Διεθνής ΑριστεράΕνδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Πόλεμος θέσεων και σοσιαλιστική προοπτική
Οι ενδιάμεσες εκλογές (Midterms) της 3ης Νοεμβρίου 2026 στις ΗΠΑ αποτελούν κρίσιμο πολιτικό σταθμό στο μέσο της δεύτερης προεδρικής θητείας του Donald Trump, καθώς αναδιαμορφώνουν τους συσχετισμούς δυνάμεων σε ομοσπονδιακό, πολιτειακό και τοπικό επίπεδο.…
4 Νοεμβρίου 2026 · 21:36
Οι ενδιάμεσες εκλογές (Midterms) της 3ης Νοεμβρίου 2026 στις ΗΠΑ αποτελούν κρίσιμο πολιτικό σταθμό στο μέσο της δεύτερης προεδρικής θητείας του Donald Trump, καθώς αναδιαμορφώνουν τους συσχετισμούς δυνάμεων σε ομοσπονδιακό, πολιτειακό και τοπικό επίπεδο. Πέρα από την ανανέωση της Βουλής των Αντιπροσώπων και μέρους της Γερουσίας, οι εκλογές περιλαμβάνουν αναμετρήσεις για κυβερνήτες, πολιτειακά κοινοβούλια και όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και δημοψηφίσματα για σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. 131 υποψήφιοι είχαν τη δημόσια στήριξη των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής (Democratic Socialists of America, εφεξής DSA)1, χωρίς πάντοτε να είναι μέλη του. Το DSA κατάφερε να αυξήσει σημαντικά την επιρροή του στο δημοκρατικό στρατόπεδο και στη δημόσια ατζέντα συνολικά.
Παρότι πολλά και ενδιαφέροντα θα μπορούσαν να ειπωθούν για το πολιτικό χάρισμα, τη δημόσια παρουσία και τις επικοινωνιακές δεξιότητες προσωπικοτήτων όπως ο Abdul El-Sayed, ο James Talarico και ο Jon Ossoff, η ανάλυσή μας επιδιώκει να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από το επίπεδο των επιμέρους πολιτικών προσωπικοτήτων σε εκείνο των συλλογικών πολιτικών διεργασιών: στην αναδιάταξη των συσχετισμών δυνάμης, στις στρατηγικές και οργανωτικές προϋποθέσεις που την καθιστούν δυνατή και, κυρίως, στους όρους διεύρυνσης της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής του DSA εντός του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.
Το εκλογικό πλαίσιο: “Είναι η ακρίβεια, ηλίθιε!“
Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αφορούσαν την ανανέωση του συνόλου των 435 εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων, την εκλογή 35 γερουσιαστών και 36 κυβερνητών πολιτειών, καθώς και την ανάδειξη των εκπροσώπων σε συνολικά 6.139 έδρες των πολιτειακών νομοθετικών σωμάτων.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρισκόταν ο έλεγχος των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, καθώς η πλειοψηφία δίνει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να μπλοκάρουν ψήφιση νομοσχεδίων που προωθούν οι Ρεπουμπλικανοί, να επηρεάζουν τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης μέσω ερευνών και ακροάσεων και να μπλοκάρουν στη Γερουσία τον διορισμό υπουργών, ανώτατων αξιωματούχων και ομοσπονδιακών δικαστών. Μπορούν επίσης να προωθούν τη δική τους νομοθετική ατζέντα, αν και η εφαρμογή της θα εξαρτάται από την προεδρική υπογραφή ή την εξασφάλιση επαρκούς πλειοψηφίας για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο. Ωστόσο, μια τέτοια πλειοψηφία, πάντως, δεν δίνει στους Δημοκρατικούς απεριόριστη νομοθετική εξουσία: για τα περισσότερα νομοσχέδια απαιτούνται στην πράξη 60 ψήφοι στη Γερουσία ώστε να ξεπεραστεί το filibuster2, ενώ για την υπέρβαση προεδρικού βέτο χρειάζεται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.
Οι εκλογές διεξήχθησαν σε μια συγκυρία έντονης υποχώρησης της δημοτικότητας του προέδρου Trump. Στις 22 Οκτωβρίου, το ποσοστό αποδοχής του είχε περιοριστεί στο 37%, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο της δεύτερης προεδρικής του θητείας, από 54% τον Ιανουάριο του 2025. Παράλληλα, το 65% των ερωτηθέντων εκτιμούσε ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, έναντι μόλις 30% που θεωρούσε ότι βρίσκεται στη σωστή. Το κλίμα δυσαρέσκειας αποτυπωνόταν και στις δημοσκοπήσεις για τις εκλογές του Κογκρέσου, στις οποίες οι Δημοκρατικοί διατηρούσαν προβάδισμα οκτώ ποσοστιαίων μονάδων έναντι των Ρεπουμπλικανών, συγκεντρώνοντας κατά μέσο όρο 51% έναντι 43%.
Η οικονομική δυσαρέσκεια επηρέασε ακόμη και παραδοσιακά ρεπουμπλικανικά εκλογικά ακροατήρια, καθώς η κυβέρνηση Trump αντιμετωπίζει αυξανόμενη δυσπιστία σχετικά με την ικανότητά της να περιορίσει τις καθημερινές δαπάνες των νοικοκυριών. Οι ψηφοφόροι φαίνεται να ανησυχούν περισσότερο για το ενδεχόμενο οι φορολογικές ελαφρύνσεις των Ρεπουμπλικανών να ωφελήσουν κυρίως τους δισεκατομμυριούχους, ενώ οι υπόλοιποι πολίτες συνεχίζουν να επιβαρύνονται από την ακρίβεια, παρά για το ενδεχόμενο αύξησης των φόρων από τους Δημοκρατικούς.
Η τελευταία δημοσκόπηση του Cook Political Report, που διεξήχθη στις 9–13 Οκτωβρίου 2026 σε δείγμα 2.495 πιθανών ψηφοφόρων στις πολιτείες Iowa, Ohio και Texas, καταγράφει έντονη δυσαρέσκεια για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Trump, ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών, όπου το κόμμα είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024. Οι Δημοκρατικοί συγκέντρωναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη ως προς την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, του ενεργειακού κόστους και της διαφθοράς, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν το προβάδισμα στα ζητήματα φορολογίας και μετανάστευσης. Μέσα σε αυτό το κλίμα δυσαρέσκειας, οι Δημοκρατικοί κατόρθωσαν να επικρατήσουν και στις τρεις πολιτείες.
