ΑθλητισμόςΓαλλία: Ο Μακρόν έσπειρε ανέμους και τώρα θερίζει θύελλες
Δεν είναι ούτε έκρηξη βίας, ούτε παραβατικότητα. Δεν είναι το αποτέλεσμα της δράσης προβοκατόρων ή της «σύμμειξης μεταναστών και ακροαριστερών» όπως έσπευσε να γράψει υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν είναι κρίση θεσμών ή αδυναμία…
18 Οκτωβρίου 2026 · 10:00
Δεν είναι ούτε έκρηξη βίας, ούτε παραβατικότητα. Δεν είναι το αποτέλεσμα της δράσης προβοκατόρων ή της «σύμμειξης μεταναστών και ακροαριστερών» όπως έσπευσε να γράψει υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν είναι κρίση θεσμών ή αδυναμία της αστυνομίας να χειριστεί καταστάσεις. Δεν είναι παρακμή μιας κάποτε ισχυρής χώρας. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι πολύ απλά το αναμενόμενο αποτέλεσμα των πολιτικών του Εμανουέλ Μακρόν και των κυβερνήσεων που έχει επιβάλει, σχεδόν πραξικοπηματικά και σε πείσμα της λαϊκή βούλησης, ο πλέον αντιδημοφιλής πρόεδρος της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία είναι το αποτέλεσμα μιας επίμονης και συστηματικής υπονόμευσης των θεσμών, πρακτικών, και κατακτήσεων που διαμορφώθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο, της επέλασης της εργασιακής επισφάλειας, του κύματος ιδιωτικοποιήσεων, των πολιτικών που πλήττουν σκληρά το δημόσιο σύστημα υγείας, της υποχρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης και της ακύρωσης της δυνατότητάς της να λειτουργεί ως μηχανισμός ανοδικής κινητικότητας.
Προσθέστε σε όλα αυτά το γεγονός ότι η Γαλλία μπορεί να μην είναι πια μια μεγάλη – και βάναυση – αποικιακή δύναμη (παρότι διατηρεί υπερπόντιες αποικιακές κτήσεις και την ανοιχτή πληγή της Κορσικής) όμως έχει μεταφέρει την αποικιακή λογική στο εσωτερικό της χώρας, σε έναν συστηματικό ρατσισμό εναντίων των εκατομμυρίων πολιτών που είναι μεταναστευτικής καταγωγής, έναν ρατσισμό που εκφράζεται με ποικίλους τρόπους, από τις άνισες κοινωνικές προοπτικές που προσφέρει έως την πολύ πιο σκληρή αστυνομική μεταχείριση. Γιατί μπορεί να πέρασαν 65 ακριβώς χρόνια από τη 17η Οκτωβρίου του 1961, τη βραδιά όπου η αστυνομία του Παρισιού έπνιξε στον Σηκουάνα δεκάδες Αλγερινούς που διαδήλωναν υπέρ της ανεξαρτησίας της πατρίδας τους, αλλά η ρατσιστική λογική και πρακτική παραμένει και δεν είναι τυχαίο ότι τα πρώτα σχολεία που εξεγέρθηκαν ήταν αυτά των παρισινών «προαστίων».
Την ίδια ώρα η Γαλλία, πάνω από μια δεκαετία, πρωτοστατεί στην αντίληψη ότι το μόνο που μπορεί να γίνει απέναντι στις μαζικές κινητοποιήσεις είναι η σκληρή αστυνομική βία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρμόδιοι υπουργοί αναφέρουν στις δηλώσεις τους πόσοι αστυνομικοί τραυματίστηκαν, αλλά όχι πόσοι διαδηλωτές, ή ο τεράστιος αριθμός συλλήψεων, όχι μόνο στην μεγαλειώδη ημέρα κινητοποιήσεις στις 17 Οκτωβρίου, αλλά και σε όλη τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, όπως και όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Όλα αυτά δεν είναι άσχετα με το γεγονός ότι σε όλη τη διάρκεια της προεδρίας του Εμανουέλ Μακρόν η Γαλλία έγινε το μεγάλο εργαστήριο της τεχνολογίας εξουσίας του «Ακραίου Κέντρου» ή του «υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού» στην Ευρώπη. Ο συνδυασμός ανάμεσα σε μια δήθεν «υπερβατική» ιδεολογία και την ανοιχτή και ρητή αποδοχή της ατζέντας της Ακροδεξιάς, ο κυνισμός απέναντι σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση και πάνω από όλα η περιφρόνηση προς την ίδια τη βούληση της κοινωνίας που συμπυκνώνει η επιβολή «ανακτορικών κυβερνήσεων» χωρίς καμιά νομιμοποίηση, στην πραγματικότητα διαμόρφωσαν μια από τις πλέον αντιδημοκρατικές συνθήκες στην Ευρώπη, μια ιδιότυπη θωράκιση ενός κυβερνητικού κέντρου απέναντι στην ίδια την κοινωνία, συνδυασμένη με μια εμμονική εχθροπάθεια απέναντι στην ίδια την κοινωνία.
Όλα αυτά απλώς συσσώρευαν εκρηκτικά υλικά στη Γαλλία. Και όταν σωρεύονται εκρηκτικά υλικά, κάποια στιγμή έρχεται η έκρηξη. Απρόβλεπτα και με ενεργή την πιθανότητα κάτι που αφορά μία μόνο κοινωνική κατηγορία να αγκαλιαστεί ως αίτημα και διεκδίκηση από ένα ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.
