Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 24°
Οικονομία

ΗΠΑ: Η οικονομική ανισότητα διευρύνεται και ο πλούτος συγκεντρώνεται στην κορυφή

Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 στις ΗΠΑ, το αυξημένο κόστος ζωής αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πίσω από τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών, ωστόσο, εντείνεται και η αγανάκτηση για τη διεύρυνση των…

22 Οκτωβρίου 2026 · 17:20

  

Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 στις ΗΠΑ, το αυξημένο κόστος ζωής αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πίσω από τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών, ωστόσο, εντείνεται και η αγανάκτηση για τη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων. Έρευνα του Pew Research, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2026, διαπίστωσε ότι περίπου έξι στους δέκα Αμερικανούς- μεταξύ αυτών και τέσσερις στους δέκα Ρεπουμπλικανούς- θεωρούν ότι η οικονομική ανισότητα στις ΗΠΑ είναι υπερβολικά μεγάλη. Παράλληλα, αυξάνεται το ποσοστό των πολιτών και από τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα που υποστηρίζουν ότι η οικονομία χρειάζεται ριζική αναδιάρθρωση για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.

Ωστόσο, η δυσαρέσκεια αυτή δύσκολα μεταφράζεται σε πολιτικά αποτελέσματα. Ενδεικτικά, η πρόταση για επιβολή φόρου στον πλούτο των δισεκατομμυριούχων στην Καλιφόρνια συγκεντρώνει ολοένα μικρότερη δημόσια στήριξη ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Την ίδια στιγμή, το 2025 οι Ρεπουμπλικάνοι ενέκριναν το ευρύ νομοθετικό πακέτο του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο περιλάμβανε φορολογικές ελαφρύνσεις για τους πλουσιότερους, ενώ παράλληλα περιόριζε προγράμματα κοινωνικής προστασίας.

Ο Μάρκους Σνάιντερ, Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Ντένβερ, ερευνά το θέμα των κοινωνικών ανισοτήτων εδώ και περίπου δύο δεκαετίες. Όπως αναφέρει σε άρθρο του στον ιστότοπο The Conversation, η έρευνά του επιβεβαιώνει την τάση διεύρυνσης των οικονομικών ανισοτήτων από το 1980, καθώς οι πλουσιότεροι απομακρύνονται ολοένα περισσότερο όχι μόνο από τη μεσαία τάξη, αλλά και από τους εύπορους. Συνολικά, πρόσφατες μελέτες αναδεικνύουν τον ρόλο των πολιτικών επιλογών- μεταξύ άλλων στη φορολογία και στις δημόσιες δαπάνες- στη διεύρυνση των ανισοτήτων τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Ορισμένες πολιτικές που εφαρμόστηκαν πιο πρόσφατα φαίνεται να επιταχύνουν αυτή την τάση. Ανάλυση του Ινστιτούτου Φορολογίας και Οικονομικής Πολιτικής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αλλαγές πολιτικής από τις αρχές του 2025 έχουν αυξήσει το κόστος για όλους, με εξαίρεση το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού.

Η ανισότητα σε αριθμούς

Τα πρόσφατα ομοσπονδιακά στοιχεία δείχνουν ότι η ανισότητα του πλούτου εξακολουθεί να διευρύνεται. Το μερίδιο του πλουσιότερου 1% στον συνολικό πλούτο αυξήθηκε από 31,7% σε 32,5% από το πρώτο στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας αύξηση άνω των 8,5 τρισ. δολαρίων. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί συνέχεια μιας σταθερής ανόδου: το μερίδιο του πλουσιότερου 1% ανερχόταν σε 30,9% το τελευταίο τρίμηνο του 2024 και σε 27,4% το 1999.

Τα πρόσφατα αυτά κέρδη πραγματοποιούνται εις βάρος της μεσαίας τάξης– του 40% του πληθυσμού που βρίσκεται ανάμεσα στο φτωχότερο 50% και στο πλουσιότερο 10%- η οποία κατέχει μόλις το 28,8% του συνολικού πλούτου, παρότι είναι μια πληθυσμιακή ομάδα 40 φορές μεγαλύτερη από το πλουσιότερο 1%. Το μερίδιο της μεσαίας τάξης συρρικνώνεται: από 32,9% το 1999 και 30,2% στα τέλη του 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία.

