ΚύπροςΑπέτυχε η απόπειρα παρεμπόδισης στις δικαστικές διεκδικήσεις των εργαζομένων, του Νίκου Γουρλά
Δεν σε πληρώνει ο εργοδότης; Η απόλυση σου είναι καταχρηστική; Σε απέλυσαν λόγω συνδικαλιστικής δράσης; Έχεις υποστεί βία από την εργοδοσία ή και παρενόχληση; Τότε για να βρεις το δίκιο σου θα πρέπει…
14 Οκτωβρίου 2026 · 09:05
Δεν σε πληρώνει ο εργοδότης; Η απόλυση σου είναι καταχρηστική; Σε απέλυσαν λόγω συνδικαλιστικής δράσης; Έχεις υποστεί βία από την εργοδοσία ή και παρενόχληση; Τότε για να βρεις το δίκιο σου θα πρέπει καταρχάς να έχεις 1.000 ευρώ και να υποστείς μια χρονοβόρα διαδικασία με αμφίβολα αποτελέσματα…
Αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα του σχεδίου νόμου της κυβέρνησης για τον «Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών». Μια ρύθμιση που επιχειρούσε να βάλει νέους ταξικούς φραγμούς στην προσφυγή των εργαζομένων στα πολιτικά δικαστήρια, υποχρεώνοντάς τους να περάσουν προηγουμένως από μια διαδικασία διαμεσολάβησης με οικονομικό κόστος που θα έφτανε τα 1.000 ευρώ!
Μετά τις αντιδράσεις των συνδικάτων και τις παρεμβάσεις επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων, όπως η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων η κυβέρνηση το πήρε πίσω. Οι εργατικές διαφορές εξαιρούνται από την υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία της διαμεσολάβησης. Βέβαια, η υποχώρηση της Κυβέρνησης δεν διαγράφει τις αρχικές της προθέσεις. Η αναδίπλωση της σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει και με την πολιτική συγκυρία την συνεχιζόμενη φθορά της ΝΔ και τις επερχόμενες εκλογές.
Ωστόσο δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες. Γιατί μπορεί η Κυβέρνηση να έκανε πίσω εξαιρώντας τις εργατικές διαφορές από την από τη μια, αλλά από την άλλη αποκάλυψε την αντίληψη της για την κατάργηση του εργατικού δικαίου βάζοντας εργαζομένους και εργοδότες σαν «ισότιμα» μέλη μιας μεσολάβησης όπου η οικονομική και νομική αδυναμία του εργαζομένου μετατρέπεται σε εμπόδιο για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του.
Ας θυμηθούμε τι προέβλεπε η αρχική πρόταση και γιατί προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις.
Το άρθρο 19β του Νομοσχεδίου που τροποποιήθηκε έβαζε στο στόχαστρο τη δυνατότητα των εργαζομένων να προσφεύγουν στα πολιτικά δικαστήρια για την επίλυση εργατικών διαφορών.
Με αυτή την διάταξη προβλεπόταν ότι υποχρεωτικά ο εργαζόμενος θα πρέπει να ακολουθήσει τον θεσμό της διαμεσολάβησης πριν την όποια προσφυγή στα δικαστήρια, αλλιώς θα χάνει το δικαίωμα της δικαστικής προσφυγής. Δηλαδή αν ο εργοδότης οφείλει χρήματα στον εργαζόμενο και ο εργαζόμενος αποφασίσει να τα διεκδικήσει δικαστικά θα πρέπει προηγουμένως να προσφύγει πληρώνοντας τον «θεσμό» της διαμεσολάβησης για να διεκδικήσει αυτά που του χρωστούν.
Και παλιότερα το συνδικαλιστικό κίνημα είχε καταγγείλει τα σχέδια της κυβέρνησης για τη μεταφορά της αρμοδιότητας των εργατικών διαφορών, από την Επιθεώρηση Εργασίας στον ΟΜΕΔ προειδοποιώντας ότι πίσω από τα σχέδια αυτά καραδοκούσαν συμφέροντα που θα είναι έτοιμα να προσφέρουν με το αζημίωτο υπηρεσίες «διαμεσολάβησης». Οι προειδοποιήσεις τελικά επιβεβαιώθηκαν με την κατάθεση του νομοσχέδιου όπου έχει αξία να δούμε πως εμπορευματοποιείται τελείως η διαδικασία «διαμεσολάβησης».
Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 125 του σχεδίου νόμου, η αμοιβή της επιτροπής είναι 150 ευρώ, ενώ κάθε επιπλέον ώρα μεσολάβησης αμείβεται (για τον μεσολαβητή) με 100 ευρώ. Από αυτά τα χρήματα τα μισά τα πληρώνει ο εργαζόμενος.
