Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2026
Λευκωσία –°
Η ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΙΚΗ ΜΑΣ ΕΚΔΟΣΗΑυτόφωρο της ΚυριακήςΓνωρίστε την ενότητα
Κύπρος

Η σχολική βία δεν έχει εθνικότητα, αλλά οι πολιτικές αντιδράσεις έχουν επιλεκτικότητα

Ξυλοδαρμοί μαθητών, συμπλοκές ανηλίκων και επιθέσεις σε εκπαιδευτικούς συνθέτουν την εικόνα της σχολικής βίας στην Κύπρο. Κι ενώ σοβαρά περιστατικά καταγράφονται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, η επίθεση σε 11χρονη μαθήτρια στο Καϊμακλί…

8 Νοεμβρίου 2026 · 16:13

      

Ξυλοδαρμοί μαθητών, συμπλοκές ανηλίκων και επιθέσεις σε εκπαιδευτικούς συνθέτουν την εικόνα της σχολικής βίας στην Κύπρο. Κι ενώ σοβαρά περιστατικά καταγράφονται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, η επίθεση σε 11χρονη μαθήτρια στο Καϊμακλί προκάλεσε δύο ανακοινώσεις από το ΕΛΑΜ, με την καταγωγή των φερόμενων δραστών να μετατρέπεται σε πολιτικό επιχείρημα για το μεταναστευτικό.

Η σχολική βία δεν εμφανίστηκε ξαφνικά τον Νοέμβριο, ούτε αποτελεί φαινόμενο που περιορίζεται σε μαθητές συγκεκριμένης εθνικότητας. Τα περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας από την αρχή του 2026, αλλά και τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, αποτυπώνουν ένα πρόβλημα με βαθύτερες διαστάσεις, το οποίο επανέρχεται στην επικαιρότητα κάθε φορά που ένας μαθητής ή εκπαιδευτικός πέφτει θύμα επίθεσης.

Ωστόσο, η δημόσια και πολιτική αντιμετώπιση των περιστατικών δεν είναι πάντοτε η ίδια.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της 11χρονης μαθήτριας στο Καϊμακλί, η οποία, σύμφωνα με την καταγγελία των γονέων της, δέχθηκε επίθεση από συμμαθητές της και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με διάσειση, μώλωπες και αίμα στα ούρα.

Η σοβαρότητα του περιστατικού είναι αδιαμφισβήτητη και οι καταγγελίες για προηγούμενες επιθέσεις και ανεπαρκή αντίδραση των αρμόδιων υπηρεσιών επιβάλλουν πλήρη διερεύνηση.

Αυτό που προκαλεί, όμως, πολιτικά ερωτήματα είναι η επιλογή να συνδεθεί η επίθεση με τη μεταναστευτική πολιτική, αντί η συζήτηση να επικεντρωθεί πρωτίστως στην ασφάλεια των μαθητών και στην ευθύνη του εκπαιδευτικού συστήματος.

Η υπόθεση της 11χρονης δεν είναι η πρώτη σοβαρή περίπτωση σχολικής βίας που απασχόλησε την Κύπρο το 2026.

Τον Ιανουάριο, σε γυμνάσιο της Λάρνακας, μαθητής ηλικίας μόλις 12,5 ετών φέρεται να γρονθοκόπησε καθηγήτρια στην κοιλιά, έπειτα από παρατηρήσεις που του έγιναν. Η υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία και διερευνήθηκε σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Τον ίδιο μήνα, στην Πάφο, διαπληκτισμός μεταξύ δύο μαθητριών, ηλικίας 14 και 15 ετών, εξελίχθηκε σε σωματική συμπλοκή, με την αντιπαράθεση να συνεχίζεται και εκτός σχολείου και με καταγγελίες για εμπλοκή γονέα.

Τον Σεπτέμβριο, στην επαρχία Αμμοχώστου, δύο 17χρονες μαθήτριες πιάστηκαν στα χέρια έξω από σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης, ενώ η υπόθεση απασχόλησε την Αστυνομία.

Παράλληλα, τον Ιανουάριο δημοσιοποιήθηκε καταγγελία μητέρας μαθητή με αυτισμό στη Λάρνακα για επαναλαμβανόμενη σωματική και λεκτική βία σε βάρος του παιδιού της.

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των περιστατικών είναι η βία μέσα ή γύρω από το σχολικό περιβάλλον και η ανάγκη ουσιαστικής παρέμβασης των αρμόδιων αρχών.

Στην περίπτωση της 11χρονης, το ΕΛΑΜ εξέδωσε δύο ανακοινώσεις, στις 4 και 6 Νοεμβρίου, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αλλοδαπή καταγωγή των μαθητών που φέρονται να εμπλέκονται.

Αντίστοιχες ανακοινώσεις δεν εντοπίστηκαν για τα προηγούμενα περιστατικά σχολικής βίας, παρά τη σοβαρότητά τους.

