Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 22°
Κύπρος

Ανώτατο: Άκυρη η κατάσχεση ηλεκτρονικής αλληλογραφίας από δικηγορικό

    ​​ ​ ​​ Σημαντική απόφαση για τα όρια των αστυνομικών ερευνών σε ηλεκτρονικά δεδομένα και κυρίως για την προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, κάνοντας δεκτή τη θέση της δικηγορικής εταιρείας Αρετή Χαριδήμου…

8 Οκτωβρίου 2026 · 07:02

      

Σημαντική απόφαση για τα όρια των αστυνομικών ερευνών σε ηλεκτρονικά δεδομένα και κυρίως για την προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, κάνοντας δεκτή τη θέση της δικηγορικής εταιρείας Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και έντεκα δικηγόρους, συνεργάτες και μέλη του προσωπικού της.

Το Ανώτατο έκανε δεκτή την έφεσή τους και ακύρωσε, μέσω προνομιακού εντάλματος Certiorari, το ένταλμα έρευνας της 8ης Οκτωβρίου 2024 (2 χρόνια πριν), αλλά μόνο στο μέρος με το οποίο επιτρεπόταν η λήψη της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του γραφείου. Το Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι η Αστυνομία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να κατασχέσει έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή άλλο μέσο αποθήκευσης ως αντικείμενο, δεν μπορεί όμως με το ίδιο ένταλμα να αποκτά αυτομάτως και την ιδιωτική επικοινωνία που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό.

Η απόφαση εκδόθηκε ομόφωνα από τους δικαστές Χ. Μαλαχτό, Ι. Ιωαννίδη και Ε. Εφραίμ. Τους εφεσείοντες εκπροσώπησε ο Η. Στεφάνου, για την δικηγορική εταιρεία Ηλίας Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε., ενώ για τον Γενικό Εισαγγελέα εμφανίστηκε ο Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Π. Ευθυβούλου.

Η δεύτερη έρευνα στο δικηγορικό γραφείο

Η υπόθεση αφορούσε ένταλμα έρευνας, για την υπόθεση των «χρυσών διβατηρίων», που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 8 Οκτωβρίου 2024 και επέτρεπε έρευνα στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας.

Με βάση το ένταλμα, οι ανακριτές μπορούσαν να παραλάβουν ηλεκτρονικά έγγραφα, επαγγελματική ηλεκτρονική αλληλογραφία και άλλα δεδομένα που βρίσκονταν σε υπολογιστές, εξωτερικούς δίσκους ή άλλα μέσα αποθήκευσης. Η έρευνα συνδεόταν με διερεύνηση αδικημάτων που περιλάμβαναν συνωμοσία προς καταδολίευση, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργημάτων, αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ψευδείς δηλώσεις, παραβάσεις του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου και πλαστογράφηση ταξιδιωτικών εγγράφων.

Ήταν μάλιστα η δεύτερη έρευνα που διενεργείτο στο συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο.
Κατά την πρώτη είχαν ήδη παραληφθεί έντυποι φάκελοι, ηλεκτρονικά αρχεία και αλληλογραφία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε διαπιστωθεί ότι ορισμένα ηλεκτρονικά δεδομένα πιθανόν να είχαν αλλοιωθεί μέσω διαγραφής από τον κεντρικό σέρβερ του γραφείου. Η νέα έρευνα είχε ως στόχο την επανάκτηση αυτών των διαγραφέντων ή αλλοιωμένων αρχείων.

Η υπόθεση έφθασε δύο φορές σε έφεση

Η δικαστική διαδρομή μόνο σύντομη δεν ήταν. Αρχικά είχε απορριφθεί αίτηση για άδεια καταχώρισης αιτήματος για Certiorari με σκοπό την ακύρωση του εντάλματος. Η απόφαση αυτή ανατράπηκε σε προηγούμενη έφεση, την 1η Ιουλίου 2025, όταν κρίθηκε ότι υπήρχε συζητήσιμο ζήτημα ως προς το κατά πόσο το ένταλμα επέτρεπε τη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας η οποία προστατεύεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος.