Τα ευρήματα της μετεκλογικής έρευνας AP Voter Poll 2026 δείχνουν ότι η οικονομία αποτέλεσε την κυρίαρχη ανησυχία των ψηφοφόρων στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026, ανεξαρτήτως ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου ή τόπου κατοικίας. Αντίθετα, ζητήματα όπως η κατάσταση της δημοκρατίας και το μεταναστευτικό απασχόλησαν σε διαφορετικό βαθμό τις επιμέρους κοινωνικές και δημογραφικές ομάδες. Ειδικότερα, η οικονομία συγκέντρωσε τα υψηλότερα ποσοστά στους ψηφοφόρους ηλικίας 18–44 ετών (43–45%) και σε όσους δεν διέθεταν πανεπιστημιακό πτυχίο (41%), ενώ η σημασία της παρέμεινε σχεδόν ίδια στις πόλεις, τα προάστια και τις αγροτικές περιοχές (38–39%). Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση της δημοκρατίας απασχόλησε περισσότερο τους ψηφοφόρους άνω των 65 ετών (39%) και τους πτυχιούχους πανεπιστημίου (38%, έναντι 27% των μη πτυχιούχων). Το μεταναστευτικό, αντίστοιχα, συγκέντρωσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους ψηφοφόρους χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο (17%, έναντι 11% των πτυχιούχων) και στους κατοίκους αγροτικών περιοχών και μικρών πόλεων (18%, έναντι 10% στα αστικά κέντρα).
Lobbying του Ισραήλ
«Το Ισραήλ έρχεται στα όνειρά μου» είχε αναφέρει η Haley Stevens, που εκπροσωπούσε το Michigan στην προηγούμενη εκλογική περίοδο στη Βουλή των Aντιπροσώπων, όπου εκλέχθηκε με το Κόμμα των Δημοκρατικών υποσχόμενη πως «θα αγωνίζεται για το λαό του Ισραήλ».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον σημαντικότερο ιστορικά χρηματοδότη του Ισραήλ, έχοντας διαθέσει περίπου 175 δισεκατομμύρια δολάρια από το 1946 έως το 2025. Η τακτική ετήσια στρατιωτική βοήθεια ανέρχεται σε 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία χρησιμοποιούνται κυρίως για την αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων, πολεμικών αεροσκαφών, πυρομαχικών και την ανάπτυξη αντιπυραυλικών συστημάτων, ενισχύοντας παράλληλα αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες όπως η Lockheed Martin και η Boeing. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, η χρηματοδότηση αυξήθηκε σημαντικά: σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο Brown, οι ΗΠΑ διέθεσαν 21,7 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ μεταξύ Οκτωβρίου 2023 και Σεπτεμβρίου 2025, ενώ μαζί με τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή το συνολικό εκτιμώμενο κόστος ξεπέρασε τα 31 δισεκατομμύρια δολάρια.
Στο πλαίσιο αυτό, η διατήρηση της εν λόγω στήριξης των ΗΠΑ προς το Ισραήλ είναι ζωτικής σημασίας για το σιωνιστικό κράτος και τους υποστηρικτές του. Ως εκ τούτου, η AIPAC (American Israel Public Affairs Committee) διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στις εκλογικές αναμετρήσεις των ΗΠΑ. Πρόκειται για μία από τις ισχυρότερες φιλοϊσραηλινές οργανώσεις πίεσης στις ΗΠΑ. Στον εκλογικό κύκλο των midterms του 2026, μέσω του AIPAC διοχετεύθηκαν περίπου 53,3 εκατομμύρια δολάρια σε υποψηφίους των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών, ενώ το συνδεδεμένο Super PAC United Democracy Project (UDP) δαπάνησε άλλα 54,2 εκατομμύρια σε ανεξάρτητες διαφημιστικές εκστρατείες, με το συνολικό ποσό να φτάνει τα 107,5 εκατομμύρια δολάρια.
Η απόφαση της Haley Stevens να στηρίξει τον Ρεπουμπλικανό Mike Rogers απέναντι στον υποψήφιο του ίδιου της του κόμματος, Abdul El-Sayed, προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις στο Michigan, μόλις δύο ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η Stevens, η οποία είχε ηττηθεί από τον El-Sayed στις προκριματικές των Δημοκρατικών, είχε προηγουμένως συγκρουστεί μαζί του για τη στάση του απέναντι στο Ισραήλ, απαιτώντας να καταδικάσει διαφήμιση ανεξάρτητης πολιτικής οργάνωσης, με την παραγωγή και το περιεχόμενο της οποίας η εκστρατεία του δεν είχε καμία εμπλοκή. Παρότι ο El-Sayed αποστασιοποιήθηκε δημόσια από τη διαφήμιση, η Stevens εμφανίστηκε την 1η Νοεμβρίου σε εκκλησία του Detroit στο πλευρό του Rogers και ανακοίνωσε την υποστήριξή της στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο. Η κίνησή της προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, παραιτήσεις στενών συνεργατών της και δημόσια καταδίκη ακόμη και από ηγετικά στελέχη της μετριοπαθούς πτέρυγας.
Σύμφωνα με την πλατφόρμα Who Funds My Rep?, η οποία καταγράφει τη χρηματοδότηση υποψηφίων από την AIPAC και περισσότερες από 50 άλλες φιλοϊσραηλινές επιτροπές πολιτικής δράσης (PACs), τα πρώτα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών του 2026 δείχνουν ότι 169 από τους 185 υποψηφίους που έλαβαν τη μεγαλύτερη σχετική οικονομική υποστήριξη στις περιφέρειές τους κέρδισαν (91%), ενώ 16 ηττήθηκαν. Ωστόσο, το υψηλό αυτό ποσοστό επιτυχίας δεν πρέπει να θεωρείται απόδειξη της εκλογικής αποτελεσματικότητας της χρηματοδότησης, καθώς σημαντικό μέρος των χρημάτων κατευθύνεται σε εν ενεργεία βουλευτές και γερουσιαστές, οι οποίοι ούτως ή άλλως εμφανίζουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά επανεκλογής, που φτάνουν το 89%.
