ΚύπροςΓιατί δεν χρειάζεται η άδεια της Τουρκίας για το καλώδιο – Διεθνολόγος εξηγεί στο CNN Greece
Η τουρκική θέση επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα αν έχει πράγματι η γείτονα δικαίωμα να απαιτεί άδεια για την πόντιση του καλωδίου σε θαλάσσιες περιοχές πέραν των χωρικών υδάτων; Η δικηγόρος…
4 Οκτωβρίου 2026 · 13:59
Η τουρκική θέση επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα αν έχει πράγματι η γείτονα δικαίωμα να απαιτεί άδεια για την πόντιση του καλωδίου σε θαλάσσιες περιοχές πέραν των χωρικών υδάτων;
Η δικηγόρος και διεθνολόγος Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη εξηγεί μέσω του CNN Greece ότι η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στο άρθρο 79 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Τι προβλέπει το άρθρο 79
Όπως επισημαίνει, το Διεθνές Δίκαιο κάνει σαφή και καθαρή διάκριση.
«Πέρα από τα χωρικά ύδατα, η πόντιση ενός διεθνούς υποθαλάσσιου καλωδίου δεν εξαρτάται από μια γενική άδεια του παράκτιου κράτους», σημειώνει.
Το άρθρο 79 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει ότι όλα τα κράτη δικαιούνται να ποντίζουν υποθαλάσσια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα και ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να εμποδίζει την πόντιση ή τη συντήρησή τους, παρά μόνο να λαμβάνει συγκεκριμένα εύλογα μέτρα που συνδέονται με την έρευνα και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας.
Η βασική διάκριση, σύμφωνα με την ίδια, βρίσκεται σε μια σημαντική λεπτομέρεια της Σύμβασης που έχει ιδιαίτερη νομική σημασία δηλαδή στο ότι θέλει «συναίνεση για τη χάραξη της διαδρομής και το γράφει ρητά για τους αγωγούς. Δεν το γράφει για τα καλώδια. Ο ίδιος ο ΟΗΕ συνοψίζει το καθεστώς λέγοντας ότι πέρα από τα 12 ναυτικά μίλια το παράκτιο κράτος δεν πρέπει να εμποδίζει την πόντιση ή συντήρηση καλωδίων».
Η διαφορά μεταξύ καλωδίου και αγωγού
Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση δεν θεωρείται τυχαία. Σύμφωνα με τη Δρ. Αλιγιζάκη, όταν διαμορφωνόταν το Δίκαιο της Θάλασσας, είχε προταθεί να απαιτείται συναίνεση του παράκτιου κράτους και για τη χάραξη της διαδρομής υποθαλάσσιων καλωδίων. Η πρόταση αυτή δεν πέρασε στο τελικό κείμενο. Το άρθρο 79 κράτησε την απαίτηση συναίνεσης μόνο για τους αγωγούς.
Το ίδιο έχει σημασία και για τις τεχνικές έρευνες που προηγούνται της πόντισης όπως υπογραμμίζει. Η χαρτογράφηση μιας στενής λωρίδας βυθού με αποκλειστικό σκοπό να διαπιστωθεί από πού μπορεί να περάσει με ασφάλεια το καλώδιο αντιμετωπίζεται από σημαντικό μέρος της διεθνούς νομικής θεωρίας ως αναγκαία παρεπόμενη εργασία της ίδιας της πόντισης και όχι αυτομάτως ως επιστημονική έρευνα που απαιτεί άδεια. «Δεν υπάρχει σήμερα διεθνής δικαστική απόφαση που να έχει λύσει ειδικά αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα» προσθέτει.
«Το γεγονός ότι η Τουρκία διεκδικεί μια περιοχή ως δική της υφαλοκρηπίδα δεν της δημιουργεί από μόνο του δικαίωμα αδειοδότησης του καλωδίου. Η Σύμβαση ήξερε να γράψει τη λέξη “συναίνεση”. Την έγραψε για την όδευση αγωγων — όχι για καλώδια», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.
