερο ορατές. Η σημασία, λοιπόν, του 1944 βρίσκεται περισσότερο στην εμφάνιση καθαρών ρωγμών παρά σε μια οριστική διάσπαση.
Η κληρονομιά της επίσκεψης Πάρκινσον
Η επίσκεψη Πάρκινσον λειτούργησε και εδώ ως καταλύτης. Δεν δημιούργησε ούτε τις διαφορετικές εθνικές επιδιώξεις ούτε τις χωριστές τουρκοκυπριακές συντεχνίες. Έφερε όμως στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που θα γινόταν ολοένα δυσκολότερο: πώς μπορούσε να διατηρηθεί η κοινή ταξική δράση όταν το κυρίαρχο εθνικό αίτημα της μιας κοινότητας προκαλούσε φόβο και αντίδραση στην άλλη;
Για το ΑΚΕΛ, η σύνδεση κοινωνικών διεκδικήσεων, πολιτικών ελευθεριών και Ένωσης αποτελούσε μέσο διεύρυνσης της πολιτικής του επιρροής στην ελληνοκυπριακή κοινωνία. Για τους Τουρκοκύπριους εργάτες, όμως, η συμμετοχή σε ένα συνδικαλιστικό κίνημα που προέβαλλε τόσο έντονα την Ένωση μπορούσε να δημιουργήσει ένα πραγματικό δίλημμα ανάμεσα στην ταξική αλληλεγγύη και στην κοινοτική τους ταυτότητα.
Ο Αύγουστος του 1944, επομένως, δεν σηματοδότησε το τέλος της ελληνοτουρκοκυπριακής εργατικής συνεργασίας. Αποκάλυψε όμως τα όρια μέσα στα οποία αυτή μπορούσε να λειτουργήσει όταν η Ένωση μετατρεπόταν σε κεντρικό αίτημα της μαζικής πολιτικής κινητοποίησης.
Στο επόμενο και τελευταίο σημείωμα θα εξετάσουμε τι άφησε τελικά πίσω της η επίσκεψη του Σερ Κόσμο Πάρκινσον και τι μας αποκαλύπτει για την Κύπρο που έμπαινε στη μεταπολεμική εποχή.
Υποσημειώσεις
[1] Για την απεργία των εργατών στα δημόσια έργα του Μαρτίου 1944 και τη συμμετοχή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βλ. τη σχετική ιστορική βιβλιογραφία για το κυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα.
[2] Sotos Ktoris, «AKEL and the Turkish Cypriots (1941–1955)», The Cyprus Review, 25:2.
[3] Sotos Ktoris, ό.π.· Πρακτικά 3ης Παγκύπριας Συντεχνιακής Συνδιάσκεψης ΠΣΕ, 24–25 Σεπτεμβρίου 1944, όπως παρατίθενται στη σχετική μελέτη.
[4] Halkın Sesi, 13 Ιουνίου 1944, αρ. 429, D.A. Alkan [Ντερβίς Αλή Καβάζογλου], «Türk Amele Birliği Rumlardan niçin ayrılmıştır?»· βλ. επίσης Sotos Ktoris, «AKEL and the Turkish Cypriots (1941–1955)», The Cyprus Review, 25:2, σ. 22–23.
[5] Gregoris Ioannou – Sertaç Sonan, «Trade unions and politics in Cyprus: a historical comparative analysis across the dividing line», Mediterranean Politics, 22:4.
Βασικές πηγές και βιβλιογραφία
Sotos Ktoris, «AKEL and the Turkish Cypriots (1941–1955)», The Cyprus Review, 25:2.
Gregoris Ioannou – Sertaç Sonan, «Trade unions and politics in Cyprus: a historical comparative analysis across the dividing line», Mediterranean Politics, 22:4.
Söz, Αύγουστος 1944.
Πρακτικά 3ης Παγκύπριας Συντεχνιακής Συνδιάσκεψης ΠΣΕ, 24–25 Σεπτεμβρίου 1944, όπως παρατίθενται στη σχετική βιβλιογραφία.
Πηγή – Διάλογος