Τρανσφοβία και «woke ατζέντα»
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έμφαση που έδωσαν οι Ρεπουμπλικανοί σε ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων και πολιτισμικής ταυτότητας, τα οποία αξιοποίησαν για να επιτεθούν στους Δημοκρατικούς, στοχοποιώντας τη λεγόμενη «woke ατζέντα». Στο επίκεντρο της προεκλογικής τους εκστρατείας βρέθηκαν κυρίως τα δικαιώματα των τρανς ατόμων, η συμμετοχή τους στον γυναικείο αθλητισμό και η πρόσβαση των ανηλίκων σε φυλοεπιβεβαιωτική ιατρική φροντίδα. Σύμφωνα με έρευνα του Associated Press, βασισμένη σε στοιχεία της AdImpact, έως τις 25 Οκτωβρίου οι Ρεπουμπλικανοί είχαν δαπανήσει περίπου 183 εκατομμύρια δολάρια για 217.000 τηλεοπτικές μεταδόσεις διαφημίσεων με σχετική θεματολογία, ξεπερνώντας τα 151 εκατομμύρια που είχαν δαπανήσει την αντίστοιχη περίοδο των προεδρικών εκλογών του 2024. Αντίθετα, οι Δημοκρατικοί είχαν διαθέσει μόλις 11 εκατομμύρια δολάρια, κυρίως για να απαντήσουν στις επιθέσεις. Απέναντι σε αυτή την εκστρατεία, το DSΑ υιοθετεί μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη της μετριοπαθούς πτέρυγας των Δημοκρατικών: αντί να αποστασιοποιούνται από τα δικαιώματα των τρανς ατόμων3, επιδιώκουν να συνδέσουν την υπεράσπισή τους με ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές διεκδικήσεις, όπως η καθολική υγειονομική περίθαλψη, η πρόσβαση στην κατοικία και η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων.
Αντί να αποστασιοποιείται από τις διεκδικήσεις των τρανς ατόμων, η DSA επιδιώκει να τις εντάξει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων, συνδέοντας την καταπολέμηση των διακρίσεων με την καθολική υγειονομική περίθαλψη, την πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, την προστασία της εργασίας και την ενίσχυση των συνδικάτων. Στο πολιτικό της πρόγραμμα, Workers Deserve More, που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2026, η οργάνωση υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις εναντίον μεταναστών, μειονοτήτων και τρανς ατόμων αποσκοπούν στη διαίρεση της εργατικής τάξης και στον αποπροσανατολισμό της δημόσιας συζήτησης από τις οικονομικές ανισότητες. Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζεται σε διακηρύξεις, αλλά εκφράζεται μέσα από τοπικές καμπάνιες για την υπεράσπιση των τρανς δικαιωμάτων, καθώς και μέσα από τη δημόσια αντίθεσή της στην εγκατάλειψη αυτών των δικαιωμάτων για εκλογικούς λόγους. Με αυτόν τον τρόπο, η DSA επιχειρεί να αντιπαραθέσει στις πολιτισμικές διαιρέσεις που προβάλλουν οι Ρεπουμπλικανοί μια ενιαία πολιτική ατζέντα, η οποία συνδυάζει την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων με την αντιμετώπιση της ακρίβειας, της στεγαστικής κρίσης και των προβλημάτων πρόσβασης στην υγεία, επιδιώκοντας να διαμορφώσει κοινούς στόχους για διαφορετικά τμήματα της εργατικής τάξης.
Το κοινωνικό ζήτημα και η εργατική τάξη
Η ακρίβεια παραμένει μία από τις βασικότερες αιτίες οικονομικής δυσαρέσκειας των Αμερικανών εργαζομένων. Σύμφωνα με έρευνα του Economic Innovation Group, το 68% εκτιμά ότι το κόστος ζωής αυξήθηκε τον τελευταίο χρόνο, ενώ μόλις το 11% θεωρεί ότι η καθημερινότητα έχει γίνει οικονομικά πιο προσιτή. Η δυσαρέσκεια αυτή αποτυπώνεται και στην αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής του Donald Trump: μόλις το 22% κρίνει θετικά τους χειρισμούς του για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού και της ακρίβειας, έναντι 62% που τους αξιολογεί αρνητικά. Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και μεταξύ όσων τον ψήφισαν στις προεδρικές εκλογές του 2024, λιγότεροι από τους μισούς (46%) δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις επιδόσεις του στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Εντυπωσιακή είναι και η υποχώρηση της στήριξης στη δασμολογική πολιτική του Trump, ιδιαίτερα μεταξύ των εργαζομένων σε χειρωνακτικά και τεχνικά επαγγέλματα, τους οποίους η κυβέρνηση παρουσίαζε ως βασικούς ωφελούμενους της δασμολογικής πολιτικής. Ενώ το 2025 η συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων υποστήριζε τους δασμούς με οριακή διαφορά 3 ποσοστιαίων μονάδων, το 2026 η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως: το 58% τάσσεται πλέον κατά των δασμών και μόλις το 36% υπέρ.
Παρότι ο καπιταλισμός εξακολουθεί να αξιολογείται θετικότερα από τον σοσιαλισμό στο σύνολο των Αμερικανών εργαζομένων, η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ όσων ψηφίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα. Στη συγκεκριμένη ομάδα, ο σοσιαλισμός καταγράφει ένα εντυπωσιακό θετικό καθαρό ισοζύγιο απόψεων, της τάξης των 31 ποσοστιαίων μονάδων, την ώρα που ο καπιταλισμός εμφανίζει αρνητικό ισοζύγιο. Η τάση αυτή ενδέχεται να συνδέεται με την αυξανόμενη επιρροή των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής (Democratic Socialists of America – DSA), χωρίς ωστόσο τα στοιχεία της έρευνας να τεκμηριώνουν άμεση αιτιώδη σχέση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιλήψεις των Αμερικανών εργαζομένων για τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό: Στο σύνολο των ερωτηθέντων, ο καπιταλισμός εξακολουθεί να συγκεντρώνει περισσότερες θετικές αξιολογήσεις, με 45% θετικές έναντι 32% αρνητικών, ενώ οι απόψεις για τον σοσιαλισμό εμφανίζονται σχεδόν ισομοιρασμένες, με 38% θετικές και 35% αρνητικές. Η εικόνα, ωστόσο, διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση. Μεταξύ των εργαζομένων που υποστηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς, ο καπιταλισμός καταγράφει θετικό ισοζύγιο 46 ποσοστιαίων μονάδων, ενώ ο σοσιαλισμός αρνητικό ισοζύγιο 19 μονάδων. Αντίθετα, μεταξύ όσων υποστηρίζουν τους Δημοκρατικούς, οι θετικές απόψεις για τον σοσιαλισμό υπερτερούν των αρνητικών κατά 31 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ ο καπιταλισμός εμφανίζει αρνητικό ισοζύγιο 9 μονάδων. Οι ανεξάρτητοι εργαζόμενοι βρίσκονται ανάμεσα στις δύο αυτές τάσεις, με ελαφρώς θετικό ισοζύγιο για τον καπιταλισμό (+5) και αρνητικό για τον σοσιαλισμό (−7). Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημαντική απήχηση που έχουν αποκτήσει οι σοσιαλιστικές ιδέες στην εκλογική βάση των Δημοκρατικών.