Η τουρκική απαίτηση και η στρατηγική της διάσταση
Γιατί, όμως, επιμένει η Άγκυρα στην απαίτηση προηγούμενης άδειας; Κατά την εκτίμηση της, η τουρκική επιδίωξη έχει δύο επίπεδα.Το πρώτο αφορά το ίδιο το έργο. Η Άγκυρα έχει προφανές συμφέρον να αυξήσει το πολιτικό, επιχειρησιακό και οικονομικό κόστος του GSI, είτε προκαλώντας μεγάλη καθυστέρηση είτε καθιστώντας την υλοποίησή του δυσκολότερη. Και εδώ όπως επισημαίνει υπάρχει ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο. Εξηγεί πώς στην κοινή απόφαση των ρυθμιστικών αρχών Ελλάδας και Κύπρου της 30ής Σεπτεμβρίου 2024 προβλέφθηκε ρητά ότι, «σε περίπτωση καθυστέρησης ή ακύρωσης του έργου εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων εκτός του ελέγχου του φορέα και των εργολάβων —με ρητή μνεία στον γεωπολιτικό κίνδυνο— το συμφωνημένο εύλογο κόστος κατανέμεται 50%-50% μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου».
Δηλαδή ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει ήδη αποκτήσει συγκεκριμένη οικονομική διάσταση για τα δύο ενεργειακά συστήματα και δυνητικά για τους καταναλωτές τους.
Το δεύτερο όμως είναι στρατηγικά σημαντικότερο, τονίζει. Η Άγκυρα επιχειρεί να δημιουργήσει την αντίληψη ότι μεγάλα ενεργειακά και άλλα έργα υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να υλοποιούνται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί της.
«Δεν θέλει μόνο να εμποδίσει το συγκεκριμένο καλώδιο. Θέλει να αποκτήσει στην πράξη τον ρόλο του “διακόπτη” της Ανατολικής Μεσογείου — να μπορεί να ανεβάζει ή να κατεβάζει το κόστος κάθε έργου από το οποίο θεωρεί ότι παρακάμπτεται», τονίζει.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η σημασία του προηγούμενου. Υποστηρίζει πώς μία τουρκική απαίτηση ή ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν δημιουργεί αυτομάτως νέο δικαίωμα. Το Διεθνές Δικαστήριο έχει τονίσει ότι για να συναχθεί σιωπηρή συμφωνία απαιτούνται ιδιαίτερα ισχυρά στοιχεία. «Από την άλλη, έχει επίσης δεχθεί ότι η σιωπή ή η μακρόχρονη ανοχή μπορεί, υπό πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις, να αποκτήσει νομικό βάρος όταν η συμπεριφορά του άλλου κράτους ήταν τέτοια ώστε να απαιτεί αντίδραση», συμπληρώνει.
Γι’ αυτό η ελληνική στάση πρέπει να είναι απολύτως συνεπής,όπως υποστηρίζει, να μην επιτραπεί δηλαδή μια αλυσίδα περιστατικών που αύριο θα επιχειρήσει η Τουρκία να παρουσιάσει ως αποδοχή δικής της αρμοδιότητας. «Θέλει το “με ενημερώνεις” να μετατραπεί σιγά-σιγά σε “με ρωτάς”», σημειώνει.
Παράλληλα προσθέτει πώς «η Τουρκία δεν μπορεί να κατασκευάσει Διεθνές Δίκαιο με μία ναυτική αγγελία. Μπορεί όμως να προσπαθεί να κατασκευάσει έναν φάκελο πρακτικής που θα επικαλεστεί αργότερα».