Το γεγονός ότι όλα αυτά έγιναν την ώρα που η Γαλλία είναι αντιμέτωπη με την ανάγκη ενός «τιμωρητικού» προϋπολογισμού λιτότητας, ως αποτέλεσμα του εμπεδωμένου νεοφιλελευθερισμού της Ευρωζώνης, μιας νομισματικής και θεσμικής αρχιτεκτονικής στη δημιουργία της οποίας συναίνεσε, απλώς υπογραμμίζει ότι το πρόβλημα με τις πολιτικές που αποξενώνουν και πλήττουν το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνιών, δεν είναι ειδικά γαλλικό, αλλά βαθιά ευρωπαϊκό.
Και το γεγονός ότι σήμερα η Γαλλία πρωτοστατεί στη νεομιλιταριστική στροφή και τη στρατηγική του ευρωπαϊκού νεομιλιταρισμού, μια επιλογή που όχι μόνο προσθέτει στο μέλλον της εργασιακής επισφάλειας το ενδεχόμενο της στράτευσης σε πολέμους που καμιά κοινωνία δεν αποφάσισε, αλλά και σημαίνει, αναγκαστικά, μεγάλη μεταφορά πόρων από το κοινωνικό κράτος στην άμυνα, απλώς δείχνει πόσο δομική είναι η αδυναμία τόσο του γαλλικού όσο και του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος να λειτουργήσει υπέρ των ίδιων των κοινωνιών.
Ούτε είναι τυχαίο ότι όλες αυτές οι πολιτικές, που υπογραμμίζουν ότι γιατί ο νεοφιλελευθερισμός είναι η πραγματική οικονομική και κοινωνική ακροδεξιά, τροφοδοτούν την ρατσιστική και νεοφασιστική (ακόμη και όταν προσπαθεί να αυτό-εξωραϊστεί) Ακροδεξιά ως πολιτική «διέξοδο», στη Γαλλία ιδίως με τη στήριξη σημαντικού μέρους των οικονομικών και μηντιακών ελίτ, καταδεικνύει ακριβώς ότι πόσο βαθιά αντιδημοκρατικό είναι το πλαίσιο πολιτικής που δεκαετίες παρουσιάζεται ως αυτονόητο.
Και για αυτόν τον λόγο η Γαλλία δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας που έρχεται από το μέλλον. Γιατί η συστηματική περιφρόνηση κοινωνικών δικαιωμάτων και αναγκών εδώ και δεκαετίες, η προνομιμοποίηση της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και της διαρκούς μισθολογικής λιτότητας την ώρα που έχουμε μια έκρηξη πλούτου, η λογική ότι για οτιδήποτε, από τις πολεμόχαρες φαντασιώσεις ιμπεριαλιστικού μεγαλείου έως την πράσινη μετάβαση, θα πρέπει οι απλοί άνθρωποι να πληρώσουν το κόστος με κάθε λογής επιβαρύνσεις, ο ρατσισμός σε όλες τις παραλλαγές του, και η λογική ότι το βασικό εργαλείο κοινωνικής πολιτικής είναι η αστυνομία, όλα αυτά τελικά συγκεφαλαιώνουν την κήρυξη ενός διαρκούς εμφυλίου πολέμου των οικονομικών και πολιτικών ελίτ απέναντι στις κοινωνικές πλειοψηφίες.
Και όποιες και όποιοι νομίζουν ότι όλα αυτά αφορούν μόνο τη Γαλλία, απλώς «δεν ξέρουν που πατούν και που πηγαίνουν» και δεν έχουν καμιά επίγνωση του πόσο βαθιά αδικημένες και οργισμένες αισθάνονται οι κοινωνίες σήμερα, της ελληνικής συμπεριλαμβανομένης.
De te fabula narratur (Για σένα μιλά αυτή η ιστορία), έλεγε ο Οράτιος για όσους θεωρούσαν ότι κάτι δεν τους αφορά, και ο Μαρξ λάτρεψε αυτή τη φράση που καλό θα ήταν να αντιλαμβάνονταν και οι εδώ κυβερνώντες, αλλά και όσοι δημοσιολογούντες προσπαθούν να μας πείσουν ότι «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», ή όσοι υποστηρίζουν ότι η «ορθά σκεπτόμενη» κοινωνική μειοψηφία (το λιγότερο από ένα τρίτο των ψηφοφόρων που θεωρούν ότι τα πράγματα πάνε σε καλή κατεύθυνση και επικροτούν την κυβερνητική πολιτική) οφείλει να είναι η μόνη που θα δικαιούται να διαλέγει κυβερνήσεις.
Γιατί κάποια στιγμή, όπως ακριβώς δείχνει η Γαλλία σήμερα, ο κατακερματισμός, η εξατομίκευση, η γενικευμένη αποκαρδίωση που προκάλεσαν οι προηγούμενες ήττες των κοινωνικών κινημάτων, ξεπερνιούνται και νέα κοινωνικά «βραχυκυκλώματα» δημιουργούν δυναμικές αντίστασης με σχεδόν εξεγερσιακό χαρακτήρα, φέρνοντας στο προσκήνιο – και στον δρόμο – όλες, όλους και όλα αυτά που δεν ανέχονται να αντιμετωπίζονται απλώς ως αναλώσιμα υλικά. Και τότε οι «βάρβαροι» δεν φτάνουν απλώς «προ των πυλών», αλλά μπαίνουν στην πόλη και γράφουν τη δική τους ιστορία.
Πηγή – in.gr








