Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2026
Λευκωσία 26°
Απόψεις

Η Φοιτητική Λίστα, η πτώση του Βούτσιτς και η επόμενη μέρα στη Σερβία, του Μανώλη Δουβίτσα

Οι εκλογές στη Σερβία έριξαν τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια κυριαρχίας, δίνοντας την αυτοδυναμία στο εκλογικό σχήμα «Φοιτητική Λίστα – Οι φοιτητές νικούν» (Studentska lista). Η συγκεκριμένη λίστα εξασφάλισε 140 έδρες σε…

3 Νοεμβρίου 2026 · 10:14

         

Οι εκλογές στη Σερβία έριξαν τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια κυριαρχίας, δίνοντας την αυτοδυναμία στο εκλογικό σχήμα «Φοιτητική Λίστα – Οι φοιτητές νικούν» (Studentska lista). Η συγκεκριμένη λίστα εξασφάλισε 140 έδρες σε σύνολο 250, ενώ ο συνασπισμός του Βούτσιτς και του SNS περιορίστηκε στις 104, με τις υπόλοιπες έξι να κατανέμονται σε τρία μειονοτικά κόμματα.

Η «Φοιτητική Λίστα» προέκυψε μέσα από τις φοιτητικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2024, μετά την κατάρρευση του στεγάστρου στον πρόσφατα ανακαινισμένο σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, η οποία κόστισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους. Οι κινητοποιήσεις απέκτησαν σύντομα μαζικό χαρακτήρα, εκφράζοντας τη συσσωρευμένη κοινωνική οργή απέναντι στη διαφθορά, την ατιμωρησία, τον αυταρχισμό, την καταστολή και την κοινωνική αναλγησία της κυβέρνησης Βούτσιτς. Στο επίκεντρο των διεκδικήσεων βρέθηκαν η διαφάνεια και η λογοδοσία των κρατικών θεσμών, καθώς και η απόδοση ευθυνών για το δυστύχημα. Ωστόσο, όπως και στην Ελλάδα μετά το έγκλημα των Τεμπών, δίπλα στο κυρίαρχο δίπολο «διαφθορά – ατιμωρησία» δεν αναδείχθηκε επαρκώς το κομβικό ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης των δημόσιων υποδομών.

Σε κάθε περίπτωση, το φοιτητικό κίνημα κατάφερε να κινητοποιήσει ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις, να συγκροτήσει ζωντανές δομές οργάνωσης «από τα κάτω», να σπάσει το κλίμα φόβου και να αναπτύξει αξιόλογες μορφές συλλογικής δράσης και συντονισμού, μετατρέποντας την οργή και το πένθος για το έγκλημα σε συλλογικό αγώνα. Η δυναμική αυτή έχει τη δική της ιδιαίτερη πολιτική και κοινωνική σημασία και δεν πρέπει να υποβαθμίζεται εξαιτίας των επιλογών και εξελίξεων που ακολούθησαν

Τον Μάιο του 2025, το κίνημα πήρε μια απόφαση που σηματοδότησε στροφή στον χαρακτήρα του, επιδιώκοντας να δώσει εκλογική συνέχεια στις κινητοποιήσεις. Άλλωστε, στο εσωτερικό του, πέρα από τις αυθόρμητες και δίκαιες δυναμικές της λαϊκής οργής, υπήρχαν και τάσεις που το ωθούσαν να μετατραπεί σε εκλογικό όχημα, οι οποίες τελικά και ηγεμόνευσαν. Στο πλαίσιο αυτό, επιλέχθηκε μια σειρά «ειδικών» από διάφορους τομείς της κοινωνικής ζωής, οι οποίοι θα στελέχωναν και θα εκπροσωπούσαν τη Φοιτητική Λίστα στις εκλογές και, εφόσον χρειαζόταν, θα αναλάμβαναν θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, όπως αναμένεται να συμβεί μετά την εκλογική νίκη.

