ΔιεθνήΙστορικές Διαδρομές: ΑΚΕΛ, Δεξιά και Εκκλησία: Η μάχη για την πολιτική πρωτοκαθεδρία
Του Μιχάλη Μιχαήλ Μέρος 6ο Στο προηγούμενο σημείωμα εξετάσαμε ποιους συνάντησε ο Σερ Κόσμο Πάρκινσον και ποιες από τις διαφορετικές κυπριακές φωνές έφθασαν μέχρι τον προσωπικό αντιπρόσωπο του Βρετανού Υπουργού Αποικιών. Η επίσκεψή του,…
31 Οκτωβρίου 2026 · 08:25
Του
Μιχάλη Μιχαήλ
Μέρος 6ο
Στο προηγούμενο σημείωμα εξετάσαμε ποιους συνάντησε ο Σερ Κόσμο Πάρκινσον και ποιες από τις διαφορετικές κυπριακές φωνές έφθασαν μέχρι τον προσωπικό αντιπρόσωπο του Βρετανού Υπουργού Αποικιών.
Η επίσκεψή του, όμως, ανέδειξε και μια δεύτερη σύγκρουση, λιγότερο εμφανή από την αντιπαράθεση με την αποικιακή διοίκηση: τον ανταγωνισμό μέσα στην ίδια την ελληνοκυπριακή κοινότητα για το ποιος μπορούσε να εμφανίζεται ως ο κύριος πολιτικός εκφραστής του αιτήματος της Ένωσης.
Το 1944 το ερώτημα δεν ήταν απλώς ποιος υποστήριζε την Ένωση. Την υποστήριζαν η Εκκλησία, το ΚΕΚ και το ΑΚΕΛ. Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα ήταν διαφορετικό: ποιος θα είχε την πρωτοβουλία και, τελικά, την πολιτική ηγεσία του ενωτικού κινήματος;
Η Εκκλησία και ο παραδοσιακός ρόλος της
Για δεκαετίες, η Εκκλησία της Κύπρου αποτελούσε βασικό θεσμό πολιτικής και εθνικής εκπροσώπησης των Ελληνοκυπρίων. Μετά τα Οκτωβριανά του 1931 και τους περιορισμούς που επέβαλε η βρετανική αποικιακή διοίκηση στην πολιτική ζωή, ο ρόλος της παρέμενε ιδιαίτερα σημαντικός.
Το 1944 κεντρική προσωπικότητα ήταν ο τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου, μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος. Ενόψει της επίσκεψης του Πάρκινσον, επιχείρησε να εξασφαλίσει κοινή ελληνοκυπριακή εμφάνιση γύρω από το αίτημα της Ένωσης. Στόχος ήταν οι πολιτικές δυνάμεις να παρουσιάσουν στον Βρετανό απεσταλμένο κοινό υπόμνημα, προβάλλοντας την Ένωση ως κοινή εθνική διεκδίκηση.[1]
Η προσπάθεια, όμως, για τη δημιουργία κοινού μετώπου προσέκρουσε στις αντιρρήσεις του ΚΕΚ, το οποίο δεν αποδεχόταν την κοινή πολιτική δράση με το ΑΚΕΛ.
Το ΑΚΕΛ ανταποκρίθηκε θετικά στην πρωτοβουλία του Λεόντιου, ενώ το ΚΕΚ επέλεξε τελικά να κινηθεί χωριστά.[1]
Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, επειδή δείχνει ότι η διαφωνία δεν αφορούσε τον ίδιο τον στόχο της Ένωσης. Και οι δύο πολιτικοί χώροι τον υποστήριζαν. Το πρόβλημα βρισκόταν στη συνεργασία με το ΑΚΕΛ και, βαθύτερα, στο ζήτημα του ποιος θα είχε την πολιτική πρωτοβουλία στην προβολή του ενωτικού αιτήματος.
Το ΑΚΕΛ μπαίνει στο εθνικό πεδίο
Η εμφάνιση και η γρήγορη ανάπτυξη του ΑΚΕΛ είχαν μεταβάλει τα πολιτικά δεδομένα. Το κόμμα, που ιδρύθηκε το 1941, είχε μέσα σε λίγα χρόνια αποκτήσει σημαντική παρουσία στις πόλεις, στο εργατικό κίνημα και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στις δημοτικές εκλογές του 1943 η Αριστερά σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, με χαρακτηριστικότερες την εκλογή του Πλουτή Σέρβα στη δημαρχία της Λεμεσού και του Αδάμ Αδάμαντος στη δημαρχία της Αμμοχώστου.[2]
Η σημασία αυτής της ανόδου δεν περιοριζόταν πλέον στα εργατικά και κοινωνικά ζητήματα. Το ΑΚΕΛ είχε υιοθετήσει ανοικτά την Ένωση και επιχειρούσε να συμμετάσχει ενεργά στη διεκδίκησή της. Παράλληλα, πρόβαλλε την ανάγκη συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων γύρω από τον εθνικό στόχο.
