Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 24°
Απόψεις

Η ηγεμονία της Δεξιάς και η παρατεταμένη κρίση της Αριστεράς, του Νίκου Δαμιανάκη

Η κρίση των πολιτικών κομμάτων αποτελεί έκφραση μιας ευρύτερης κρίσης της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και των μορφών πολιτικής διαμεσολάβησης στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η αποδυνάμωση των κομματικών οργανώσεων, η διεύρυνση της αποχής, η υποχώρηση της…

26 Οκτωβρίου 2026 · 09:37

         

Η κρίση των πολιτικών κομμάτων αποτελεί έκφραση μιας ευρύτερης κρίσης της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και των μορφών πολιτικής διαμεσολάβησης στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η αποδυνάμωση των κομματικών οργανώσεων, η διεύρυνση της αποχής, η υποχώρηση της συλλογικής συμμετοχής και η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς δεν συνιστούν συγκυριακά φαινόμενα ούτε εξηγούνται αποκλειστικά από επικοινωνιακές αστοχίες ή επιμέρους κυβερνητικές επιλογές. Αντανακλούν βαθύτερους μετασχηματισμούς του κράτους, της οικονομίας, των σχέσεων παραγωγής και των μορφών κοινωνικής αναπαραγωγής, μέσα στους οποίους η πολιτική εκπροσώπηση δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να μετασχηματίσει τις κοινωνικές αντιθέσεις σε συνεκτικό πολιτικό σχέδιο.

Η ελληνική εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας αποτυπώνει με ιδιαίτερη σαφήνεια αυτή τη δυναμική. Η σχετική πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στις αδυναμίες της αντιπολίτευσης. Συνδέεται και με την ικανότητά της να συγκροτεί μια ευρύτερη ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία, παρουσιάζοντας τη σταθερότητα, την ανταγωνιστικότητα, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ασφάλεια και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως σχεδόν αυτονόητους ορίζοντες της πολιτικής. Η ηγεμονία, επομένως, δεν στηρίζεται μόνο στον καταναγκασμό, αλλά και στην παραγωγή συναίνεσης και στην άσκηση ηθικής και πνευματικής «καθοδήγησης» της κοινωνίας, μέσω της οποίας οι ιδιαίτερες ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης αποκτούν τη μορφή γενικών κοινωνικών αναγκαιοτήτων.

Ωστόσο, η κυβερνητική κυριαρχία δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την σταθερή κοινωνική ηγεμονία.
Η πρώτη μπορεί να αναπαράγεται μέσα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τη λειτουργία των θεσμών και τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, ακόμη και όταν περιορίζεται η ενεργός κοινωνική αποδοχή του κυρίαρχου σχεδίου. Η δεύτερη προϋποθέτει μια ευρύτερη και σχετικά διαρκή συναίνεση γύρω από τους σκοπούς και τους όρους της κοινωνικής οργάνωσης. Έτσι, η διατήρηση της κυβερνητικής υπεροχής μπορεί να συνυπάρχει με τη σταδιακή διάβρωση της κοινωνικής ηγεμονίας, χωρίς οι ρωγμές αυτές να αποκτούν αυτομάτως συγκροτημένη εναλλακτική πολιτική έκφραση.

Ακριβώς γι’ αυτό, η εξουσία δεν εξαντλείται στις κυβερνητικές αποφάσεις ή στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Εκδηλώνεται επίσης μέσω της δυνατότητας να προσδιορίζεται τι θεωρείται πολιτικά εφικτό, κοινωνικά επιθυμητό και οικονομικά αναγκαίο, διαμορφώνοντας τις αντιλήψεις, τις προσδοκίες και τους ορίζοντες δράσης των πολιτών. Όταν οι κυρίαρχες επιλογές εμφανίζονται ως οι μοναδικές ρεαλιστικές, η ιδεολογία δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο νομιμοποίησης της εξουσίας, αλλά ως τρόπος οργάνωσης και ερμηνείας της κοινωνικής πραγματικότητας. Με αυτόν τον τρόπο, οι ιστορικά διαμορφωμένες σχέσεις ιδιοκτησίας και κοινωνικής ισχύος τείνουν να εμφανίζονται ως φυσικές και αμετάβλητες.