Οι αναφορές στην «ΤΔΒΚ» και το τουρκολιβυκό μνημόνιο
Ένα ακόμη σκέλος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την επίκληση συμφωνιών με την αποκαλούμενη «ΤΔΒΚ», καθώς και το τουρκολιβυκό μνημόνιο σε συνδυασμό με το κάλεσμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη διεθνή κοινότητα από το βήμα του ΟΗΕ για αναγνώριση του ψευδοκράτους.
Η Δρ. Αλιγιζάκη χαρακτηρίζει την πρακτική αυτή κυρίως ως προσπάθεια παγίωσης και διεθνοποίησης της τουρκικής νομικής θέσης, διευκρινίζοντας ότι δεν ισοδυναμεί με νομική επικύρωση των συγκεκριμένων θέσεων.
Η κατάθεση ενός εγγράφου στον ΟΗΕ δεν σημαίνει ότι ο Οργανισμός υιοθετεί το περιεχόμενό του ή κρίνει ότι αυτό είναι νόμιμο και έγκυρο. Ο ίδιος ο ΟΗΕ διευκρινίζει ρητά ότι η καταχώριση δεν αποτελεί κρίση για τη φύση ή την εγκυρότητα μιας συμφωνίας ούτε προσδίδει σε έναν συμβαλλόμενο διεθνές καθεστώς που δεν είχε ήδη.
«Στον ΟΗΕ δημοσιεύονται αξιώσεις.Δεν μοιράζονται τίτλοι ιδιοκτησίας στη θάλασσα», σημειώνει χαρακτηριστικά η διεθνολόγος.
Υπάρχει επίσης ο θεμελιώδης κανόνας του Διεθνούς Δικαίου που επικαλείται η Δρ.Αλιγιζάκη πώς μια συμφωνία μεταξύ δύο μερών δεν μπορεί να επιβάλει υποχρεώσεις σε τρίτο κράτος χωρίς τη συναίνεσή του. Αυτό αποτυπώνεται στα άρθρα 34 και 35 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία και η Λιβύη δεν μπορούν, μέσω μιας διμερούς συμφωνίας, να αφαιρέσουν από την Ελλάδα δικαιώματα που αυτή αντλεί από το Διεθνές Δίκαιο. Παραπέμπει παράλληλα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο έχει επαναλάβει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο θίγει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Διαφορετικής φύσης, αλλά εξίσου σημαντικό, είναι το ζήτημα της συμφωνίας με την αποκαλούμενη «ΤΔΒΚ».
Ξεκαθαρίζει πώς «πρόκειται για οντότητα που δεν αναγνωρίζεται διεθνώς ως ανεξάρτητο κράτος, ενώ τα ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας έχουν καλέσει τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το αποσχιστικό μόρφωμα».
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη Δρ. Αλιγιζάκη, η Άγκυρα μπορεί να καταθέτει χάρτες, συντεταγμένες και επιστολές. Αυτά δημιουργούν αρχείο τουρκικών αξιώσεων και όχι διεθνή τίτλο κυριαρχίας ή δικαιοδοσίας.
Τα ελληνικά περιθώρια
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πώς μπορεί η Ελλάδα να διαχειριστεί την κατάσταση, ώστε να προστατεύσει την υλοποίηση του έργου χωρίς να δημιουργηθούν συνθήκες έντασης.
Η πρώτη προϋπόθεση που θέτει η Δρ. Αλιγιζάκη είναι η νομική συνέπεια.Κάθε ελληνική ανακοίνωση, ναυτική αγγελία και τεχνική επικοινωνία θα πρέπει, σύμφωνα με την ίδια, να καθιστά απολύτως σαφές ότι δεν αναγνωρίζεται τουρκικό δικαίωμα αδειοδότησης και δεν ζητείται τουρκική συναίνεση.
«Η αποφυγή ατυχημάτων και η ενημέρωση για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας είναι άλλο πράγμα και η αναγνώριση δικαιοδοσίας είναι άλλο», υπογραμμίζει.
