ΕλλάδαΣε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η μητέρα περιγράφει όσα της εκμυστηρεύτηκε ο μικρότερος γιος της, σημειώνοντας ότι, παρά την προσαρμογή της οικογένειας στη ζωή στην Κύπρο και τις παρέες που έχουν δημιουργήσει τα παιδιά, ο 12χρονος αισθάνεται κατά διαστήματα άβολα όταν κάποια παιδιά τον ειρωνεύονται για τον τρόπο με τον οποίο μιλά και τον αποκαλούν «καλαμαρά».
Ιδιαίτερη εντύπωση της προκάλεσε ένα περιστατικό που περιγράφει στην ανάρτησή της. Όπως αναφέρει, όταν ένα παιδί προσπάθησε να υπερασπιστεί τον γιο της, λέγοντας σε συμμαθητή του «δεν είναι καλαμαράς, είναι Έλληνας», η απάντηση που έλαβε ήταν: «Εντάξει, το ίδιο είναι».
Η μητέρα αναρωτιέται κατά πόσο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τη σημασία τέτοιων σχολίων και τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν σε ένα παιδί που προσπαθεί να ενταχθεί σε ένα νέο περιβάλλον και να αισθανθεί αποδεκτό από τους συνομηλίκους του.
«Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας πως οι Κύπριοι είναι αδέλφια μας»
Όπως σημειώνει, ένα από τα στοιχεία που την προβληματίζουν περισσότερο είναι η αντίθεση ανάμεσα στην αντίληψη με την οποία μεγάλωσε στην Ελλάδα και σε ορισμένες συμπεριφορές που, όπως υποστηρίζει, βιώνει ο γιος της.
«Εμείς στην Ελλάδα μεγαλώνουμε μαθαίνοντας, τόσο στο σχολείο όσο και μέσα στις οικογένειές μας, ότι οι Κύπριοι είναι αδέλφια μας», αναφέρει, εξηγώντας ότι η οικογένεια ήρθε στην Κύπρο έχοντας μέσα της ένα αίσθημα οικειότητας και αδελφοσύνης.
Παράλληλα, διευκρινίζει ότι δεν επιθυμεί να αδικήσει κανέναν ούτε να γενικεύσει, τονίζοντας πως δεν θεωρεί ότι όλα τα παιδιά συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο.
Αυτό που την προβληματίζει, όπως εξηγεί, είναι το ενδεχόμενο ένα παιδί να αισθάνεται διαφορετικό σε έναν τόπο στον οποίο πίστευε ότι θα μπορούσε να νιώσει σαν στο σπίτι του.
«Μια λέξη που ειπώθηκε αβίαστα μπορεί να κάνει κάποιον να αισθανθεί ανεπιθύμητος»
Στην ανάρτησή της, η μητέρα εστιάζει και στον ρόλο που διαδραματίζουν οι ενήλικες στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των παιδιών, επισημαίνοντας ότι αυτά μαθαίνουν τόσο από όσα τους λέγονται όσο και από όσα οι μεγάλοι επιτρέπουν να περνούν απαρατήρητα.
Όπως αναφέρει, είναι σημαντικό τα παιδιά να κατανοούν ότι η διαφορετική προφορά δεν αποτελεί λόγο κοροϊδίας και ότι η καταγωγή ενός ανθρώπου δεν πρέπει να γίνεται αιτία διαχωρισμού.
Παράλληλα, καλεί τους γονείς να ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να σκέφτονται πριν μιλήσουν και να αναρωτιούνται αν τα λόγια τους μπορεί να πληγώσουν κάποιον, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πρόθεση να τον προσβάλουν.
«Κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να νιώθει ότι πρέπει να απολογηθεί για την καταγωγή του, την προφορά του ή τον τόπο από τον οποίο προέρχεται, προκειμένου να γίνει αποδεκτό», τονίζει.
Κλείνοντας, η μητέρα υπογραμμίζει ότι γράφει με αγάπη και σεβασμό προς την Κύπρο, εκφράζοντας την επιθυμία της να μεγαλώνουν τα παιδιά σε ένα περιβάλλον όπου θα αισθάνονται ασφάλεια, θα δημιουργούν φιλίες και θα γίνονται αποδεκτά γι’ αυτό που είναι.
Το μήνυμά της είναι πως η καταγωγή δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στις ανθρώπινες σχέσεις και ότι ο σεβασμός προς τον συνάνθρωπο ξεκινά από τις μικρές, καθημερινές συμπεριφορές.