Η συναίνεση αυτή, ωστόσο, δεν είναι αμετάβλητη. Η επιδείνωση των υλικών συνθηκών ζωής, η εργασιακή επισφάλεια, η στεγαστική κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες και η αδυναμία των θεσμών να ανταποκριθούν σε θεμελιώδεις ανάγκες διαβρώνουν σταδιακά τη νομιμοποίηση του κυρίαρχου σχεδίου. Η στεγαστική πίεση δεν αποτελεί, άλλωστε, αφηρημένη διαπίστωση. Το 2025 η Ελλάδα διατήρησε το υψηλότερο ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης στις πόλεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το σχετικό ποσοστό να ανέρχεται στο 26,9%. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν την αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή κοινωνικού πλούτου και στις συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, καθώς ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται στην κάλυψη βασικών αναγκών. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, οι κινητοποιήσεις για το έγκλημα των Τεμπών ανέδειξαν μια βαθύτερη ρωγμή, καθώς η κοινωνική αμφισβήτηση δεν περιορίστηκε σε επιμέρους κυβερνητικές επιλογές, αλλά επεκτάθηκε στην ίδια την ικανότητα του κράτους να διασφαλίζει τη λογοδοσία, τη δικαιοσύνη και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τους ευρύτερους μετασχηματισμούς της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης. Το Ταμείο Ανάκαμψης, οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες και οι υπό διαπραγμάτευση στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028–2034 δεν παραπέμπουν σε μια αυτονόητη επιστροφή στο μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος, αλλά στη διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος κρατικού παρεμβατισμού. Η δημοσιονομική πολιτική προσανατολίζεται ολοένα περισσότερο στη στρατηγική καθοδήγηση της επενδυτικής δραστηριότητας και της παραγωγικής αναδιάρθρωσης, ενώ ο αναδιανεμητικός και κοινωνικός της προσανατολισμός παραμένει αντικείμενο πολιτικής σύγκρουσης. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς η έκταση της κρατικής παρέμβασης, αλλά ποιες κοινωνικές σχέσεις και μορφές συσσώρευσης ενισχύει.

Η χρηματοδότηση συνδέεται πλέον στενότερα με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ορόσημα υλοποίησης και δείκτες επίδοσης, ενώ ιδιαίτερο βάρος αποκτούν η ανταγωνιστικότητα, η τεχνολογική και ψηφιακή μετάβαση, η ενεργειακή ασφάλεια, η στρατηγική αυτονομία και η αμυντική βιομηχανία. Η κλίμακα αυτής της αναδιάρθρωσης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Το ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας συγκεντρώνει 35,95 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, εντάσσοντας σημαντικό μέρος της δημόσιας χρηματοδότησης σε ένα περισσότερο συντονισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικών προτεραιοτήτων και παραγωγικού μετασχηματισμού. Από αυτή την οπτική, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εξέταση του τρόπου με τον οποίο κατανέμονται το επενδυτικό κόστος, οι οικονομικοί κίνδυνοι και οι αποδόσεις ανάμεσα στο κράτος, το κεφάλαιο και την εργασία.