Έτσι δόθηκε άδεια ώστε η υπόθεση να εξεταστεί επί της ουσίας.
Όταν όμως η αίτηση εξετάστηκε στη συνέχεια, απορρίφθηκε και πάλι. Η δικηγορική εταιρεία και οι υπόλοιποι αιτητές δικηγόροι επανήλθαν με νέα έφεση, προβάλλοντας τρεις βασικούς λόγους. Υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου δεν έδινε εξουσία για λήψη ιδιωτικής επικοινωνίας και ότι τα αδικήματα που διερευνώνταν δεν εντάσσονταν στις κατηγορίες εκείνες για τις οποίες το Σύνταγμα επιτρέπει επέμβαση στο απόρρητο.

Υπολογιστής και emails δεν είναι το ίδιο πράγμα

Η ουσία της απόφασης βρίσκεται στη διάκριση που κάνει το Ανώτατο Δικαστήριο ανάμεσα στο αντικείμενο που μπορεί να κατασχεθεί και στην επικοινωνία που βρίσκεται αποθηκευμένη μέσα σε αυτό.
Το άρθρο 27 του Κεφαλαίου 155 επιτρέπει την έκδοση εντάλματος έρευνας για την ανεύρεση και κατάσχεση «πραγμάτων» που μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικό υλικό για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος.

Το Ανώτατο αναγνώρισε ότι, λόγω της εξέλιξης της τεχνολογίας, στην έννοια του «πράγματος» μπορούν να περιλαμβάνονται κινητά τηλέφωνα, υπολογιστές, USB και άλλα μέσα αποθήκευσης.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που υπάρχει μέσα σε αυτά μετατρέπεται και το ίδιο σε «πράγμα» το οποίο μπορεί να ληφθεί χωρίς άλλη διαδικασία.

Η προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας ρυθμίζεται ειδικά από το άρθρο 17 του Συντάγματος και από τον περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας Νόμο. Ο συγκεκριμένος νόμος προβλέπει ξεχωριστή διαδικασία, με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα και δικαστικό διάταγμα, ώστε να επιτραπεί πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας.
Με απλά λόγια, μπορεί ένας υπολογιστής να βρίσκεται νόμιμα στα χέρια των ανακριτών, αυτό όμως δεν τους δίνει αυτομάτως δικαίωμα να διαβάσουν ή να παραλάβουν τα emails που περιέχει.

Η κρίσιμη διάκριση

Το Ανώτατο ήταν ιδιαίτερα σαφές ως προς το σημείο αυτό.
Όπως αναφέρει, υπάρχει διαφορά μεταξύ της κατάσχεσης ενός αντικειμένου που πιθανόν να περιέχει ιδιωτική επικοινωνία και της λήψης της ίδιας της επικοινωνίας.
Η πρώτη περίπτωση μπορεί να επιτραπεί, εφόσον διασφαλίζεται το απόρρητο. Η δεύτερη απαιτεί ειδικό δικαστικό διάταγμα σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.

Το Δικαστήριο απέρριψε μάλιστα τη θέση ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος «άυλου πράγματος» και να παραληφθεί με ένα συνηθισμένο ένταλμα έρευνας. Έκρινε ότι τέτοια προσέγγιση δεν στηρίζεται ούτε στον νόμο ούτε στη νομολογία.

Η Αστυνομία θα αντέγραφε τους servers

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκε και ο τρόπος με τον οποίο επρόκειτο να γίνει η έρευνα.
Σύμφωνα με τον όρκο που συνόδευε το αίτημα της Αστυνομίας, θα δημιουργούνταν δικανικά αντίγραφα του mail server, του data server και υπολογιστών του γραφείου. Τα αντίγραφα θα αποθηκεύονταν σε εξωτερικούς δίσκους της Αστυνομίας, θα σφραγίζονταν παρουσία εκπροσώπων του γραφείου και θα μεταφέρονταν στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων.

