Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 22°
Ανεξάρτητη ΕνημέρωσηΕιδήσειςμε Διαφορετικό Χρώμα
Απόψεις

«Ελληνοπρέπεια»

  ​​  ​  ​  ​ ​​ Τη βελτίωση των κανονισμών «επί το ελληνοπρεπέστερον» φοβόταν και ξόρκιζε ο Αναστάσιος Χρηστομάνος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όπως είδαμε στο προ ολίγου δημοσιευθέν άρθρο μας για εκείνον. Ο γερμανοτραφής Χρηστομάνος…

2 Οκτωβρίου 2026 · 16:59

         

Τη βελτίωση των κανονισμών «επί το ελληνοπρεπέστερον» φοβόταν και ξόρκιζε ο Αναστάσιος Χρηστομάνος ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όπως είδαμε στο προ ολίγου δημοσιευθέν άρθρο μας για εκείνον.

Ο γερμανοτραφής Χρηστομάνος («επιστήμων γερμανός με καρδίαν ελληνικήν», όπως είχε εύστοχα χαρακτηριστεί), ως ιδιαίτερα ευφυής άνθρωπος, διέβλεπε τις δυσκολίες πρακτικής εφαρμογής όσων πρέσβευε, αντιλαμβανόταν τους σοβαρούς κινδύνους που εγκυμονούσε η τάση μας — ημών των Ελλήνων— να λοξοδρομούμε από τον αρχικό σχεδιασμό, να παραβαίνουμε τους νόμους, τις εντολές και τα καθήκοντα.

Η κακώς εννοούμενη αυτή «ελληνοπρέπεια» ουδέποτε εγκαταλείφθηκε — ας είμαστε ειλικρινείς. Συνέχισε να μας διακρίνει, και να μας κατατρύχει ασφαλώς.

Πριν από τέσσερις περίπου δεκαετίες, στο πλαίσιο της σύγχρονης πλέον ελληνικής κοινωνίας, ο Παύλος Μάτεσις έγραφε για την «ελληνοπρέπεια» και τον «ελληνοπρεπή» τα εξής («Το Βήμα», 20/8/1985):

Επιστροφή από Νέα Μάκρη, απογευματάκι. Μια μακριά πομπή από οχήματα, με όνειρο το «οίκαδε», προσπαθούσε να επιστρέψει στη μητριά Αθήνα, χωρίς κανέναν εκνευρισμό (αυτό σημαίνει: κάθε οδηγός και ηρεμιστικό). Τα τζάμια στα παράθυρα των οχημάτων ανεβασμένα: η κάπνα από καιγόμενα δάση ήταν πιεστική. Στα ραδιόφωνα των οχημάτων η είδηση: λόγω πυρκαϊών κ.λπ. ανακαλούνται οι άδειες δασικών υπαλλήλων. Και σε προπορευόμενο αμάξι (μέσα ο οδηγός, η συμβία και άφθονα παιδάκια), κατεβαίνει το τζάμι, βγαίνει χέρι αντρικό και τινάζει με ελληνική άνεση αποτσίγαρο, αναμμένο φυσικά, στους δίπλα θάμνους. Το τζάμι ξανανεβαίνει σβέλτα, η κάπνα από τα καιγόμενα δάση ήταν ενοχλητική.

Από συμπορευόμενο όχημα με μόνο επιβάτη την οδηγό του, αρχίζουν βίαια κορναρίσματα. Η οδηγός χειρονομούσε και μιλούσε έντονα, χωρίς ν’ ακούγεται βέβαια, προς το μέρος του ατόμου που είχε πετάξει με ελληνοπρέπεια το τσιγάρο του. Η εξ ηρεμιστικών ηρεμία είχε διαρραγεί. Τα όσα συμπορευόμενα οχήματα είχαμε δει, αρχίσαμε, με θλιβερή καθυστέρηση, να κορνάρουμε, ακομπανιάροντας την πολύ οργισμένη κυρία. Ο ελληνοπρεπής, να προσποιείται πως δεν καταλάβαινε προς τι και εναντίον τίνος η Ξενάκειος μουσική με τις κόρνες.

Με παράτολμη οδήγηση, η κυρία περνάει και φρενάρει μπροστά στον «έλληνα», τον εξαναγκάζει να σταματήσει. Βγαίνει από τ’ αμάξι της, ψηλή, γκρίζα μαλλιά, βάδισμα ατόμου που γνωρίζει και διεκδικεί τα δικαιώματά του. Η πομπή είχε σταματήσει. Η κυρία μιλούσε στον (καθόλου) κύριο. Του ζητούσε το λόγο για το τσιγάρο που πέταξε. Τα τζάμια στα πίσω αμάξια κατέβαιναν διαδοχικά. Ο «έλληνας», αδυνατώντας πλέον να προσποιηθεί ότι δεν καταλάβαινε, βγαίνει από τ’ αμάξι του. Και αρχίζει το πιο βάναυσο, το πιο χυδαίο υβρεολόγιο από τον πλέον πανικόβλητο των (υπ)ανθρώπων. Απτόητη από τον εποχούμενο οχετό, η κυρία συνεχίζει τον φιλιππικό. Τα πίσω οχήματα, ακούγαμε μόνο, βουβοί, λιποταχτούντες.

Τότε μπαίνει στη μάχη και η σύζυγος (όχι, αυτή δεν ήταν, ούτε θα γίνει κυρία). Το δικό της υβρεολόγιο κατά της κυρίας ήταν πλουσιότερο σε απόβλητα. Τα λύματα έφταναν σε κορύφωση. Εμείς γύρω φυγομαχούσαμε. Τότε η κυρία στράφηκε προς όλους μας:

— Είσαστε γαϊδούρια και άνανδροι! Ελάτε, βοηθήστε τον να με δείρει!

Ευτυχώς, έξω από μία φωνή με τέμπο σκυλάδικου (κάνε πάντα, κυρά μου, να πάμε σπιτάκια μας!) άλλος κανείς δεν λιποτάχτησε αυτή τη φορά. Πόρτες αμαξιών άνοιξαν, μέσα σε σιωπή.

Τότο ο «έλληνας» εννόησε (με τι, απορώ) ότι επέρχεται ξύλο. Μπαίνει στο αμάξι του, ξεχνώντας μάλιστα έξω τη συμβία του, η οποία άρχισε να κοπανάει την πόρτα του αμαξιού τους (άνοιξέ μου χριστιανέ μου!)

Αφού αμπάρωσαν τζάμια, άρχισαν από μέσα να βρίζουν, να χειρονομούν, ενώ τα άφθονα παιδάκια τους συνόδευαν με μούντζες. Και ο «έλληνας» ξεκίνησε με ατιμωτική συνοδεία, από είκοσι περίπου κόρνες που τον πήγαν «καροτσάκι» κορνάροντας επί πέντε περίπου χιλιόμετρα, το πρόσωπό του σε χρώμα μελιτζανί τώρα, προοίμιο συμφόρησης, που όλοι, είμαι σίγουρος, του ευχηθήκαμε ομαδικότατα. Ώσπου έστριψε σε πάροδο, και η συνοδεία του ξαναγίναμε η σιωπηλή, ή μάλλον μουγγή, πλειοψηφία.

Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο αείμνηστος συγγραφέας Παύλος Μάτεσις (1933-2013).

Πηγή – in.gr

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Alkinoos FoundationNexomosΔρ. Γεράσιμος ΚυριακίδηςLocksmith ServicesLithotechnic Printers