Σύμφωνα με την κυβερνητική πλατφόρμα «διαμεσολάβησης», οι υποθέσεις μεσολάβησης διαρκούν περίπου 8 ώρες. Συνεπώς, το συνολικό κόστος ανέρχεται σε 850 ευρώ, εκ των οποίων βαρύνουν τον εργαζόμενο τα 425 ευρώ. Αν σε αυτά προστεθεί και η αμοιβή του δικηγόρου που είναι 640 ευρώ για 8 ώρες, τότε το μέσο κόστος μιας τέτοιας διαδικασίας για τον εργαζόμενο θα ανέλθει στα 1.065 ευρώ.
Αν δεν επιλυθεί η διαφορά και ο εργαζόμενος αποφασίσει να πάει δικαστικά, το κόστος πολλαπλασιάζεται με τα δικαστικά έξοδα και το κόστος της νομικής υποστήριξης. Βέβαια ο νομοθέτης φροντίζει να μας υπενθυμίσει στο άρθρο 3 ότι η «μεσολάβηση» διέπετε από τις αρχές της εθελοντικής συμμετοχής των δύο μερών που σημαίνει ότι η εργοδοσία μπορεί αν θέλει να μην συμμετέχει.
Στόχος της κυβέρνησης ήταν και είναι να μπουν ακόμα περισσότερα εμπόδια και ταξικοί φραγμοί στις δικαστικές διεκδικήσεις των εργαζομένων, εξισώνοντας την εργατική διαφορά με τις αστικές και εμπορικές διάφορες. Στην πραγματικότητα με τον φόβο της ανεργίας πάνω από τα κεφάλια των εργαζομένων, η υποχρεωτική διαμεσολάβηση μετατρέπεται σε μια εκβιαστική πρακτική για να παραιτηθούν οι εργαζόμενοι από δεδουλευμένα και νόμιμες αξιώσεις.
Είναι ενδιαφέρον το ποιοι αποτελούν τον «θεσμό διαμεσολάβησης». Διαμεσολαβητές λοιπόν μπορούν να οριστούν επαγγελματίες από διάφορους κλάδους και να πιστοποιηθούν (βλέπε …βάζουμε τους δικούς μας) από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Όσοι επιλεγούν θα ενταχθούν στο Γενικό Μητρώο Μεσολαβητών.
Αυτά λοιπόν που γνωρίζαμε μέχρι τώρα, ότι την παρακολούθηση της τήρησης της εργατικής νομοθεσίας την έχει το κράτος με τις επιθεωρήσεις εργασίας και άλλους ελεγκτικούς μηχανισμούς, εκχωρούνται στην ουσία σε ιδιώτες. Αφού μπορεί ο κάθε πιστοποιημένος ιδιώτης, δικηγόρος ή όποιας άλλης ειδικότητας να «διαμεσολαβεί» για την επίλυση εργατικών διαφορών χωρίς καμιά απολύτως εγγύηση για την αμεροληψία του.
Βέβαια ο εργοδότης και ο εργαζόμενος σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο σε καμιά περίπτωση δεν έχουν ισότιμη σχέση. Η εργασιακή σχέση είναι καταρχήν μια σχέση εκμετάλλευσης όπου η πλευρά της εργοδοσίας είναι η πιο ισχυρή. Δεν είναι μια οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσα σε ιδιώτες όπως επιχείρησε η κυβέρνηση να φέρει από την πίσω πόρτα με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Δεν είναι μια «ιδιωτική διαφορά» μεταξύ δύο ισότιμων ιδιωτών. Είναι μια άνιση σχέση εκμετάλλευσης, όπου το εργατικό δίκαιο επιβάλλει όρους που ευνοούν τον εργαζόμενο για να περιορίσει την εργοδοτική υπεροπλία και να προστατεύσει το ασθενέστερο μέρος. Με αυτό τον τρόπο στην ουσία παρακάμπτεται το εργατικό δίκαιο.
Με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο η κυβέρνηση προσπάθησε να λύσει και ορισμένα άλλα προβλήματα για αυτή όπως της «αποσυμφόρησης» των δικαστηρίων. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από την μεταφορά του οικονομικού κόστους στον εργαζόμενο των καθυστερήσεων των δικαστηρίων που γι’ αυτές μόνο οι εργαζόμενοι δεν ευθύνονται.
Επιπλέον η εφαρμογή του εξωδικαστικού μηχανισμού δημιουργεί ένα ασφυκτικό περιβάλλον στον εργαζόμενο που χωρίς την παρουσία του Σωματείου θα οδηγούν τον εργαζόμενο να συμβιβάζεται με λιγότερα από αυτά που διεκδικεί.
Μια άλλη πλευρά που έχει σημασία είναι το τσουβάλιασμα όλων ανεξαιρέτως των εργατικών διαφορών υποχρεωτικά στον «θεσμό διαμεσολάβησης». Έτσι τα θύματα με δυσκολία θα τα καταγγέλλουν περιστατικά βίας από μεριάς της εργοδοσίας ή παρενόχλησης οποιασδήποτε μορφής ιδίως σε βάρος των γυναικών, αφού θα υπάρχει ο φόβος της απόλυσης και της εκδικητικής συμπεριφοράς από την μεριά της εργοδοσίας…
Πηγή – KOMMON