Πέρα από τον Bernie – ο Δημοκρατικός Σοσιαλισμός και ο Πόλεμος Θέσεων
«Η θέση του [Gramsci] ότι οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες διαθέτουν πολιτικούς και ιδεολογικούς πόρους που καθιστούν αναγκαία τη μετάβαση από τον «πόλεμο ελιγμών» σε έναν παρατεταμένο «πόλεμο θέσεων» πρέπει να κατανοηθεί στην πραγματική της σημασία: ως το επιχείρημα ότι οι ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες που κατέστησαν δυνατή τη νικηφόρα επανάσταση στη Ρωσία το 1917 δεν μπορούν, ούτε πρόκειται, να εμφανιστούν στη Δύση.
Κατά συνέπεια, η επαναστατική στρατηγική οφείλει να διαφοροποιείται. Πρέπει να περιλαμβάνει την οικοδόμηση ηγεμονίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Προϋποθέτει τη διεξαγωγή ιδεολογικής πάλης. Πρέπει, τέλος, να περιλαμβάνει τη συγκρότηση ενός μαζικού δημοκρατικού κινήματος.»4
Η επισήμανση του David Forgacs για την εννοιολογική και στρατηγική σημασία του «πολέμου θέσεων» στο έργο του Antonio Gramsci προσφέρει ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση της πολιτικής στρατηγικής του DSA. Στη γραμσιανή προσέγγιση, ο «πόλεμος θέσεων» αναφέρεται στη μακροχρόνια διαδικασία οικοδόμησης κοινωνικής, πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Σε αντίθεση με τον «πόλεμο ελιγμών», που προσανατολίζεται στην άμεση κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, ο «πόλεμος θέσεων» βασίζεται στη σταδιακή μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών μέσα από την οργάνωση, τη συγκρότηση συμμαχιών και την παρέμβαση στους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών. Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με τον ρεφορμισμό, δηλαδή με την αντίληψη ότι η συμμετοχή στις εκλογές και η σταδιακή μεταρρύθμιση του κράτους αποτελούν επαρκή εργαλεία για την υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αντίθετα, αναδεικνύει την ανάγκη συγκρότησης μιας ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής δύναμης, ικανής να αμφισβητήσει τις υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας.
Οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής αποτελούν τη μεγαλύτερη αριστερή οργάνωση των Ηνωμένων Πολιτειών, με ολοένα ισχυρότερη παρουσία στην αμερικανική πολιτική σκηνή. Αν και ιδρύθηκε το 1982, η οργάνωση γνώρισε εντυπωσιακή αναζωπύρωση μετά το 2016, στον απόηχο της πρώτης προεδρικής εκστρατείας του Bernie Sanders και της εκλογής του Donald Trump. Η ανάπτυξη αυτή συνοδεύτηκε από την ενίσχυση της εκλογικής της παρέμβασης, με την υποστήριξη σοσιαλιστών υποψηφίων τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε πολιτειακό και τοπικό επίπεδο.
Η δυναμική αυτή αποτυπώθηκε και στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή της DSA, επτά υποψήφιοι που υποστηρίχθηκαν από την οργάνωση εξασφάλισαν έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι επανεκλεγμένες Alexandria Ocasio-Cortez και Rashida Tlaib, καθώς και οι νεοεκλεγμένοι Chris Rabb, Donavan McKinney, Melat Kiros, Claire Valdez και Darializa Avila Chevalier. Παράλληλα, δεκάδες ακόμη υποψήφιοι με την υποστήριξη τοπικών οργανώσεων της DSA εξελέγησαν σε πολιτειακά κοινοβούλια, δημοτικά συμβούλια και άλλα τοπικά αξιώματα. Ξεχωρίζουν, μεταξύ άλλων, η εκλογή της Janeese Lewis George στη δημαρχία της Washington, D.C., και του Yousef Rabhi στη δημαρχία του Ann Arbor. Ωστόσο, η εκλογική παρέμβαση της DSA δεν περιορίστηκε στην ανάδειξη υποψηφίων. Η οργάνωση συμμετείχε επίσης σε θεματικές εκστρατείες και δημοψηφίσματα, στα οποία επικράτησαν θέσεις που υποστήριζε, όπως η ενίσχυση της προστασίας των ενοικιαστών στην Tacoma και στο Saint Paul και η απόρριψη πρότασης για την κατάργηση της φορολόγησης των εκατομμυριούχων στην πολιτεία της Washington. Αντίστοιχες επιτυχίες καταγράφηκαν στη Virginia, με την επικράτηση προτάσεων για την κατοχύρωση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων, την άρση της συνταγματικής απαγόρευσης του γάμου μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου και την αποκατάσταση των εκλογικών δικαιωμάτων πρώην κρατουμένων. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη στρατηγική της DSA να συνδυάζει την εκλογή σοσιαλιστών εκπροσώπων με την προώθηση συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών διεκδικήσεων, επιδιώκοντας να ενισχύσει την πολιτική του παρουσία σε όλα τα επίπεδα της αμερικανικής διακυβέρνησης.
Η εδραίωση του DSA στην πολιτική σκηνή της χώρας είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων οργανωτικών, στρατηγικών και τακτικών επιλογών, τις οποίες αξίζει να μελετήσουμε με προσοχή:
Εξέλιξη μελών
Η έρευνα μελών του 2021 των Democratic Socialists of America (DSA) αποτυπώνει τον βαθύ μετασχηματισμό της οργάνωσης κατά την περίοδο της ραγδαίας ανάπτυξής της μετά το 2016. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου 2021, συγκεντρώνοντας 12.971 απαντήσεις, περίπου το 14% των τότε 95.000 μελών. Τα αποτελέσματα δείχνουν μια οργάνωση σημαντικά νεότερη, περισσότερο διαφοροποιημένη κοινωνικά και πολιτικά και με αυξημένη συμμετοχή στην οργανωμένη δράση.