Ωστόσο, οι υπερπλούσιοι– το ανώτατο 0,1% του πληθυσμού- απομακρύνονται ακόμη και από τους υπόλοιπους εύπορους Αμερικανούς. Αυτή η μικροσκοπική ελίτ κατέχει το 15% του συνολικού πλούτου, δηλαδή σχεδόν το μισό από τον πλούτο που συγκεντρώνει συνολικά το ανώτερο 1%. Τόσο το πλουσιότερο 0,1% όσο και το αμέσως επόμενο 0,9% αύξησαν το μερίδιό τους στον πλούτο, αλλά το ανώτατο 0,1% απορρόφησε τα δύο τρίτα της συνολικής αύξησης μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου του 2026.

Ακόμη και στα υψηλότερα επίπεδα συγκέντρωσης του πλούτου, οι δύο αυτές ομάδες ακολουθούν διαφορετική πορεία. Όπως αναφέρει ο οικονομολόγος, καθοριστικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι ο πλούτος του ανώτατου 0,1% ενισχύεται δυσανάλογα από τα εταιρικά κέρδη, τα οποία έχουν αυξηθεί σημαντικά συνολικά. Οι υπερπλούσιοι αποκομίζουν τα μεγαλύτερα οφέλη από αυτή την ανάπτυξη, καθώς η αξία των επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους έχει εκτοξευθεί λόγω των προσδοκιών για υψηλότερη μελλοντική κερδοφορία, οι οποίες ανεβάζουν τις χρηματιστηριακές τιμές. Η άνοδος αυτή συνδέεται ιδιαίτερα με την άνθηση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο ρόλος της φορολογίας

Από τις φορολογικές μειώσεις που προώθησε ο Ρόναλντ Ρίγκαν τη δεκαετία του 1980, το φορολογικό σύστημα των ΗΠΑ έχει γίνει σταδιακά λιγότερο προοδευτικό, καθώς διαδοχικές αλλαγές στη φορολογική πολιτική έχουν συχνά τη στήριξη τόσο των Ρεπουμπλικανών όσο και των Δημοκρατικών.

Το βασικό επιχείρημα υπέρ των φορολογικών περικοπών είναι ότι τονώνουν την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, ένας αυξανόμενος όγκος ερευνών- μεταξύ των οποίων και διεθνείς μελέτες– δεν επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Έκθεση του Ινστιτούτου Brookings το 2025 επισημαίνει ότι η φορολογική πολιτική των ΗΠΑ έχει υποστεί εκτεταμένες αλλαγές στη διάρκεια της ιστορίας, χωρίς να διαπιστώνεται κάποια σαφής επίδραση στον ρυθμό ανάπτυξης.

Παρά τα ευρήματα αυτά, οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο αξιοποίησαν τις οριακές πλειοψηφίες τους το 2025 για να εγκρίνουν το εκτεταμένο νομοθετικό και φορολογικό πακέτο του Τραμπ, το οποίο περιλάμβανε διατάξεις που καθιστούσαν μόνιμες τις περισσότερες φορολογικές περικοπές του 2017. Σε αυτές περιλαμβάνονταν ο ιστορικά χαμηλός ανώτατος φορολογικός συντελεστής εισοδήματος και ο χαμηλότερος φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις, από το 1940.

Είναι επίσης σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι το ανώτατο 0,1% αντιμετωπίζει διαφορετική φορολογική επιβάρυνση από το υπόλοιπο πλουσιότερο 1%, επειδή η σύνθεση του πλούτου του διαφέρει. Τα μέλη αυτής της ομάδας κατέχουν σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, ποσά αντίστοιχα με εκείνα του επόμενου 0,9%, μιας ομάδας εννέα φορές μεγαλύτερης. Και αυτές οι επενδύσεις αποτελούν την κύρια πηγή των πρόσφατων κερδών τους.

Επιπλέον, περίπου τα τρία τέταρτα του χαρτοφυλακίου πλούτου του ανώτατου 0,1% αποτελούνται από εταιρικές συμμετοχές και επιχειρηματική ιδιοκτησία. Αυτό τους επιτρέπει να επωφελούνται από τις φορολογικές περικοπές του Τραμπ με πολλαπλούς τρόπους, μεταξύ άλλων μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών και περισσότερων δυνατοτήτων αναβολής ή αποφυγής φορολογικών υποχρεώσεων. Η τεράστια αξία των μετοχών που κατέχουν τούς επιτρέπει επίσης να δανείζονται χρησιμοποιώντας τες ως εγγύηση, αποκτώντας ρευστότητα συνήθως χωρίς να καταβάλλουν φόρο, αντί να αναγκάζονται να τις πουλήσουν.