Εκεί θα γινόταν αυτοματοποιημένη ανάλυση με σκοπό, μεταξύ άλλων, την ανάκτηση διαγραμμένων αρχείων και την αναζήτηση υλικού με συγκεκριμένες λέξεις κλειδιά που είχαν χρησιμοποιηθεί και στην πρώτη έρευνα.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η διαδικασία αυτή δεν παραβίαζε το απόρρητο, καθώς διέκρινε την εξαγωγή των δεδομένων από τη μεταγενέστερη πρόσβαση και επεξεργασία τους.
Το Ανώτατο ωστόσο διαφώνησε.

Ευαίσθητη η λήψη αλληλογραφίας

Για το Ανώτατο, καθοριστικό δεν ήταν μόνο με ποια νομοθεσία ζητήθηκε το ένταλμα ούτε ποιες διαβεβαιώσεις δίνονταν για τον τρόπο μεταγενέστερης επεξεργασίας του υλικού.
Καθοριστικό ήταν τι ακριβώς έγραφε το ίδιο το ένταλμα.
Και το ένταλμα, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, επέτρεπε «ρητώς και συγκεκριμένα» τη λήψη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

Το Ανώτατο σημείωσε ότι η εξαγωγή του συνόλου των δεδομένων από τους υπολογιστές του δικηγορικού γραφείου περιλάμβανε αναπόφευκτα και την ίδια την αλληλογραφία. Η αλληλογραφία, όμως, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το αντικείμενο στο οποίο είναι αποθηκευμένη.
«Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής στον οποίο περιέχονται αυτά τα δεδομένα και η αλληλογραφία είναι το πράγμα ή αντικείμενο του οποίου επιτρέπεται η κατάσχεση», αναφέρει η απόφαση.

Ακόμη και αν, για πρακτικούς λόγους, η Αστυνομία προτιμά να αντιγράψει τα δεδομένα αντί να αφαιρέσει ολόκληρους υπολογιστές από ένα δικηγορικό γραφείο, η τεχνολογική ευκολία δεν μπορεί να παρακάμψει τη συνταγματική προστασία της επικοινωνίας.
Το Ανώτατο υπογράμμισε ότι η κατάσχεση του αντικειμένου δεν καταργεί την προστασία της ιδιωτικής επικοινωνίας, ενώ η λήψη της ίδιας της επικοινωνίας χωρίς το απαιτούμενο δικαστικό διάταγμα είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα.

Ακυρώθηκε μέρος του εντάλματος

Η απόφαση δεν ακυρώνει συνολικά την αστυνομική έρευνα ούτε το ένταλμα στο σύνολό του. Ακυρώνεται αποκλειστικά εκείνο το μέρος που επέτρεπε τη λήψη της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

Το Ανώτατο έκρινε ότι το κατώτερο Δικαστήριο είχε επιτρέψει ρητά τη λήψη επικοινωνίας που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος, ενώ οι περιορισμοί που είχε θέσει αφορούσαν μόνο τον τρόπο με τον οποίο η Αστυνομία θα επεξεργαζόταν στη συνέχεια το υλικό.

Αυτό δεν ήταν αρκετό. Όπως σημειώνει η απόφαση, διαφορετική θα ήταν η κατάσταση αν το ένταλμα επέτρεπε την κατάσχεση των ίδιων των υπολογιστών ή την εξαγωγή ηλεκτρονικού υλικού με τρόπο που να εξαιρούσε και να προστάτευε την ηλεκτρονική αλληλογραφία.

Με αυτή τη διαπίστωση το Ανώτατο έκρινε λανθασμένη την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την έφεση και εξέδωσε Certiorari ακυρώνοντας το συγκεκριμένο σκέλος του εντάλματος έρευνας.

Πηγή – Cyprus Times

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.