Η σχέση αυτή αποκτά σαφέστερο περιεχόμενο στο πεδίο της μισθωτής εργασίας, καθώς η αύξηση της παραγωγικότητας και η ενίσχυση της κερδοφορίας δεν συνεπάγονται αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση των πραγματικών μισθών ή βελτίωση των συνθηκών κοινωνικής αναπαραγωγής. Όταν η δημόσια επενδυτική πολιτική στηρίζει την ιδιωτική συσσώρευση χωρίς ανάλογη ενίσχυση των εργασιακών εισοδημάτων, των κοινωνικών υποδομών και των δημόσιων αγαθών, μεγαλύτερο μέρος του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης μετακυλίεται στα νοικοκυριά. Η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή του πλούτου και στην ιδιωτική οικειοποίηση των οικονομικών ωφελειών εκδηλώνεται, επομένως, όχι μόνο στον χώρο της εργασίας, αλλά και στη στέγαση, την ενέργεια, την υγεία και την εκπαίδευση, καθιστώντας την κατανομή των δημόσιων επενδύσεων ζήτημα κοινωνικού και ταξικού συσχετισμού.

Το κράτος και οι υπερεθνικοί θεσμοί δεν λειτουργούν, συνεπώς, ως ουδέτεροι διαχειριστές ενός αφηρημένου γενικού συμφέροντος. Αποτελούν πεδία συμπύκνωσης κοινωνικών συσχετισμών, με σχετική αυτονομία, αλλά και θεσμικές επιλεκτικότητες μέσω των οποίων ορισμένες κοινωνικές στρατηγικές ενισχύονται, ενώ άλλες περιορίζονται ή περιθωριοποιούνται. Το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας δεν είναι απλώς μια κυβερνητική ή εκλογική συμμαχία, αλλά η συνάρθρωση οικονομικών συμφερόντων, κρατικών μηχανισμών και ιδεολογικών φορέων που οργανώνουν έναν σχετικά σταθερό κοινωνικό συσχετισμό. Μέσα από αυτή τη συνάρθρωση, οι ιδιαίτερες στρατηγικές και προτεραιότητες των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων αποκτούν καθολικό χαρακτήρα, παρουσιάζονται ως εκφράσεις του γενικού συμφέροντος και ενσωματώνονται στον κυρίαρχο «κοινό νου». Κατ’ αυτόν τον τρόπο, παράγεται κοινωνική συναίνεση, νομιμοποιούνται οι υφιστάμενες σχέσεις ισχύος και αναπαράγεται η κυρίαρχη ηγεμονία, διαμορφώνοντας τους όρους μέσα στους οποίους αντιλαμβάνεται η ίδια η κοινωνία το πολιτικά εφικτό και το κοινωνικά αναγκαίο.

Κατά συνέπεια, η αναπαραγωγή αυτού του ευρωπαϊκού και εθνικού πλαισίου εξουσίας δεν στηρίζεται μόνο στους θεσμούς ή στους οικονομικούς μηχανισμούς, αλλά πρωτίστως στην ικανότητα του κυρίαρχου κοινωνικού μπλοκ να οργανώνει την ιδεολογική συναίνεση και να παρουσιάζει τις στρατηγικές του επιλογές ως φυσικές, αναγκαίες και χωρίς εναλλακτική. Η ισχύς της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν αρκεί, από μόνη της, για να εξηγήσει την κρίση της Αριστεράς. Εξίσου καθοριστική υπήρξε η σταδιακή αποδυνάμωση της οργανικής σχέσης της με την εργασία, τις τοπικές κοινωνίες, τη νεολαία και τα κοινωνικά κινήματα, καθώς και η μετατόπισή της από τον κοινωνικό μετασχηματισμό προς τη διαχείριση των κυρίαρχων θεσμικών και οικονομικών περιορισμών. Η απόσταση ανάμεσα στις κοινωνικές προσδοκίες και στις εμπειρίες κυβερνητικής διαχείρισης υπονόμευσε επιπλέον την αξιοπιστία μιας εναλλακτικής προοπτικής. Έτσι, περιορίστηκε η ικανότητά της να συγκροτήσει ένα ανταγωνιστικό ιστορικό μπλοκ και να διεκδικήσει ιδεολογική πρωτοβουλία, καθώς η κρίση της πολιτικής της φυσιογνωμίας συνδέθηκε με μια βαθύτερη κρίση ταξικής εκπροσώπησης.

