Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 20°
Κύπρος

Δεν νοείται συναίνεση με δικαστικό διάταγμα!

Μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στο δικαίωμα της Αστυνομίας να ζητά γενετικό υλικό για τη διερεύνηση ποινικών υποθέσεων και στο δικαίωμα ενός πολίτη να αποφασίζει ελεύθερα αν συναινεί στη λήψη του, ξεκαθάρισε το Ανώτατο Δικαστήριο.…

21 Οκτωβρίου 2026 · 07:52

      

Μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στο δικαίωμα της Αστυνομίας να ζητά γενετικό υλικό για τη διερεύνηση ποινικών υποθέσεων και στο δικαίωμα ενός πολίτη να αποφασίζει ελεύθερα αν συναινεί στη λήψη του, ξεκαθάρισε το Ανώτατο Δικαστήριο.

Με χθεσινή απόφαση, ο δικαστής Χ. Μαλαχτός ακύρωσε διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο υποχρέωνε τον Α.Κ., που βρίσκεται υπό κράτηση, να συναινέσει στη λήψη σάλιου ή αίματος για σκοπούς γενετικής εξέτασης (DNA).
Το Ανώτατο έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε υπερβεί την εξουσία που του παρέχει ο νόμος, καθώς η συναίνεση προϋποθέτει ελεύθερη βούληση και δεν μπορεί να επιβάλλεται με δικαστικό διάταγμα.

Η απόφαση έχει ενδιαφέρον επειδή αφορά μια διαδικασία που χρησιμοποιείται συχνά στην αστυνομική διερεύνηση ποινικών υποθέσεων. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν ήταν αν η Αστυνομία δικαιούται να λαμβάνει δείγματα γενετικού υλικού, αλλά κατά πόσον ένα Δικαστήριο μπορεί να υποχρεώσει κάποιον να δηλώσει ότι συμφωνεί με τη λήψη τους.
Η απάντηση του Ανωτάτου ήταν κατηγορηματική:
«Δεν νοείται διαταγή για να συναινέσει κάποιος. Η συναίνεση προϋποθέτει ελεύθερη βούληση και ελεύθερη επιλογή».

Η έρευνα για ναρκωτικά

Η υπόθεση ξεκίνησε από αστυνομική έρευνα που αφορούσε παράνομη κατοχή και προμήθεια ελεγχόμενων φαρμάκων (ναρκωτικά).

Σύμφωνα με την απόφαση, σε ορισμένα τεκμήρια που είχαν παραληφθεί στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίστηκε μεικτό γενετικό υλικό. Αυτό σημαίνει ότι στα συγκεκριμένα αντικείμενα υπήρχε γενετικό υλικό που δεν μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο.
Η Αστυνομία επιδίωξε να εξασφαλίσει δείγμα από τον Α.Κ., προκειμένου να απομονωθεί το γενετικό του υλικό και να αξιοποιηθεί στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Για τον σκοπό αυτό καταχωρίστηκε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας.
Στις 20 Ιουλίου εκδόθηκε διάταγμα που υποχρέωνε τον Α.Κ. να συναινέσει στη λήψη σάλιου ή αίματος.

Η διατύπωση του διατάγματος αποτέλεσε τελικά το καθοριστικό ζήτημα της δικαστικής διαμάχης.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε περιοριστεί στο να επιτρέψει τη λήψη δείγματος, εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Είχε διατάξει τον ίδιο τον κρατούμενο να συναινέσει!
Η συγκεκριμένη διατύπωση οδήγησε τον Α.Κ. να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζητώντας την ακύρωση του διατάγματος.

Τι επιτρέπει ο νόμος

Το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου είχε εκδοθεί με βάση το άρθρο 25 του περί Αστυνομίας Νόμου.

Η συγκεκριμένη νομοθεσία επιτρέπει σε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό λοχία ή ανώτερο να λαμβάνει, ή να μεριμνά για τη λήψη, διαφόρων στοιχείων από πρόσωπα που τελούν υπό νόμιμη κράτηση ή αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς διερεύνησης αδικημάτων.
Σε αυτά περιλαμβάνονται φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, τρίχες, αποκόμματα νυχιών και δείγματα σάλιου.
Η νομοθεσία προβλέπει επίσης τη λήψη δειγμάτων αίματος και ούρων με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού.

Για τη λήψη των συγκεκριμένων δειγμάτων προβλέπονται δύο δυνατότητες.
Η πρώτη είναι να συμφωνήσει το πρόσωπο από το οποίο ζητείται το δείγμα.
Η δεύτερη είναι να εκδοθεί δικαστική διαταγή, εφόσον το πρόσωπο δεν συναινεί.
Αυτό ακριβώς το σημείο εξέτασε το Ανώτατο Δικαστήριο.
Κατά την κρίση του, ο νομοθέτης έχει διαχωρίσει τη συναίνεση από τη δικαστική διαταγή. Πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες που δεν μπορούν να συγχωνευθούν.

Η συναίνεση αποτελεί προσωπική επιλογή. Η δικαστική διαταγή αποτελεί άσκηση εξουσίας που παρέχεται από τον νόμο.
Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, να εκδώσει διαταγή για τη λήψη δείγματος όταν δεν υπάρχει συναίνεση. Δεν μπορεί, όμως, να διατάξει κάποιον να συναινέσει.

Η θέση της Νομικής Υπηρεσίας

Κατά τη συζήτηση της αίτησης ενώπιον του Ανωτάτου, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε ότι η νομοθεσία δεν περιορίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο διατύπωσης μιας τέτοιας διαταγής.
Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, η διαταγή θα μπορούσε να απευθύνεται είτε προς την Αστυνομία, ώστε να λάβει το γενετικό υλικό, είτε προς τον κρατούμενο, ώστε να συναινέσει στη λήψη του.

