ΚύπροςΈπεσε στη ράμπα και ζητούσε αποζημιώσεις €30.000
Σχεδόν 15 χρόνια χρειάστηκαν για να κλείσει η δικαστική διαμάχη που άρχισε όταν μια γυναίκα έπεσε στη ράμπα εκκλησίας στη Λεμεσό και τραυματίστηκε σοβαρά. Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση απέρριψε την έφεση της γυναίκας…
27 Οκτωβρίου 2026 · 07:00
Σχεδόν 15 χρόνια χρειάστηκαν για να κλείσει η δικαστική διαμάχη που άρχισε όταν μια γυναίκα έπεσε στη ράμπα εκκλησίας στη Λεμεσό και τραυματίστηκε σοβαρά. Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφαση απέρριψε την έφεση της γυναίκας κατά του Ιερού Ναού Παναγίας Τριχερούσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή της.
Η υπόθεση αφορούσε αποζημιώσεις συνολικού ύψους €29.985, ποσό στο οποίο είχαν συμφωνήσει οι δύο πλευρές, εφόσον όμως αποδεικνυόταν ότι η εκκλησία ευθυνόταν για το ατύχημα. Παρά τον σοβαρό τραυματισμό, η γυναίκα δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η πτώση της προκλήθηκε από ελαττωματική κατασκευή ή παράλειψη των υπευθύνων του ναού.
Πτώση μετά τη Θεία Λειτουργία
Το περιστατικό συνέβη στις 8 Ιανουαρίου 2012.
Η Ε.Φ. είχε μεταβεί στον Ιερό Ναό Παναγίας Τριχερούσας στη Λεμεσό για να εκκλησιαστεί. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, βγήκε από τη βόρεια είσοδο και επιχείρησε να κατέβει τη ράμπα που οδηγούσε στο προαύλιο. Κατά την κάθοδό της γλίστρησε και έπεσε, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρό τραυματισμό σε σπόνδυλο.
Η γυναίκα θεώρησε ότι η ράμπα ήταν επικίνδυνη, επειδή είχε κατασκευαστεί με ακατάλληλα υλικά και δεν πληρούσε τις αναγκαίες προδιαγραφές ασφάλειας. Με την αγωγή της ζήτησε αποζημιώσεις για τον τραυματισμό, τις οικονομικές απώλειες και τα έξοδα που, όπως υποστήριζε, προέκυψαν από το ατύχημα. Η πλευρά της εκκλησίας αρνήθηκε τους ισχυρισμούς και υποστήριξε ότι η πτώση οφειλόταν αποκλειστικά ή εν μέρει στην ίδια τη γυναίκα.
Κατά την εκδίκαση της αγωγής, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα καταβάλλονταν εάν αποδεικνυόταν πλήρης ευθύνη της εκκλησίας. Το ποσό αναλυόταν σε €25.000 γενικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό και €4.985 ειδικές αποζημιώσεις για τις οικονομικές απώλειες και τα έξοδα.
Έτσι, η ακροαματική διαδικασία επικεντρώθηκε στις συνθήκες του ατυχήματος.
Γυαλιστερός γρανίτης με αυλακώσεις
Σημαντικό μέρος της δικαστικής αντιπαράθεσης αφορούσε το υλικό κατασκευής της ράμπας.
Το δάπεδο ήταν κατασκευασμένο από λωρίδες γρανίτη πλάτους 10 εκατοστών, με αυλακώσεις πλάτους ενός εκατοστού και βάθους οκτώ χιλιοστών ανάμεσα στις λωρίδες.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι το υλικό ήταν ολισθηρό και συνεπώς επικίνδυνο για όσους χρησιμοποιούσαν τη ράμπα.
Στη δίκη παρουσιάστηκαν μαρτυρίες από πολιτικό μηχανικό της Μητρόπολης Λεμεσού, ο οποίος είχε εμπλοκή στον συντονισμό των τεχνικών εργασιών, καθώς και από τεχνικό του Δήμου Λεμεσού. Κατά τη διαδικασία κατατέθηκαν δείγματα γρανίτη και αναγνωρίστηκε ότι ένα από αυτά είχε γυαλιστερή επιφάνεια, η οποία ήταν περισσότερο ολισθηρή.
Ο τεχνικός του Δήμου ανέφερε ότι κατά την επίσκεψή του στον χώρο διαπίστωσε πως η ράμπα είχε κατασκευαστεί με γρανίτη αντίστοιχο του συγκεκριμένου δείγματος.
Η πλευρά της γυναίκας θεώρησε ότι υπήρχαν αντιφάσεις ανάμεσα στις μαρτυρίες και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αξιολογήσει σωστά τα στοιχεία.
Το Εφετείο, ωστόσο, δεν συμφώνησε και όπως εξήγησε, το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν μόνο η επιφάνεια του γρανίτη, αλλά ο συνολικός τρόπος κατασκευής της ράμπας.
Οι αυλακώσεις ανάμεσα στις λωρίδες δημιουργούσαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, μια διαμόρφωση η οποία περιόριζε την ολισθηρότητα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την αντιολισθητικότητα της κατασκευής, συμπέρασμα το οποίο το Εφετείο δεν βρήκε λόγο να ανατρέψει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαπίστωση ότι ούτε οι σχετικοί οικοδομικοί κανονισμοί ούτε η οικοδομική άδεια καθόριζαν συγκεκριμένο υλικό που έπρεπε υποχρεωτικά να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της ράμπας. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ο ναός και η ράμπα είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με εγκεκριμένα σχέδια και άδειες οικοδομής και είχε εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.