Η κρίση αυτή, ωστόσο, δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις εκδοχές της Αριστεράς. Στη σοσιαλδημοκρατική και κεντροαριστερή της έκφραση, η ελληνική εμπειρία του ΠΑΣΟΚ είναι ενδεικτική. Η εκλογική του υποχώρηση από περίπου 44% το 2009 σε 4,68% τον Ιανουάριο του 2015 συνδέθηκε με τις αντιφάσεις της μνημονιακής διαχείρισης, τη μεταβολή των κοινωνικών του συμμαχιών και τη διάρρηξη παραδοσιακών σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης με τον κόσμο της εργασίας. Στη ριζοσπαστική μεταρρυθμιστική Αριστερά, η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει μια διαφορετική αντίφαση. Η άνοδός του στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στη σύνδεση με τις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, ενώ η κυβερνητική του πορεία, ιδίως μετά τη συμφωνία του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής το 2015, ανέδειξε τα όρια της επιδίωξης κοινωνικού μετασχηματισμού εντός των υφιστάμενων θεσμικών και οικονομικών περιορισμών. Η υποχώρησή του από 36,34% τον Ιανουάριο του 2015 σε 17,83% τον Ιούνιο του 2023, σε συνδυασμό με τις μετέπειτα οργανωτικές διασπάσεις, αποτυπώνει την κρίση στρατηγικής και πολιτικής εκπροσώπησης.

Διαφορετικές, τέλος, είναι οι περιπτώσεις της κομμουνιστικής Αριστεράς και των υπόλοιπων ριζοσπαστικών και αντικαπιταλιστικών ρευμάτων. Το ΚΚΕ διατηρεί διακριτή πολιτική και οργανωτική παρουσία, με σταθερούς δεσμούς με τμήματα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος, ιδιαίτερα μέσω του ΠΑΜΕ, καταγράφοντας 9,25% στις ευρωεκλογές του 2024. Ωστόσο, η μετατροπή της οργανωμένης κοινωνικής παρέμβασης σε ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες και σε ένα πλειοψηφικό σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού παραμένει διαφορετικής τάξης στρατηγικό ζήτημα. Παράλληλα, η περιορισμένη εκλογική απήχηση της Νέας Αριστεράς (2,45%) και του ΜέΡΑ25 (2,54%) στις ίδιες ευρωεκλογές αναδεικνύει τις δυσκολίες πολιτικής συγκρότησης και ενοποίησης επιμέρους ρευμάτων. Τέλος, θα μπορούσε να αναφερθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία έλαβε 0,52% στις ευρωεκλογές του 2024.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές δείχνουν ότι η παρατεταμένη κρίση της «καταγεγραμμένης εκλογικά» Αριστεράς (ή Κεντροαριστεράς) δεν συνιστά ενιαία και ομοιογενή διαδικασία, αλλά συμπύκνωση διαφορετικών αντιφάσεων ανάμεσα στην κοινωνική εκπροσώπηση, τη θεσμική διαχείριση, την οργανωτική αυτοτέλεια και τη δυνατότητα συγκρότησης ενός εναλλακτικού ιστορικού μπλοκ.

Το αποτέλεσμα είναι βαθύτερο από μια κομματική κρίση. Οι κοινωνικές αντιθέσεις οξύνονται, αλλά δεν αποκτούν πάντοτε συλλογική πολιτική μορφή. Οι σημαντικότερες κοινωνικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών, από το αίτημα για δικαιοσύνη έως τις διεκδικήσεις για τη δημόσια εκπαίδευση και τα κοινωνικά αγαθά, αναπτύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό έξω από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς, αποκαλύπτοντας την κρίση όχι μόνο της κομματικής εκπροσώπησης αλλά και των ίδιων των μορφών πολιτικής διαμεσολάβησης. Η κοινή κοινωνική εμπειρία δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συλλογική ταξική συνείδηση ή πολιτική συγκρότηση. Όταν η κοινωνική σύγκρουση δεν μετασχηματίζεται σε πολιτικό σχέδιο, το κενό εκπροσώπησης τείνει να καλυφθεί ευκολότερα από τεχνοκρατικές, λαϊκιστικές ή ακροδεξιές εκδοχές της πολιτικής.