Ενώ το 2013 η διάμεση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 68 έτη, το 2021 είχε μειωθεί στα 33, με το 73% να έχει γεννηθεί από το 1980 και μετά. Παράλληλα, η οργάνωση παρουσιάζει μεγαλύτερη εθνοτική και έμφυλη ποικιλομορφία, αν και εξακολουθεί να αποτελείται κυρίως από λευκά μέλη. Το 77% δήλωσε λευκή ταυτότητα, το 9% λατινοαμερικανική καταγωγή, το 5% ασιατική και το 4% μαύρη. Ως προς το φύλο, το 64% αυτοπροσδιορίστηκε ως άνδρας, το 27% ως γυναίκα και περίπου το 10% ως non-binary ή άλλη ταυτότητα. Επιπλέον, το 32% δήλωσε πως ανήκει στην LGBTQIA+ κοινότητα, έναντι 18% το 2017. Η επαγγελματική σύνθεση αναδεικνύει την ισχυρή εκπροσώπηση της μισθωτής εργασίας, αλλά και την περιορισμένη εκπροσώπηση παραδοσιακών βιομηχανικών επαγγελμάτων. Το 75% των ερωτηθέντων εργαζόταν, ενώ μόλις το 9% ήταν συνταξιούχοι, σε σύγκριση με 54% το 2013.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η πολιτική ταυτότητα των μελών του DSA και η σχέση τους με το Δημοκρατικό Κόμμα. Σύμφωνα με την έρευνα του 2021, το 61% αυτοπροσδιοριζόταν ως δημοκρατικός σοσιαλιστής, το 58% ως σοσιαλιστής και το 38% ως μαρξιστής. Αντίθετα, μόλις το 9% αυτοπροσδιοριζόταν ως Δημοκρατικός, έναντι 39% το 2013. Η μεταβολή αυτή υποδηλώνει την ενίσχυση μιας διακριτής σοσιαλιστικής πολιτικής ταυτότητας, παρά το γεγονός ότι το DSA συμμετέχει συχνά στις εκλογές μέσω των προκριματικών διαδικασιών του Δημοκρατικού Κόμματος.
Η έρευνα State of DSA, που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή Ανάπτυξης και Οργάνωσης (Growth and Development Committee) των Democratic Socialists of America (DSA), εξετάζει τη ραγδαία επέκταση της οργάνωσης μετά το 2016, τις μεταβολές στη γεωγραφική κατανομή των μελών και τις δυσκολίες διατήρησης και ενεργοποίησής τους. Σύμφωνα με την ανάλυση, η DSA μετασχηματίστηκε από μια σχετικά μικρή σοσιαλιστική οργάνωση, που για δεκαετίες αριθμούσε περίπου 5.000 μέλη, σε μια μαζική πολιτική δύναμη με δεκάδες χιλιάδες μέλη. Το 97% των μελών που καταγράφονταν στην έρευνα είχε ενταχθεί μετά το 2016, ενώ η πλειονότητα είχε εγγραφεί μετά το 2019. Η ανάπτυξη αυτή συνδέθηκε με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις, όπως η προεδρική εκστρατεία του Bernie Sanders και η εκλογή του Donald Trump το 2016, η νίκη της Alexandria Ocasio-Cortez το 2018, καθώς και οι κινητοποιήσεις μετά τη δολοφονία του George Floyd το 2020.
Εσωτερική οργάνωση & διαχείριση διαφωνιών
Σύμφωνα με το ισχύον Καταστατικό και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς της DSA, η οργανωτική λειτουργία του DSA βασίζεται στην εκλογή των αντιπροσωπευτικών οργάνων από τα μέλη και στη λογοδοσία τους προς αυτά. Ανώτατο όργανο της οργάνωσης είναι το Εθνικό Συνέδριο, το οποίο συγκαλείται τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια και συγκροτείται από αντιπροσώπους που εκλέγονται από τις τοπικές οργανώσεις. Η εκπροσώπηση κάθε τοπικής οργάνωσης καθορίζεται ανάλογα με τον αριθμό των μελών της, με βάση την αρχή «ένα μέλος, μία ψήφος» (one member, one vote). Το Εθνικό Συνέδριο αποφασίζει για τις βασικές πολιτικές, οργανωτικές και στρατηγικές κατευθύνσεις της DSA και εκλέγει την Εθνική Πολιτική Επιτροπή (National Political Committee – NPC) με αναλογικό εκλογικό σύστημα, στο οποίο οι ψηφοφόροι κατατάσσουν τους υποψηφίους με σειρά προτίμησης και οι ψήφοι μπορούν να μεταφέρονται στις επόμενες προτιμήσεις τους, επιτρέποντας την εκπροσώπηση διαφορετικών πολιτικών τάσεων.
Η Εθνική Πολιτική Επιτροπή αποτελεί τη συλλογική πολιτική ηγεσία του DSA και το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων στο διάστημα μεταξύ δύο Εθνικών Συνεδρίων. Είναι υπεύθυνη για την υλοποίηση των συνεδριακών αποφάσεων, τον καθορισμό της γενικής πολιτικής κατεύθυνσης, τη διαχείριση των οικονομικών και του προσωπικού, τον συντονισμό με τις τοπικές οργανώσεις και τη συγκρότηση θεματικών επιτροπών και ομάδων εργασίας. Από τα μέλη της εκλέγεται μια μικρότερη Συντονιστική Επιτροπή (Steering Committee), η οποία αναλαμβάνει τη διαχείριση των πιο άμεσων και καθημερινών ζητημάτων μεταξύ των συνεδριάσεων της Εθνικής Πολιτικής Επιτροπής.
Αντίστοιχες αρχές δημοκρατικής λειτουργίας ισχύουν και σε τοπικό επίπεδο. Κάθε τοπική οργάνωση διαθέτει δικά της εκλεγμένα όργανα, τα οποία όμως δεν μπορούν να υποκαθιστούν ή να υπερισχύουν των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μελών ή του τοπικού Συνεδρίου. Τα μέλη έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στις συλλογικές διαδικασίες, να καταθέτουν προτάσεις, να παρεμβαίνουν στις συζητήσεις και να αποφασίζουν μέσω ψηφοφορίας για τα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και την πολιτική δράση της οργάνωσής τους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, η θεσμική κατοχύρωση της εσωτερικής πολιτικής πολυφωνίας. Το καταστατικό αναγνωρίζει στα μέλη το δικαίωμα να οργανώνονται με βάση κοινές πολιτικές αντιλήψεις και να συγκροτούν διακριτές πολιτικές τάσεις ή ρεύματα (caucuses / factions). Οι τάσεις αυτές μπορούν να διαμορφώνουν δικές τους πολιτικές πλατφόρμες, να υποβάλλουν προτάσεις, να υποστηρίζουν υποψηφίους για τα όργανα της DSA, να ασκούν δημόσια κριτική και να διεκδικούν αλλαγές στην πολιτική κατεύθυνση και το πρόγραμμα της οργάνωσης. Με αυτόν τον τρόπο, οι διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις δεν αποκλείονται από την εσωτερική λειτουργία της DSA, αλλά μπορούν να εκφράζονται οργανωμένα και να διεκδικούν την υποστήριξη των μελών μέσα από τις προβλεπόμενες δημοκρατικές διαδικασίες.