Η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας συνέδεσε αυτή την ερμηνεία με το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βία για να εξασφαλίσει το δείγμα.
Υποστήριξε ακόμη ότι, παρά τη διατύπωση του διατάγματος, ο Α.Κ. δεν στερήθηκε το δικαίωμά του να αρνηθεί τη λήψη γενετικού υλικού.
Με άλλα λόγια, η θέση που προβλήθηκε ήταν ότι σημασία είχε το δικαίωμα άρνησης που εξακολουθούσε να έχει ο κρατούμενος και όχι ο τρόπος με τον οποίο είχε διατυπωθεί το διάταγμα.

Το Ανώτατο δεν αποδέχθηκε αυτή την προσέγγιση. Έκρινε ότι η διατύπωση είχε ουσιαστική νομική σημασία και δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μια απλή λεκτική διαφορά.

Κίνδυνος κατηγορίας για παρακοή

Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της απόφασης αφορά τις πιθανές συνέπειες που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο Α.Κ. εάν αρνείτο να συμμορφωθεί με το διάταγμα.
Το Ανώτατο επισήμανε ότι η νομοθεσία προβλέπει ήδη ποινικές συνέπειες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις άρνησης λήψης στοιχείων.
Ειδικότερα, το άρθρο 25(3) προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο αρνείται, παρεμποδίζει ή δεν επιτρέπει τη λήψη στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του άρθρου 25(1), μετά την έκδοση σχετικής δικαστικής διαταγής, διαπράττει αδίκημα.

Η συγκεκριμένη παράγραφος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη λήψη σάλιου, όχι όμως τη λήψη αίματος, η οποία προβλέπεται χωριστά στην παράγραφο (β).
Σε περίπτωση καταδίκης, η διάταξη που παρατίθεται στην απόφαση προβλέπει φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι 450 λίρες (μετατρέπονται σε ευρώ) ή και τις δύο ποινές.

Το Ανώτατο επισήμανε επιπλέον ένα διαφορετικό ενδεχόμενο.
Επειδή το επίδικο διάταγμα υποχρέωνε προσωπικά τον Α.Κ. να συναινέσει, η άρνησή του θα μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει προϋποθέσεις για να θεωρηθεί υπόλογος και για παρακοή δικαστικού διατάγματος.

Ο κρατούμενος βρισκόταν, δηλαδή, αντιμέτωπος με μια δικαστική διαταγή που του επέβαλλε να εκφράσει τη συναίνεσή του, ενώ η συναίνεση, από τη φύση της, προϋποθέτει ότι μπορεί να αρνηθεί.

Το Ανώτατο έκρινε ότι δεν υπήρχε νομοθετική εξουσία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος.
Στην αίτησή του προς το Ανώτατο, ο Α.Κ. είχε προβάλει και έναν πρόσθετο λόγο ακύρωσης, ειδικά για τη λήψη αίματος.
Υποστήριζε ότι το διάταγμα, στον βαθμό που αφορούσε τη συγκεκριμένη διαδικασία, παραβίαζε τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Οι δύο αυτές αρχές συνδέονται με το κατά πόσον ένα μέτρο είναι πραγματικά αναγκαίο για τον σκοπό που επιδιώκεται και κατά πόσον η επέμβαση στα δικαιώματα του προσώπου είναι δικαιολογημένη. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Α.Κ. απέσυραν αυτό το μέρος της αίτησης.
Κατά συνέπεια, το Ανώτατο δεν εξέτασε ούτε αποφάσισε κατά πόσον η λήψη αίματος στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαζε τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.
Η απόφαση περιορίστηκε στο ζήτημα της εξουσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιβάλει συναίνεση.

Όποιος δεν συναινεί, υποχρεώνεται

Η ακύρωση του διατάγματος δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία στερείται της δυνατότητας να ζητήσει τη λήψη γενετικού υλικού από πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση.
Ούτε το Ανώτατο αποφάσισε ότι κάθε λήψη DNA χωρίς συναίνεση είναι παράνομη.
Αντίθετα, στην απόφαση αναγνωρίζεται ρητά ότι η νομοθεσία επιτρέπει τη λήψη των προβλεπόμενων δειγμάτων με συναίνεση ή με δικαστική διαταγή όταν αυτή δεν υπάρχει.
Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι να χρησιμοποιείται η δικαστική εξουσία για να υποχρεώνεται ένα πρόσωπο να δηλώσει ότι συναινεί.

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Στη μία περίπτωση, ο πολίτης αποφασίζει ελεύθερα να παραχωρήσει δείγμα.
Στην άλλη, η λήψη πραγματοποιείται με βάση δικαστική διαταγή, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες που καθορίζει ο νόμος.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είχε επιλέξει μια τρίτη διατύπωση, η οποία δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία: να υποχρεώσει τον κρατούμενο να δώσει τη συγκατάθεσή του. Αυτό ήταν το νομικό σφάλμα που οδήγησε στην ακύρωση.
Ο δικαστής Χ. Μαλαχτός κατέληξε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα που υποχρέωνε τον Α.Κ. να συναινέσει στη λήψη δειγμάτων.

Για τον λόγο αυτό εξέδωσε προνομιακό ένταλμα certiorari, με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα της 20ής Ιουλίου 2026.
Τον Α.Κ. εκπροσώπησε ο δικηγόρος Δ. Τσολακίδης, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Γενικό Εισαγγελέα εμφανίστηκε η δικηγόρος Η. Ζησίμου.

Πηγή – Cyprus Times

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.