Κύπρος«Η Kαλή Aδερφή»: Οικογενειακός δεσμός VS κοινωνική ευθύνη
Στην «Καλή Αδερφή», η Ρόουζ (Μαρί Μπλόχινγκ) είναι μια νεαρή νοσοκόμα, η οποία μόλις έχει χωρίσει από τη σύντροφό της και τη βλέπουμε μέσα στη νύχτα να μπαίνει στο σπίτι του αδερφού της, Σαμ…
15 Οκτωβρίου 2026 · 14:16
Στην «Καλή Αδερφή», η Ρόουζ (Μαρί Μπλόχινγκ) είναι μια νεαρή νοσοκόμα, η οποία μόλις έχει χωρίσει από τη σύντροφό της και τη βλέπουμε μέσα στη νύχτα να μπαίνει στο σπίτι του αδερφού της, Σαμ (Άντον Βέιλ), και να τρυπώνει κάτω από τα σκεπάσματα. Είναι το ασφαλές της καταφύγιο. Και το σπίτι του και, κυρίως, ο αδερφός της. Η μεγάλη αγκαλιά που της ανοίγει όταν δεν είναι καλά, τα πειράγματα μεταξύ τους που φανερώνουν έναν προσωπικό τους κώδικα, μια συνεννόηση χωρίς πολλά πολλά, μόνο με συνωμοτικές ματιές, το ότι την κουβαλάει στην πλάτη του για να περάσουν ένα δύσκολο μονοπάτι μέσα στη φύση, αλλά και το ότι αυτή τον υπερασπίζεται απέναντι στην κριτική της μητέρας τους: όλες αυτές οι εικόνες, ήδη στα πρώτα λεπτά της ταινίας, δηλώνουν ότι πρόκειται για δύο πολύ δεμένα μεταξύ τους αδέρφια.
Τον άρρηκτο δεσμό θα σφραγίσουν στα μάτια μας και λίγο αργότερα τα λόγια της Ρόουζ, όταν, σε ένα πάρτι, θα πει ότι κάποτε κάποιος είχε πει πως «σε αυτόν τον κόσμο ερχόμαστε μόνοι και φεύγουμε μόνοι», συμπληρώνοντας ότι «μάλλον δεν είχε αδερφό». Μέχρι που μια μέρα η Ρόουζ λαμβάνει μια δικαστική κλήση, με την οποία πληροφορείται ότι ο αδερφός της κατηγορείται για βιασμό και καλείται να καταθέσει στο πλαίσιο της έρευνας. Το χειρότερο για αυτήν είναι ότι καλείται να αμφισβητήσει την πιο στέρεη και αδιαπραγμάτευτη σχέση που είχε ποτέ στη ζωή της και, από τότε που θυμάται τον εαυτό της, να κρίνει τον μόνο άνθρωπο που δεν χρειάστηκε ποτέ να υποβάλει σε κρίση, γιατί ήταν απλώς ο αδερφός της, ο πιο αγαπημένος της άνθρωπος στον κόσμο, κι όλο αυτό μακριά από μια αίθουσα δικαστηρίου.

Η Μαρία Μπλόχινγκ σηκώνει πάνω της την ταινία με την πολύ δυνατή ερμηνεία της
Όλη η διαδρομή της, από το στάδιο της πίστης μέχρι το στάδιο της αμφιβολίας, γίνεται εντός της, εσωτερικά, χωρίς ξεσπάσματα και εντάσεις. Η Σάρα Μίρο Φίσερ, που κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με την «Καλή αδερφή», επιλέγει τον δρόμο του μινιμαλισμού και στήνει τη σκηνοθεσία της πάνω στο πρόσωπο της Ρόουζ, με κυρίαρχα τα κοντινά πλάνα, για να ανιχνεύσουμε σε αυτά, σε κάθε σύσπαση του προσώπου και σε κάθε βλέμμα, τις ρωγμές που δημιουργούνται στη συνείδησή της, στην πάλη που δίνει μέσα της για να δει τον αδερφό της καθαρά, αλλά και για να ερμηνεύσει με διαύγεια τι έγινε εκείνη τη νύχτα στο διαμέρισμά τους, όταν είδε την κοπέλα που αργότερα έκανε την καταγγελία να φεύγει αθόρυβα. Η σκηνή αυτή, επίτηδες σκηνοθετημένη σε αχνό φως —και με μεγαλύτερη έμφαση στην αίσθηση της ακοής—, θα επανέλθει στο μυαλό μας δυο-τρεις φορές. Θα την ανακαλέσει, δηλαδή, και ο θεατής στην πορεία της ταινίας, για να προσπαθήσει να καταλάβει τι έγινε. Όπως ακριβώς κάνει και η Ρόουζ. Αρκεί να θυμηθεί και να ερμηνεύσει τα πράγματα καθαρά για να διαλευκανθεί η υπόθεση. Για τη Ρόουζ δεν είναι εύκολο, τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου, γιατί η αδερφική αγάπη επιβάλλεται στη μνήμη και θολώνει την κρίση. Για τον θεατή δεν είναι εύκολο, γιατί, πολύ απλά, η ταινία είναι σκηνοθετημένη έτσι ώστε να μη δίνει την απάντηση· μόνο η Ρόουζ τη γνωρίζει.
Αν η πρόθεση της Μίρο Φίσερ ήταν να εξερευνήσει την κακοποίηση μέσα στο πεδίο της κανονικότητας, να δείξει ότι πολλές φορές η βία έρχεται από ανθρώπους που δεν το περιμένεις, για τους οποίους ίσως να έβαζες το χέρι σου στη φωτιά, και ότι όλα αυτά σημαίνουν πως κάποιος πρέπει να κάνει το μεγάλο άλμα και να δει καθαρά, τότε τα έχει καταφέρει. Έχει πετύχει, επίσης, να κάνει τον θεατή να αναρωτιέται τι θα έκανε ο ίδιος στη θέση της Ρόουζ, γιατί έχει χτίσει την αφήγησή της γύρω από την έννοια της αμφιβολίας, που έχει ως διακύβευμα την επιλογή ανάμεσα στον οικογενειακό δεσμό και την κοινωνική ευθύνη.
Παρόλο που στην αρχή έχει χτιστεί το πλαίσιο της αδερφικής σχέσης, το οποίο θα μας κάνει στη συνέχεια να πιστέψουμε ότι ο οικογενειακός δεσμός είναι ο ένας και μοναδικός οδοδείκτης σε αυτό το δύσβατο μονοπάτι προς την αλήθεια, υπάρχουν δύο πολύ δυνατές σκηνές που μαρτυρούν ότι η Ρόουζ προσπαθεί να καταλάβει: η συνάντηση με την κοπέλα που καταγγέλλει τον βιασμό και η τοποθέτηση της Ρόουζ, με έναν τρόπο, στη θέση του θύτη. Η «Καλή αδερφή», όμως, θα άξιζε μια πορεία πιο λεπτοδουλεμένη στο ενδιάμεσο των συναισθημάτων, στις γκρίζες ζώνες, που θα οδηγούσε και σε ένα δραματουργικά πιο δυνατό φινάλε.
#ταινία #κριτική #κακοποίηση #Μπερλινάλε
Πηγή – Popaganda