Οι τάσεις αυτές δεν διαθέτουν προκαθορισμένες ποσοστώσεις στα όργανα: τα πρόσωπα εκλέγονται από το σύνολο των μελών ή των αντιπροσώπων και, όταν εκλεγούν, συμμετέχουν σε κοινά συλλογικά όργανα. Οι στρατηγικές κατευθύνσεις προκύπτουν έτσι μέσα από ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση, κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων, συγκρότηση πλειοψηφιών και ψηφοφορία στα αρμόδια δημοκρατικά σώματα. Η μειοψηφία αναγνωρίζει τη νομιμότητα της απόφασης της πλειοψηφίας, χωρίς να χάνει το δικαίωμα να διαφωνεί, να οργανώνεται και να επιδιώκει την αλλαγή της απόφασης σε επόμενη διαδικασία. Για σημαντικές οργανωτικές αλλαγές απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες, ενώ η λειτουργία των οργάνων διέπεται από το καταστατικό, τους εσωτερικούς κανονισμούς (standing rules) και τους καθιερωμένους κανόνες συνεδριάσεων και λήψης αποφάσεων
Εκλογική τακτική και στρατηγική στοχοθεσία
Οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής επιδιώκουν τη συγκρότηση μιας ανεξάρτητης, μαζικής σοσιαλιστικής πολιτικής δύναμης, με μακροπρόθεσμο στόχο τη δημιουργία ενός κόμματος που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Το DSA διαθέτει δική του ηγεσία, μέλη, πολιτικό πρόγραμμα και οργανωτική δομή, διατηρώντας την αυτονομία του από το Δημοκρατικό Κόμμα. Ταυτόχρονα, αξιοποιεί τις προκριματικές εκλογές και τα ψηφοδέλτια των Δημοκρατικών ως μέσο για την εκλογή σοσιαλιστών υποψηφίων και την ενίσχυση της πολιτικής του επιρροής. Η στρατηγική αυτή, όπως αποτυπώνεται στις αποφάσεις των εθνικών συνεδρίων του 2019, του 2021 και του 2025, καθώς και στις κατευθύνσεις της Εθνικής Εκλογικής Επιτροπής (National Electoral Commission – NEC), δεν προϋποθέτει ούτε την οργανωτική ενσωμάτωση του DSA στο Δημοκρατικό Κόμμα ούτε την άμεση ρήξη μαζί του. Αντίθετα, επιχειρεί να συνδυάσει την αξιοποίηση των υφιστάμενων εκλογικών δυνατοτήτων με τη σταδιακή οικοδόμηση ανεξάρτητης σοσιαλιστικής εκπροσώπησης. Όπως επισημαίνει το ίδιο το DSA, στόχος του δεν είναι απλώς η συμμετοχή σε κυβερνητικές συμμαχίες με το θεωρούμενο «μικρότερο κακό», αλλά η οργάνωση των εργαζομένων για τη διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας και τον μετασχηματισμό των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.
Η επιλογή του DSA να συμμετέχει στις εκλογές μέσω του Δημοκρατικού Κόμματος συνδέεται με τη δομή του αμερικανικού εκλογικού συστήματος, το οποίο ευνοεί τους δύο μεγάλους κομματικούς σχηματισμούς και θέτει σημαντικά εμπόδια στην ανάπτυξη τρίτων κομμάτων. Σε αυτές τις συνθήκες, πολλοί σοσιαλιστές υποψήφιοι διεκδικούν το χρίσμα των Δημοκρατικών, διατηρώντας παράλληλα τη δική τους πολιτική ταυτότητα και την οργανωτική τους ανεξαρτησία. Η προσέγγιση αυτή αποτυπώθηκε στην απόφαση Toward a Mass Party in the United States του Εθνικού Συνεδρίου του 2021, η οποία προέβλεπε την αξιοποίηση των ψηφοδελτίων των Δημοκρατικών ως εκλογικής τακτικής, με παράλληλη ενίσχυση μιας πολιτικής δύναμης ανεξάρτητης από τον κομματικό τους μηχανισμό. Πρόκειται για τη στρατηγική που είναι γνωστή ως «dirty break», σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες των Δημοκρατικών αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο στην πορεία προς τη συγκρότηση ανεξάρτητου σοσιαλιστικού κόμματος. Αντίθετα, η στρατηγική του «clean break» προκρίνει την άμεση αποδέσμευση από το Δημοκρατικό Κόμμα και τη δημιουργία αυτοτελούς σοσιαλιστικού εκλογικού φορέα. Η επιλογή ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις παραμένει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του DSA, αντανακλώντας το ευρύτερο δίλημμα ανάμεσα στην αξιοποίηση των υπαρχόντων εκλογικών θεσμών και την οικοδόμηση μιας πλήρως ανεξάρτητης σοσιαλιστικής πολιτικής εκπροσώπησης.
Το DSA, ωστόσο, δεν επιδιώκει απλώς την εκλογή περισσότερων προοδευτικών Δημοκρατικών, αλλά τη συγκρότηση μιας διακριτής και οργανωμένης σοσιαλιστικής πολιτικής δύναμης. Σύμφωνα με τα κριτήρια που εγκρίθηκαν στο Εθνικό Συνέδριο του 2025, οι υποψήφιοι που επιδιώκουν την επίσημη πανεθνική υποστήριξή του οφείλουν να διατηρούν ουσιαστικούς οργανωτικούς δεσμούς με το DSA, να δηλώνουν δημόσια τη σοσιαλιστική τους ταυτότητα και να δεσμεύονται ότι θα συμβάλλουν στην ενίσχυσή του. Στο πλαίσιο αυτό, οι εκλογικές εκστρατείες δεν αποσκοπούν μόνο στη συγκέντρωση ψήφων, αλλά αξιοποιούνται και ως ευκαιρίες πολιτικής οργάνωσης, προσέλκυσης νέων μελών, εκπαίδευσης εθελοντών και δημιουργίας σταθερών δικτύων στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές. Τον συντονισμό της εκλογικής δραστηριότητας αναλαμβάνει η Εθνική Εκλογική Επιτροπή (National Electoral Commission – NEC), σε συνεργασία με τις τοπικές οργανώσεις και υπό την εποπτεία της Εθνικής Πολιτικής Επιτροπής. Παράλληλα, οι εκλεγμένοι σοσιαλιστές καλούνται να διατηρούν στενή συνεργασία με την οργάνωση, να λογοδοτούν για την πολιτική τους δράση και να συντονίζονται μέσω των Επιτροπών Εκλεγμένων Σοσιαλιστών (Socialists in Office Committees). Βασική επιδίωξη είναι οι εκλογικές επιτυχίες να μην περιορίζονται στην προσωπική πολιτική ανέλιξη υποψηφίων μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά να συμβάλλουν στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της συλλογικής πολιτικής και οργανωτικής ισχύος του DSA.