Στην πρώτη του παρέμβαση, το κόμμα παρουσίασε την επίθεση ως παράδειγμα των συνεπειών της παράνομης μετανάστευσης. Στη δεύτερη, επανήλθε ζητώντας αυστηρή αντιμετώπιση των εμπλεκομένων και την απομάκρυνσή τους από το σχολείο.

Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τα κριτήρια με τα οποία ένα περιστατικό σχολικής βίας αποκτά πολιτική βαρύτητα.

Γιατί μια επίθεση εναντίον καθηγήτριας, μια συμπλοκή μαθητριών ή οι καταγγελίες για επαναλαμβανόμενο εκφοβισμό δεν προκαλούν ανάλογες παρεμβάσεις, ενώ η αλλοδαπή καταγωγή των εμπλεκομένων σε μια άλλη υπόθεση οδηγεί σε δύο διαδοχικές ανακοινώσεις;

Η απουσία αντίστοιχων τοποθετήσεων δεν αποδεικνύει από μόνη της τα κίνητρα ενός κόμματος. Αναδεικνύει, ωστόσο, μια διαφορά στη δημόσια αντίδρασή του, η οποία αποκτά πολιτική σημασία όταν συνοδεύεται από γενικεύσεις για ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες.

Η σύνδεση ενός περιστατικού σχολικής βίας με την παράνομη μετανάστευση προϋποθέτει στοιχεία που να τεκμηριώνουν αυτή τη σχέση.

Η αλλοδαπή καταγωγή ενός μαθητή δεν αποδεικνύει ότι βρίσκεται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε ότι η εθνικότητά του αποτελεί αιτία της συμπεριφοράς του.

Η ευθύνη για μια βίαιη πράξη είναι ατομική και η διερεύνησή της πρέπει να γίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, όχι την καταγωγή των εμπλεκομένων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποβαθμίζεται οποιαδήποτε επίθεση ή να παραγνωρίζονται οι ευθύνες των δραστών. Σημαίνει ότι η ίδια απαίτηση για ασφάλεια, προστασία και λογοδοσία πρέπει να ισχύει για όλα τα παιδιά.

Την πραγματική έκταση του προβλήματος αναδεικνύουν τα στοιχεία της Ομάδας Ασφαλούς Σχολείου για τη σχολική χρονιά 2024–2025.

Συνολικά, 98 σχολικές μονάδες κατέγραψαν 510 περιστατικά βίας. Από αυτά, 198 καταγράφηκαν στη Λευκωσία, 177 στη Λάρνακα, 83 στη Λεμεσό, 35 στην Αμμόχωστο και 17 στην Πάφο.

Τα στοιχεία αφορούν τις σχολικές μονάδες που ανταποκρίθηκαν στη διαδικασία καταγραφής και δεν αποτελούν πλήρη απογραφή όλων των σχολείων της Κύπρου.

Ακόμη και έτσι, αποτυπώνουν την ανάγκη για αποτελεσματικούς μηχανισμούς πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και στήριξης μαθητών και εκπαιδευτικών.

Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές αντιδράσεις ύστερα από κάθε νέο περιστατικό, ούτε με την αναγωγή της εθνικής καταγωγής σε βασικό κριτήριο ερμηνείας της βίας.

Στην υπόθεση της 11χρονης, το σημαντικότερο ερώτημα αφορά όσα, σύμφωνα με τους γονείς, είχαν προηγηθεί της επίθεσης.

Η οικογένεια καταγγέλλει ότι το παιδί είχε δεχθεί και άλλες επιθέσεις και ότι οι αρμόδιοι είχαν ενημερωθεί, χωρίς να αποτραπεί το νέο περιστατικό.

Εάν επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, το ζήτημα δεν περιορίζεται στη συμπεριφορά των μαθητών που επιτέθηκαν στο παιδί, αλλά επεκτείνεται στην αποτελεσματικότητα της επιτήρησης και στους χειρισμούς των αρμόδιων υπηρεσιών.

Η πολιτική αντιπαράθεση για την καταγωγή των δραστών δεν πρέπει να αφήσει στο περιθώριο αυτά τα ερωτήματα.

Γιατί ένα παιδί που, σύμφωνα με την οικογένειά του, είχε ήδη δεχθεί επιθέσεις δεν προστατεύθηκε αποτελεσματικά; Ποια μέτρα λαμβάνονται στα σχολεία και γιατί εξακολουθούν να καταγράφονται τόσο σοβαρά περιστατικά;

Αυτά είναι ερωτήματα που αφορούν το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας και απαιτούν απαντήσεις από την Πολιτεία.

Η σχολική βία δεν γίνεται περισσότερο ή λιγότερο σοβαρή ανάλογα με το διαβατήριο, την εθνικότητα ή την καταγωγή εκείνου που την ασκεί.

Και η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να εξαρτάται από το κατά πόσο ένα περιστατικό προσφέρεται για πολιτική αντιπαράθεση.

Πηγή – Διάλογος

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.