Σε αντίθεση με τους υπερπλούσιους, για τα υπόλοιπα εισοδηματικά στρώματα τα ακίνητα αποτελούν βασικότερο στοιχείο της περιουσίας τους, ενώ μικρότερο μερίδιο καταλαμβάνουν οι μετοχές και οι επιχειρηματικές συμμετοχές. Ειδικά για τη μεσαία τάξη, σχεδόν τα δύο τρίτα του πλούτου προέρχονται από ακίνητα και συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις, ενώ μόλις το 15% συνδέεται με την ιδιοκτησία επιχειρήσεων και τις εταιρικές συμμετοχές.

Οι νέοι παράγοντες που διευρύνουν τις ανισότητες

Μεγάλο μέρος της συζήτησης για τις οικονομικές ανισότητες επικεντρώνεται στον ρόλο της φορολογίας. Ωστόσο, άλλες πρόσφατες αλλαγές πολιτικής έχουν μεταφέρει διαφορετικά είδη κόστους στα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, αφήνοντας τους πλουσιότερους σχετικά ανεπηρέαστους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια διάταξη της νομοθεσίας του Τραμπ το 2025, η οποία επέτρεψε τη λήξη των ομοσπονδιακών επιδοτήσεων υγειονομικής περίθαλψης στο πλαίσιο του νόμου Affordable Care Act. Ασφαλιστικές εταιρείες και αναλυτές εκτιμούν ότι, λόγω των υψηλότερων ασφαλίστρων, ο αριθμός των πολιτών που θα εγγραφούν σε ασφαλιστικά προγράμματα μέσω του ACA θα μειωθεί κατά περίπου 5 εκατομμύρια, ενώ οι ασφαλισμένοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με πολύ υψηλότερους λογαριασμούς που θα πρέπει να πληρώσουν από την τσέπη τους.

Η απότομη αύξηση του ενεργειακού κόστους, συμπεριλαμβανομένων των τιμών της βενζίνης, του ντίζελ και του πετρελαίου θέρμανσης, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα. Οι αυξήσεις αυτές επιβαρύνουν δυσανάλογα τους καταναλωτές χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ενώ επηρεάζουν ελάχιστα τους προϋπολογισμούς των πλουσίων. Ταυτόχρονα, ενισχύουν τα κέρδη των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην εξόρυξη, την επεξεργασία και τη μεταφορά πετρελαίου. Η απόκλιση αυτή έγινε ιδιαίτερα έντονη μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, τον Φεβρουάριο του 2026, η οποία οδήγησε σε άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου.

Από την άλλη, οι δασμοί λειτουργούν ως φόρος κατανάλωσης στις εισαγωγές. Οικονομολόγοι της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης διαπίστωσαν ότι οι δασμοί έχουν επιβαρύνει σημαντικά τις τιμές πολλών συνηθισμένων καταναλωτικών αγαθών. Εκτίμησαν ότι, χωρίς τους δασμούς, οι τιμές αυτών των προϊόντων θα είχαν μειωθεί κατά μέσο όρο κατά 1% σε διάστημα ενός έτους. Αντίθετα, αυξήθηκαν κατά 2,9%. Τα συγκεκριμένα αγαθά αντιπροσωπεύουν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο των οικογενειακών προϋπολογισμών των λιγότερο εύπορων νοικοκυριών, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις να επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Συνολικά, η επιτάχυνση της αναδιανομής του πλούτου από τη μεσαία τάξη προς την κορυφή οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για αναπόφευκτες ιστορικές δυνάμεις. Όπως γράφει ο οικονομολόγος Τομά Πικετί στο βιβλίο του με τίτλο «Μικρή ιστορία της ισότητας» που εκδόθηκε το 2022: «Η ανισότητα είναι πάντοτε ένα αρχιτεκτόνημα πολιτικό και ιδεολογικό, και τα οικοδομήματα του παρόντος είναι εξίσου σαθρά μ’ εκείνα του παρελθόντος».


Πηγή – ΕΡΤ News (The Conversation)

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.