Αυτό δημιουργούσε ένα νέο δεδομένο στην ελληνοκυπριακή πολιτική ζωή. Η Ένωση δεν αποτελούσε πλέον πεδίο στο οποίο μπορούσαν να διεκδικούν πολιτική πρωτοκαθεδρία μόνο η Εκκλησία και οι παραδοσιακές εθνικόφρονες δυνάμεις. Ένα μαζικό κόμμα της Αριστεράς, με ισχυρούς δεσμούς με το οργανωμένο εργατικό κίνημα, διεκδικούσε πλέον θέση και στην εκπροσώπηση του εθνικού αιτήματος.
Γιατί δεν δημιουργήθηκε κοινό μέτωπο;
Η επίσκεψη του Πάρκινσον έφερε αυτή την αντίθεση στην επιφάνεια.
Η πρωτοβουλία του Λεόντιου θα μπορούσε θεωρητικά να οδηγήσει σε κοινή ελληνοκυπριακή εμφάνιση. Στην πράξη, όμως, η συνεργασία με το ΑΚΕΛ αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο για το ΚΕΚ και γενικότερα για σημαντικό τμήμα του εθνικόφρονος χώρου.[1]
Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση. Η άρνηση του ΚΕΚ να συμμετάσχει σε κοινή κίνηση δεν σήμαινε απόρριψη της Ένωσης. Αντίθετα, το ΚΕΚ πρόβαλλε επίσης το ενωτικό αίτημα. Η διαφορά βρισκόταν στο ότι επέλεγε να το κάνει χωριστά και όχι μέσα από ένα κοινό πολιτικό σχήμα στο οποίο θα συμμετείχε το ΑΚΕΛ.
Η στάση αυτή αποτυπώνει έναν βαθύτερο ανταγωνισμό. Η συμμετοχή του ΑΚΕΛ σε μια κοινή εθνική αντιπροσωπεία θα αναγνώριζε στην Αριστερά θέση ισότιμου συνομιλητή σε ένα πολιτικό πεδίο που για χρόνια συνδεόταν κυρίως με την Εκκλησία και την παραδοσιακή εθνική ηγεσία. Παράλληλα, στον χώρο της Δεξιάς υπήρχε έντονη αντικομμουνιστική δυσπιστία απέναντι στο ΑΚΕΛ και αμφισβήτηση της ενωτικής πολιτικής του.[1]
Έτσι, με αφορμή την παρουσία του Πάρκινσον, δεν εκδηλωνόταν μόνο η αντιπαράθεση των Ελληνοκυπρίων με τη βρετανική αποικιακή εξουσία. Αναπτυσσόταν ταυτόχρονα μια εσωτερική πολιτική μάχη για το ποιος μπορούσε να εμφανίζεται ως ο αυθεντικός εκπρόσωπος της Ένωσης.
Η αντιπαράθεση αποκτούσε μεγαλύτερη σημασία επειδή εκδηλωνόταν σε περίοδο βαθιάς μεταβολής της πολιτικής ζωής. Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία περιορισμών που ακολούθησαν τα Οκτωβριανά, είχαν εμφανιστεί νέες οργανώσεις, ισχυρότερες συντεχνίες και νέες μορφές λαϊκής συμμετοχής. Το ΑΚΕΛ μπορούσε πλέον να στηρίζεται σε οργανωμένα κοινωνικά στρώματα και να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση από τις διακηρύξεις στις μαζικές συγκεντρώσεις.
Για την παραδοσιακή εθνική ηγεσία αυτό δημιουργούσε μια νέα πραγματικότητα. Η Ένωση παρέμενε κοινός διακηρυγμένος στόχος, αλλά οι όροι της πολιτικής διεκδίκησής της άλλαζαν. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο τι θα ζητούσαν οι Ελληνοκύπριοι από τη Βρετανία, αλλά και ποιος θα είχε τη δύναμη να διαμορφώσει και να εκπροσωπήσει αυτή τη διεκδίκηση.
Η επίσκεψη του Πάρκινσον λειτούργησε έτσι ως καταλύτης, φέρνοντας στην επιφάνεια έναν ανταγωνισμό που θα γινόταν εντονότερος στα μεταπολεμικά χρόνια.
Δύο διαφορετικοί δρόμοι
Οι διαφορετικές επιλογές έγιναν ακόμη πιο εμφανείς κατά την παραμονή του Πάρκινσον στο νησί.
Το ΚΕΚ επέλεξε τη χωριστή πολιτική εκπροσώπηση και την απευθείας παρουσίαση των θέσεών του στον Βρετανό απεσταλμένο.
Το ΑΚΕΛ, αντίθετα, έδωσε πολύ μεγαλύτερη έμφαση στη μαζική κινητοποίηση.
Οι διαδηλώσεις της 17ης–18ης Αυγούστου και ιδιαίτερα η παγκύπρια «Ημέρα Εθνικής Εκδηλώσεως» της 28ης Αυγούστου μετέφεραν το αίτημα της Ένωσης από τα υπομνήματα και τις συναντήσεις στους δρόμους, στις συγκεντρώσεις και στις εργατικές οργανώσεις. Με αυτόν τον τρόπο, η Αριστερά επιχειρούσε να παρουσιάσει την Ένωση όχι μόνο ως θέση κομμάτων και θεσμών, αλλά ως αίτημα που μπορούσε να κινητοποιήσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα.