Η λίστα των «ειδικών» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διάσημους μουσικούς και ηθοποιούς, τον παράγοντα της EuroLeague και πρώην μπασκετμπολίστα Ντέγιαν Μποντιρόγκα, τον πρώην διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Σερβίας, πανεπιστημιακούς καθηγητές που διαδραμάτισαν ηγετικό ρόλο στις διαδηλώσεις, καθώς και πρόσωπα με δηλωμένο ευρωατλαντικό προσανατολισμό, συνδεδεμένα με τις προηγούμενες κυβερνήσεις της σερβικής αντιπολίτευσης. Εκλογικά, τη λίστα στήριξε ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από φιλομοναρχικές και ακροδεξιές δυνάμεις μέχρι δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά. Τη στήριξή τους εξέφρασαν επίσης ισχυροί μιντιακοί όμιλοι δυτικών συμφερόντων, καθώς και σημαντική μερίδα του σερβικού κεφαλαίου που διαφοροποιείται από το εδραιωμένο δίκτυο συμφερόντων, το οποίο είναι ταυτισμένο με τη διακυβέρνηση Βούτσιτς.

Η συγκεκριμένη πολιτική δύναμη έχει, επί της ουσίας, ως συνεκτικό ιστό την αντίθεση στην κυβέρνηση Βούτσιτς, με αιχμή τη ρητορική ενάντια στη διαφθορά. Το γεγονός ότι η λίστα στελεχώθηκε από τεχνοκράτες, όπως ο πρώην διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Σερβίας, αντανακλά την αστική λογική που αντιμετωπίζει στεγνά τα κοινωνικά προβλήματα ως αποτέλεσμα «κακής διαχείρισης» και διαφθοράς και όχι ως απόρροια συγκεκριμένων πολιτικών που υποβαθμίζουν τα κοινά αγαθά, κρατούν τους μισθούς καθηλωμένους και λειτουργούν συνολικά προς όφελος του κεφαλαίου. Κι αυτό όταν το επίσημο «καλάθι του καταναλωτή» ξεπερνά τα 900 ευρώ, την ώρα που ο μέσος μισθός υπολείπεται των 850 ευρώ και το 50% των εργαζομένων λαμβάνει κάτω από 670 ευρώ.

Έτσι, η διέξοδος δεν αναζητείται σε μια αλλαγή πολιτικής που θα βελτιώσει συνολικά τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων, αλλά στην ανάδειξη επιλεγμένων «κορυφών» της επιστήμης, του πολιτισμού και του αθλητισμού, που υποτίθεται ότι θα λύσουν τα προβλήματα «επειδή είναι καλοί στον τομέα τους» και θα πατάξουν τη διαφθορά. Λες και η διαφθορά αποτελεί απλώς αποτέλεσμα μιας γενικευμένης ανεντιμότητας και δεν απορρέει από την ίδια την εσωτερική λογική της καπιταλιστικής κερδοφορίας, τον ανταγωνισμό των επιχειρηματικών συμφερόντων και την οργανική σύμφυση του κεφαλαίου με την πολιτική εξουσία

Παράλληλα, η στήριξη της λίστας από ετερόκλητες πολιτικές δυνάμεις αμβλύνει αντικειμενικά το πολιτικό της περιεχόμενο, στο όνομα μιας «εθνικής ενότητας» και «εξυγίανσης». Πρόκειται για μια «κάθαρση» α λα σερβικά, όπου περνά σε δεύτερη μοίρα το ερώτημα ποια πολιτική θα ακολουθηθεί και ποια συμφέροντα θα υπηρετηθούν. Μια ιδέα, ωστόσο, για τον πιθανό προσανατολισμό της Λίστας μπορούν να δώσουν τα στελέχη της προηγούμενης αντιπολίτευσης που στηρίζουν το σχήμα. Πρόκειται για πρόσωπα που έχουν υπηρετήσει πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, οι οποίες έστρωσαν το έδαφος τόσο για την επίσης αντιλαϊκή και διεφθαρμένη κυβέρνηση Βούτσιτς όσο και για την τραγωδία του σιδηροδρομικού σταθμού. Στελέχη όπως ο Ντράγκαν Τζίλας και ο Μπόρκο Στεφάνοβιτς συμμετείχαν σε κυβερνήσεις του Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο βρέθηκε στην εξουσία από το 2000 έως το 2012. Επί των ημερών αυτών των κυβερνήσεων ξεκίνησαν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) στις μεταφορές, την ενέργεια και άλλους βασικούς κλάδους υποδομών.