Το δεύτερο είναι να μην παρουσιαστεί το έργο ως μια αποκλειστικά διμερής αντιπαράθεση Ελλάδας–Τουρκίας. Πρόκειται για κρίσιμη ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει από το 2025 ειδικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Υποθαλάσσιων Καλωδίων, το οποίο καλύπτει ρητά και τα καλώδια μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και προβλέπει πρόληψη, εντοπισμό απειλών, αντίδραση, αποκατάσταση και αποτροπή.Για τη Δρ. Αλιγιζάκη, αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον πέπλο προστασίας που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά και θεσμικά.
Το τρίτο είναι να εξεταστεί σοβαρά η ευρωπαϊκή θαλάσσια διάσταση. Η αναθεωρημένη Ευρωπαϊκή Στρατηγική Θαλάσσιας Ασφάλειας ,όπως αναλύει στο CNN Greece, προβλέπει ρητά προστασία κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών και δυνατότητα καλύτερου συντονισμού ναυτικών και αεροπορικών μέσων κρατών μελών σε θαλάσσιες περιοχές ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Σήμερα ο μηχανισμός συντονισμένης θαλάσσιας παρουσίας εφαρμόζεται σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, όχι αυτομάτως στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα απαιτούνταν σχετική πολιτική απόφαση του Συμβουλίου όπως υποστηρίζει.
Υπάρχει επίσης το άρθρο 44 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά την ίδια δεν δημιουργεί αυτόματα “ευρωπαϊκό στόλο”. Προβλέπει όμως ότι, αφού το Συμβούλιο αποφασίσει συγκεκριμένη αποστολή στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, μπορεί να αναθέσει την εκτέλεσή της σε ομάδα κρατών μελών που το επιθυμούν και διαθέτουν τις απαιτούμενες δυνατότητες.
Επιπρόσθετα, η συνολική τουρκική πρακτική θα μπορούσε, εφόσον τεκμηριωθεί ότι αποτελεί συντονισμένο μοτίβο ενεργειών όπως διευκρινίζει, να εξεταστεί και υπό το ευρωπαϊκό πλαίσιο των υβριδικών απειλών. Μία δήλωση, μία ναυτική αγγελία ή ακόμη και μία μεμονωμένη στρατιωτική παρουσία δεν αρκούν από μόνες τους.
«Εάν όμως συνδυάζονται συστηματικά στρατιωτική πίεση, παρεμπόδιση κρίσιμης υποδομής, κυβερνοενέργειες, παραπληροφόρηση, οικονομικός εξαναγκασμός ή απειλές χρήσης στρατιωτικής ισχύος, τότε αυτή η συνολική συμπεριφορά προσεγγίζει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση περιγράφει τις υβριδικές απειλές», διευκρινίζει.
Όπως επισημαίνει υπάρχουν συγκεκριμένα ευρωπαϊκά εργαλεία. Από το 2024 μπορούν να αναπτυχθούν, κατόπιν αιτήματος, ευρωπαϊκές ομάδες ταχείας αντίδρασης σε υβριδικές ενέργειες, ώστε να παρέχουν στοχευμένη βοήθεια σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει τέτοια απειλή. Δεν πρόκειται όπως εξηγεί για στρατιωτικές μονάδες συνοδείας πλοίων, αλλά για εξειδικευμένες ομάδες πολιτικής και στρατιωτικής τεχνογνωσίας.
Το ζητούμενο κατά την ίδια είναι να γίνει σαφές ότι «μια κρίσιμη ευρωπαϊκή υποδομή δεν μπορεί να καταστεί όμηρος μονομερών αξιώσεων. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ζητήσει δικαιώματα που ήδη έχει· χρειάζεται να τα ασκεί με συνέπεια, νομική καθαρότητα και ευρωπαϊκή στήριξη».
ΜΑΡΙΑΤΣΙΛΙΝΙΚΟΥ CNN GREECE
Πηγή:
Πηγή – Iskra