Γι’ αυτό, η ανασυγκρότηση της Αριστεράς δεν μπορεί να περιοριστεί στην ίδρυση νέων κομματικών φορέων, όπως η ΕΛΑΣ (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη) του Αλέξη Τσίπρα, ή σε εκλογικές συμπράξεις πρόσκαιρου χαρακτήρα. Το διακύβευμα είναι η συγκρότηση ενός νέου ιστορικού μπλοκ, ικανού να μετατρέψει τις σύγχρονες κοινωνικές αντιθέσεις σε κοινωνική και πολιτική ηγεμονία, μέσα από ανθεκτικούς δεσμούς με τον κόσμο της εργασίας και τις συλλογικές του οργανώσεις. Αυτό προϋποθέτει μια Αριστερά που θα λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος: όχι ως φορέας έτοιμων αληθειών, αλλά ως δύναμη που οργανώνει την εμπειρία των υποτελών τάξεων, παράγει έναν νέο «κοινό νου» και αντιπαραθέτει μια εναλλακτική αντίληψη του κόσμου απέναντι στους οργανικούς διανοουμένους του κράτους, της αγοράς και των κυρίαρχων θεσμών. Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά ιδεολογική, αλλά οφείλει να αποκτά υλική υπόσταση μέσα στις συλλογικές πρακτικές, στις εργασιακές διεκδικήσεις και στις κοινωνικές μορφές οργάνωσης.

Η πρόκληση αυτή αφορά εξίσου και τη νέα γενιά. Η ψηφιακή επικοινωνία, η επισφαλής εργασία, η στεγαστική αβεβαιότητα και ο κατακερματισμός των συλλογικών δεσμών αποτελούν πλέον το πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτείται η πολιτική εμπειρία. Η Αριστερά δεν καλείται να προσαρμοστεί στον κυρίαρχο «κοινό νου», αλλά να τον αμφισβητήσει, μετασχηματίζοντας τις καθημερινές εμπειρίες του κόσμου της εργασίας, της νεολαίας και των λαϊκών στρωμάτων, από την ατομική ανασφάλεια έως τη διεκδίκηση δημόσιων αγαθών, σε κριτική κοινωνική συνείδηση και συλλογικό πολιτικό σχέδιο. Μια τέτοια διαδικασία απαιτεί τη σύνδεση των άμεσων κοινωνικών αναγκών με τα βαθύτερα ζητήματα της οργάνωσης της παραγωγής, της διανομής του κοινωνικού πλούτου και του δημοκρατικού ελέγχου των οικονομικών αποφάσεων.

Συνεπώς, η κρίση των πολιτικών κομμάτων δεν αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της δημοκρατικής κρίσης· αποτελεί την πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης αδυναμίας συγκρότησης μιας αντίπαλης ηγεμονίας. Όσο οι συγκρούσεις γύρω από την εργασία, την ιδιοκτησία, την αναδιανομή του πλούτου και την άσκηση της εξουσίας παραμένουν χωρίς συλλογική πολιτική έκφραση, η κρίση της αντιπροσώπευσης θα αναπαράγεται, ανεξάρτητα από την εναλλαγή κυβερνήσεων ή την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών.

Επομένως, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η αναδιάταξη του κομματικού συστήματος, αλλά η συγκρότηση ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού, ικανού να αμφισβητήσει την κυρίαρχη ηγεμονία και να επανανοηματοδοτήσει τη δημοκρατία όχι ως μηχανισμό εναλλαγής κυβερνήσεων, αλλά ως διαδικασία συλλογικής χειραφέτησης, κοινωνικού μετασχηματισμού και ουσιαστικής συμμετοχής της κοινωνίας στον καθορισμό των όρων παραγωγής και κατανομής του πλούτου.

Πηγή – KOMMON

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.