Για να λάβουν την επίσημη πανεθνική υποστήριξη του DSA, τα υποψήφια άτομα πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:
- Να έχουν αποδεδειγμένη εμπειρία σε ηγετικούς ή οργανωτικούς ρόλους στην τοπική τους οργάνωση, να συμμετέχουν ενεργά στις εσωτερικές διαδικασίες του DSA και να παρακολουθούν τις εκδηλώσεις και τις δραστηριότητές του.
- Να δεσμεύονται ότι θα υπερασπίζονται το πανεθνικό πολιτικό πρόγραμμα του DSA, Workers Deserve More, καθώς και τις πολιτικές προτεραιότητες, τις εκστρατείες και τις πρωτοβουλίες του.
- Να αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους πρωτίστως ως άτομα που οργανώνουν τη σοσιαλιστική δράση και δευτερευόντως ως αιρετά πρόσωπα.
- Να εκφράζουν ανοιχτά και με υπερηφάνεια την ταύτισή τους με το DSA και τον σοσιαλισμό. Αυτό περιλαμβάνει:
- Να ενθαρρύνουν ρητά τους πολίτες να γίνουν μέλη του DSA.
- Να αυτοπροσδιορίζονται δημόσια ως «σοσιαλιστές/σοσιαλίστριες» ή «δημοκρατικοί σοσιαλιστές/σοσιαλίστριες».
- Να συνδέουν τη δημόσια εικόνα, τα πολιτικά μηνύματα ή και τα χρώματα της προεκλογικής τους εκστρατείας με εκείνα του DSA.
- Να δεσμεύονται ότι θα αξιοποιήσουν την προεκλογική τους εκστρατεία για την ανάπτυξη της τοπικής οργάνωσης του DSA και την ανάδειξη νέων στελεχών.
- Να εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την επίσημη υποστήριξή τους από το DSA σε πανεθνικό επίπεδο.
- Να δεσμεύονται ότι θα συνεργάζονται και θα συντονίζουν τη δράση τους με άλλα εκλεγμένα πρόσωπα που έχουν λάβει την υποστήριξη του DSA, καθώς και με τις Επιτροπές Εκλεγμένων Σοσιαλιστών και Σοσιαλιστριών (Socialists in Office Committees), όπου αυτές λειτουργούν.
- Να πληρούν τις αντισιωνιστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για το σύνολο του DSA. Συγκεκριμένα:
- Να υποστηρίζουν το κίνημα BDS (Boycott, Divestment and Sanctions – Μποϊκοτάζ, Απόσυρση Επενδύσεων και Κυρώσεις).
- Να απέχουν από κάθε μορφή συνεργασίας ή σύνδεσης με την ισραηλινή κυβέρνηση ή με σιωνιστικές ομάδες άσκησης πολιτικής πίεσης (lobby).
- Να δεσμεύονται ότι θα αντιτίθενται σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που βλάπτουν τον παλαιστινιακό λαό και θα υποστηρίζουν νομοθετικές πρωτοβουλίες που προωθούν την απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Πρόσθετοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την πανεθνική υποστήριξη
Πέρα από τα παραπάνω κριτήρια, το DSA εξετάζει επίσης:
- Κατά πόσο η πανεθνική υποστήριξη του DSA μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά τις πιθανότητες εκλογικής επιτυχίας, μέσω της συγκέντρωσης οικονομικών πόρων, της δημόσιας προβολής και της κινητοποίησης εθελοντών.
- Τις δυνατότητες που προσφέρει μια εκλογική αναμέτρηση με πανεθνική πολιτική σημασία για την ενίσχυση της δημόσιας παρουσίας του DSA και την προσέλκυση νέων μελών.
- Τις θέσεις της προεκλογικής εκστρατείας σε κρίσιμα πολιτικά και στρατηγικά ζητήματα που απασχολούν το DSA, όπως:
- Η σχέση με το Δημοκρατικό Κόμμα, η πολιτική ανεξαρτησία και η οικοδόμηση ανεξάρτητου κόμματος.
- Η στρατηγική του DSA για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και τη μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.
- Η απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Συμπεράσματα
Η ελληνική Αριστερά έχει συχνά την τάση να αντιμετωπίζει τις εκλογικές επιτυχίες αριστερών πολιτικών δυνάμεων στο εξωτερικό με όρους «συνταγής μαγειρικής», αναζητώντας έτοιμες λύσεις που μπορούν να εφαρμοστούν αυτούσιες στην ελληνική πραγματικότητα. Η προσέγγιση αυτή αποκτά ενίοτε κωμικοτραγικές διαστάσεις. Αρκεί να θυμηθούμε τις συζητήσεις γύρω από το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία, τη χιλιοειπωμένη φράση ότι «η Αριστερά κερδίζει όταν δεν βάζει νερό στο κρασί της», την επίκληση του Bernie Sanders ως δήθεν απόδειξη ότι δεν τίθεται ζήτημα ηλικιακής και στελεχιακής ανανέωσης ή την προσπάθεια εξαγωγής γενικών κανόνων για το αν η Αριστερά πρέπει ή δεν πρέπει να συνεργάζεται εκλογικά με συστημικούς πολιτικούς παίκτες. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι εκλογικές επιτυχίες αποσπώνται από τις συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές και οργανωτικές συνθήκες που τις κατέστησαν δυνατές και επιστρατεύονται εκ των υστέρων για να επιβεβαιώσουν ήδη διαμορφωμένες πολιτικές απόψεις.
Κατά την άποψή μας, η ενασχόληση με το DSA αναδεικνύει μια σειρά από ζητήματα στρατηγικής και πολιτικής οργάνωσης, τα οποία η ελληνική Αριστερά, στον βαθμό που τα διέθετε ποτέ, φαίνεται να έχει εγκαταλείψει προ πολλού.