Η προγραμματισμένη συνάντηση του ΑΚΕΛ και της ΠΣΕ με τον Πάρκινσον τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Όπως είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα, το ΑΚΕΛ δεν ήταν διατεθειμένο να εγκαταλείψει τη δημόσια κινητοποίηση, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι απαγορεύσεις και οι διώξεις που είχαν ακολουθήσει τα γεγονότα της 17ης–18ης Αυγούστου.[3]
Έτσι διαμορφώθηκαν δύο διαφορετικοί τρόποι προβολής του ίδιου εθνικού αιτήματος: η χωριστή θεσμική εκπροσώπηση από τη μια και η μαζική πολιτική κινητοποίηση από την άλλη.
Ποιος μιλούσε στο όνομα της Ένωσης;
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της αντιπαράθεσης. Το ΑΚΕΛ επιχειρούσε να αποδείξει ότι μπορούσε όχι μόνο να οργανώνει εργάτες και να διεκδικεί κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και να κινητοποιεί σημαντικά τμήματα της ελληνοκυπριακής κοινωνίας γύρω από την Ένωση.
Η Δεξιά, από την πλευρά της, δεν ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει στην ανερχόμενη Αριστερά την πολιτική πρωτοβουλία σε ένα ζήτημα που αποτελούσε επί δεκαετίες κεντρικό στοιχείο της δικής της πολιτικής και εθνικής ταυτότητας.
Ακόμη και η εικόνα που δίνει ο Τύπος της περιόδου φαίνεται να αντανακλά αυτή τη διαφορά.
Η επίσκεψη του Πάρκινσον δεν φαίνεται να απέκτησε στον δεξιό Τύπο την ίδια κινηματική ένταση που απέκτησε στον χώρο της Αριστεράς και, κυρίως, στη δράση του ΑΚΕΛ και των συντεχνιών.
Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως μικρότερη προσήλωση της Δεξιάς στην Ένωση. Αντανακλά περισσότερο διαφορετικές πολιτικές μεθόδους και διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να προβληθεί το ενωτικό αίτημα.
Η Εκκλησία βρισκόταν ανάμεσα στους δύο χώρους, διατηρώντας τον παραδοσιακό της ρόλο ως φορέας εθνικής εκπροσώπησης και επιχειρώντας, μέσω του Λεόντιου, να δημιουργήσει κοινό έδαφος. Η αποτυχία της συγκεκριμένης προσπάθειας τον Αύγουστο του 1944 έδειξε πόσο δύσκολο ήταν πλέον να υπάρξει κοινή ενωτική πολιτική χωρίς να τεθεί ταυτόχρονα το ζήτημα της πολιτικής ηγεσίας του ίδιου του ενωτικού κινήματος.
Υπό αυτή την έννοια, ο Αύγουστος του 1944 μπορεί να ιδωθεί ως μια πρώιμη και ιδιαίτερα καθαρή εκδήλωση του ανταγωνισμού Αριστεράς και Δεξιάς για την ηγεσία της μεταπολεμικής ελληνοκυπριακής πολιτικής ζωής. Η παρουσία του Πάρκινσον δεν δημιούργησε αυτόν τον ανταγωνισμό, αλλά του πρόσφερε ένα πεδίο στο οποίο μπορούσε να εκδηλωθεί δημόσια.
Η επίσκεψη του Πάρκινσον, επομένως, δεν αποκάλυψε μόνο τη σύγκρουση των Ελληνοκυπρίων με την αποικιακή εξουσία. Ανέδειξε ταυτόχρονα μια εσωτερική αναμέτρηση που θα επηρέαζε καθοριστικά τα επόμενα χρόνια: ποιος θα ηγείτο πολιτικά της ελληνοκυπριακής κοινωνίας και ποιος θα είχε το δικαίωμα να μιλά στο όνομα της Ένωσης.
Στο επόμενο σημείωμα θα εξετάσουμε πώς η εντονότερη προβολή της Ένωσης επηρέασε τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και ιδιαίτερα τις διακοινοτικές συμμαχίες που είχαν αναπτυχθεί μέσα στο εργατικό κίνημα.
Υποσημειώσεις
[1] D. Kalantzopoulos, Competing Political Spaces in Colonial Cyprus, 1931–1950, King’s College London, 2016.
[2] D. Kalantzopoulos, ό.π.· Anastasia Yiangou, Cyprus in World War II: Politics and Conflict in the Eastern Mediterranean.
[3] Ανεξάρτητος, 3 Σεπτεμβρίου 1944, «Διατί ματαιούται η συνέντευξις του ΑΚΕΛ μετά του Σερ Κόσμο Πάρκινσον».
Πηγή – Διάλογος