Ο άλλος παράγοντας που αποτελεί σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί είναι ο διεθνής ρόλος της Σερβίας. Εδώ και χρόνια (και αυτό εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό η κυβέρνηση Βούτσιτς) η Σερβία πατάει σε δύο βάρκες. Από τη μία, είναι υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ, έχει ενισχύσει τη στρατιωτική της σχέση με το κράτος δολοφόνο του Ισραήλ σε θέματα εξοπλισμών και αμυντικών τεχνολογιών, πούλησε  όπλα στην Ουκρανία και σύναψε ακόμα και επιμέρους στρατιωτικές συμφωνίες με νατοϊκές δυνάμεις, δηλαδή τους ολετήρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας και τους δολοφόνους του σερβικού λαού…

Από την άλλη, διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Ρωσία, αρνούμενη να της επιβάλει κυρώσεις για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ οι κινεζικές επενδύσεις στη χώρα, στο πλαίσιο του «Δρόμου του Μεταξιού», έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, το προηγούμενο διάστημα η Σερβία υπέγραψε εμπορικές, ενεργειακές και εξοπλιστικές συμφωνίες με διάφορες χώρες του μπλοκ των BRICS. Ενδεικτικό είναι ότι τον Σεπτέμβριο του 2024 ο Πούτιν κάλεσε τον Βούτσιτς στην επίσημη σύνοδο κορυφής των BRICS στο Καζάν της Ρωσίας, με τον τελευταίο να απαντά ότι «θα το σκεφτεί» και να δηλώνει πως «οι BRICS γίνονται πλέον μια πραγματική εναλλακτική στην ΕΕ», στέλνοντας τελικά στη σύνοδο υπουργική αντιπροσωπεία.

Σε μια συγκυρία κατά την οποία οξύνονται οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του διεθνούς καπιταλισμού, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ισχύος αφήνουν όλο και λιγότερα περιθώρια για «πατήματα σε δύο βάρκες», θέτοντας με διάφορους τρόπους (λιγότερο ή περισσότερο εκβιαστικούς) το δίλημμα «με ποιον θα πας και ποιον θα αφήσεις». Ενδεικτική είναι η στάση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία έσπευσε να συγχαρεί τη Φοιτητική Λίστα για τη νίκη της και να προσφέρει στήριξη για την οικοδόμηση του «ευρωπαϊκού μέλλοντος» της Σερβίας.

Στο επίσημο πρόγραμμά της, η Λίστα απέφυγε να κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής, παρότι πρόσωπα και οργανώσεις που τη στηρίζουν (κόμματα της φιλοδυτικής αντιπολίτευσης, όπως αυτά των Τζίλας και Στεφάνοβιτς, η κίνηση ProGlas, δυτικόφιλες ΜΚΟ και μιντιακοί όμιλοι όπως η United Group) έχουν έντονο ευρωατλαντικό προσανατολισμό.

Εξάλλου, πρόκειται για μια χώρα όπου η ΕΕ αποτελεί τον πρώτο εμπορικό εταίρο, η Κίνα έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε βασική πηγή εισροής κεφαλαίων, ενώ η Ρωσία διατηρεί ισχυρή παρουσία, καθώς προμηθεύει τη χώρα με σχετικά φθηνό φυσικό αέριο, αποτελεί επί χρόνια προνομιακό συνομιλητή της Σερβίας και υποστηρίζει σταθερά τη σερβική θέση στο ζήτημα του Κοσόβου. Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιαδήποτε πολιτική δύναμη στη Σερβία επιχειρεί να αναλάβει τη διαχείριση της αστικής πολιτικής, όσο ευρωατλαντικά προσανατολισμένη κι αν είναι, καλείται να κινηθεί σε λεπτές ισορροπίες, προσέχοντας τόσο τις εξαγγελίες όσο και τις μονομερείς κινήσεις της

Όπως και να έχει, οι πολιτικές εξελίξεις στη Σερβία αναδεικνύουν ως μείζον ζήτημα την απουσία μιας μαζικής και ταυτόχρονα ανατρεπτικής Αριστεράς, ένα πρόβλημα που, δυστυχώς, δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη χώρα. Μιας Αριστεράς με ενεργή παρουσία στα κινήματα, ικανής να επιδρά σε αυτά και ταυτόχρονα να διδάσκεται από τη δράση τους, διεκδικώντας την πολιτική ηγεμονία προς όφελος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων και σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό. Έναν ιμπεριαλισμό που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και, φυσικά, αργότερα βομβάρδισε τη Σερβία. Χωρίς έναν τέτοιο πολιτικό πόλο και την πολιτική προοπτική που μπορεί να διαμορφώσει, οι κίνδυνοι ενσωμάτωσης και εργαλειοποίησης των λαϊκών κινημάτων υπό «ξένες σημαίες» και προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων αυξάνονται πολλαπλασιαστικά.

Πηγή – KOMMON

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.