1. Η ύπαρξη ενός πολιτικού σχεδίου που στηρίζεται σε συγκεκριμένη ανάλυση των συσχετισμών δύναμης και σε μια αντίστοιχη θεωρία για τον τρόπο με τον οποίο αυτοί μπορούν να μεταβληθούν προς όφελος της σοσιαλιστικής προοπτικής. Το DSA αναγνωρίζει τόσο τους θεσμικούς περιορισμούς και τις δυσκολίες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος όσο και τα κοινωνικά και εκλογικά ακροατήρια στα οποία μπορεί να διευρύνει την επιρροή του: αφενός, τμήματα της εκλογικής βάσης των Δημοκρατικών και, αφετέρου, μια πολύμορφη εργατική τάξη, με διαφορετικές κοινωνικές εμπειρίες, πολιτικές ταυτότητες και προτεραιότητες. Η επιλογή αυτών των ακροατηρίων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα εκλογικής τακτικής, αλλά εντάσσεται σε μια συστηματική προσπάθεια οικοδόμησης πολιτικής και οργανωτικής δύναμης. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν μπορούμε παρά να συνδέσουμε την ιδιαίτερα θετική στάση απέναντι στον σοσιαλισμό που καταγράφεται μεταξύ των εργαζομένων που υποστηρίζουν το Δημοκρατικό Κόμμα με τη συστηματική προσπάθεια του DSA να ενισχύσει την παρουσία του και την απήχηση των σοσιαλιστικών ιδεών στα συγκεκριμένα ακροατήρια.
2. Η συγκρότηση οργανωτικών δομών που αναδιαμορφώνουν τους εσωτερικούς συσχετισμούς και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ουσιαστική αλληλεπίδραση και αλληλοτροφοδότηση διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων και ρευμάτων. Η οργανωτική δομή και οι κανόνες λειτουργίας του DSA επιδιώκουν να διασφαλίσουν ότι η εκπροσώπηση των διαφορετικών πολιτικών τάσεων δεν θα αποτελεί προϊόν άτυπων διαπραγματεύσεων μεταξύ επιμέρους ομάδων και της ηγεσίας, αλλά θα προκύπτει μέσα από θεσμοθετημένες δημοκρατικές διαδικασίες, την πολιτική αντιπαράθεση επί συγκεκριμένων προτάσεων και τη δημοκρατική εκλογή των οργάνων. Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική ενότητα δεν θεωρείται δεδομένη ούτε επιβάλλεται διοικητικά, αλλά διαμορφώνεται μέσα από την αντιπαράθεση και τη σύνθεση διαφορετικών προγραμματικών και στρατηγικών προσεγγίσεων. Η δυνατότητα των διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων να αλληλοτροφοδοτούνται και να συμβάλλουν στη διεύρυνση της κοινωνικής και πολιτικής επιρροής της Αριστεράς προϋποθέτει, επομένως, κάτι περισσότερο από τη γενική επίκληση της ενότητας. Απαιτεί σαφείς δημοκρατικούς κανόνες λειτουργίας, κοινά αποδεκτό πλαίσιο πολιτικής αντιπαράθεσης, θεσμοθετημένες διαδικασίες συλλογικής λήψης αποφάσεων και λογοδοσίας, καθώς και μηχανισμούς που διασφαλίζουν την οργανωτική αυτονομία των στελεχών και των εκλεγμένων προσώπων απέναντι στους κρατικούς και κομματικούς μηχανισμούς. Υπό αυτή την έννοια, η ενότητα δεν συγκροτείται μέσω της αποσιώπησης των πολιτικών διαφορών ή των διαπραγματεύσεων μεταξύ ηγετικών ομάδων, αλλά μέσα από τη δημοκρατική επεξεργασία των διαφωνιών και τη διαμόρφωση κοινής πολιτικής στρατηγικής.
3. Η διάκριση ανάμεσα στον στρατηγικό στόχο και στους άμεσους πολιτικούς και εκλογικούς στόχους. Το DSA αντιλαμβάνεται την ιδεολογική, ταξική και κοινωνική σημασία της διακυβέρνησης Trump, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στο όνομα της επιτακτικής ανάγκης για την πολιτική ήττα του. Σε αντιδιαστολή με τη συζήτηση που διεξάγεται συχνά στον «προοδευτικό» χώρο στην Ελλάδα, η απομάκρυνση του Trump από την εξουσία δεν ανάγεται σε αυτοσκοπό ούτε υποκαθιστά τη σοσιαλιστική προοπτική. Αντίστοιχα, η εκλογική συνεργασία με το Δημοκρατικό Κόμμα δεν εξαντλείται στην επιδίωξη εκλογής ενός Δημοκρατικού προέδρου το 2028, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο μεταβολής των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών δύναμης. Στο πλαίσιο αυτό, η αξιοποίηση των εκλογικών δυνατοτήτων και η συγκρότηση πολιτικών συμμαχιών αντιμετωπίζονται ως αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς, προϋποθέσεις για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου. Η διάκριση ανάμεσα στους διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες, στους όρους και στα επίπεδα άσκησης της πολιτικής αποκτά, επομένως, καθοριστική σημασία, καθώς επιτρέπει τη σύνδεση των άμεσων πολιτικών παρεμβάσεων με τη μακροπρόθεσμη οικοδόμηση μιας ανεξάρτητης σοσιαλιστικής πολιτικής δύναμης.
2Πρόκειται για κοινοβουλευτικό μηχανισμό στη Γερουσία των ΗΠΑ, που επιτρέπει στη μειοψηφία να μπλοκάρει την ψήφιση ενός νομοσχεδίου, καθώς για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο απαιτούνται συνήθως 60 ψήφοι από τα 100 μέλη της Γερουσίας.
3 Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Δημοκρατικής βουλευτή Marcy Kaptur στο Ohio, η οποία σε προεκλογική διαφήμισή της δήλωσε ότι ψήφισε μαζί με τους Ρεπουμπλικανούς για να κρατήσει τη λεγόμενη «τρανς ιδεολογία» έξω από τα σχολεία, υποστηρίζοντας ότι οι γονείς πρέπει να αποφασίζουν για τα παιδιά τους και ότι τα τρανς κορίτσια δεν πρέπει να συμμετέχουν στον γυναικείο σχολικό αθλητισμό.
4 Forgacs, David (2000), «Introduction to VII: The Art and Science of Politics», στο Antonio Gramsci, The Gramsci Reader: Selected Writings 1916–1935, επιμ. David Forgacs, New York: New York University Press, σ. 222–223
Πηγή – Εποχή