Χειρολαβή μόνο στη μία πλευρά
Ένα δεύτερο σημείο της αντιπαράθεσης ήταν η ύπαρξη χειρολαβής μόνο στη μία πλευρά της ράμπας. Συγκεκριμένα, υπήρχε χειρολαβή από ανοξείδωτο ατσάλι, σε ύψος 65 εκατοστών, ενώ η άλλη πλευρά της ράμπας εφαπτόταν στον τοίχο του ναού.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι η απουσία δεύτερης χειρολαβής αποτελούσε παράλειψη των υπευθύνων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ακόμη και το ενδεχόμενο οι οικοδομικοί κανονισμοί να απαιτούσαν χειρολαβές και στις δύο πλευρές, ανεξαρτήτως της ύπαρξης τοίχου.
Ωστόσο, δεν είχε παρουσιαστεί μαρτυρία ότι η γυναίκα επιχείρησε να κρατηθεί από την πλευρά όπου δεν υπήρχε χειρολαβή και ότι αν υπήρχε θα μπορούσε να αποτρέψει την πτώση.
Επιπλέον, δεν υπήρχε μαρτυρία ότι χρησιμοποίησε τον χειρολαβή που ήδη υπήρχε.
Αόριστη και αναξιόπιστη η μαρτυρία… για αποζημίωση
Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα ήταν η αξιοπιστία των μαρτύρων.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε απορρίψει ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της γυναίκας, θεωρώντας ότι οι αναφορές της για τις συνθήκες του ατυχήματος ήταν γενικές και αόριστες.
Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην εφετειακή απόφαση, η γυναίκα περιορίστηκε ουσιαστικά στον ισχυρισμό ότι γλίστρησε και έπεσε και ότι, εάν η ράμπα ήταν σωστά κατασκευασμένη, δεν θα είχε συμβεί το ατύχημα.
Δεν κατάφερε, όμως, να προσδιορίσει ποιο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό της κατασκευής προκάλεσε την πτώση της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε σημειώσει ακόμη ότι η γυναίκα ανέφερε πως αποφάσισε να καταχωρίσει αγωγή όταν άλλο πρόσωπο, που είχε αντιμετωπίσει παρόμοιο περιστατικό, της είπε ότι οι εκκλησίες διαθέτουν ασφαλιστική κάλυψη και ενδεχομένως μπορούσε να αποζημιωθεί.
Η αναφορά αυτή περιλαμβάνεται στην απόφαση ως μέρος της αξιολόγησης της μαρτυρίας της.
Η πλευρά της, κατά την έφεση, υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο την αντιμετώπισε με υπερβολική αυστηρότητα, χωρίς να λάβει επαρκώς υπόψη το μορφωτικό της επίπεδο και το άγχος που αντιμετώπισε κατά την αντεξέταση.
Ειδικότερα, υποστήριξε ότι επανειλημμένες ερωτήσεις με νομική ορολογία της είχαν προκαλέσει σύγχυση.
Το Εφετείο απέρριψε και αυτή τη θέση, κρίνοντας ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας της είχε γίνει με αναφορά στο σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης.
Αναξιόπιστος και ο εμπειρογνώμονας
Η γυναίκα είχε παρουσιάσει ως εμπειρογνώμονα έναν αρχιτέκτονα, προκειμένου να υποστηρίξει τις θέσεις της για την κατασκευή της ράμπας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα, αλλά δεν αποδέχθηκε τα συμπεράσματά του.
Έκρινε ότι οι διαπιστώσεις του δεν είχαν επαρκή αιτιολόγηση και ότι δεν στηρίζονταν στην απαιτούμενη επιστημονική εξέταση και αντικειμενικότητα.
Το Εφετείο παρατήρησε ότι οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είχαν προσβληθεί αυτοτελώς με τους λόγους έφεσης.
Αντίθετα, οι τρεις μάρτυρες της εκκλησίας είχαν κριθεί αξιόπιστοι.
Επρόκειτο για τον πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής κατά την περίοδο 1981 έως 2017, τον πολιτικό μηχανικό της Μητρόπολης και τον τεχνικό του Δήμου Λεμεσού.
Έμπαζε η έφεση
Η γυναίκα προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση με τέσσερις λόγους έφεσης, οι οποίοι επικεντρώνονταν κυρίως στην αξιολόγηση των μαρτυριών και στα συμπεράσματα του Δικαστηρίου για την κατασκευή της ράμπας.
Το Εφετείο εξήγησε ότι δεν μπορεί να επανεξετάζει ελεύθερα την αξιοπιστία κάθε μάρτυρα, σαν να διεξάγεται νέα δίκη. Παρέμβαση δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντικειμενικά αβάσιμες, παράλογες, αυθαίρετες ή αντίθετες προς τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπίστωσε τέτοιο σφάλμα.
Υπήρχε, μάλιστα, ένας επιπλέον λόγος που καθιστούσε την έφεση αδύνατο να επιτύχει. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στην αποδιδόμενη αμέλεια της εκκλησίας και στον τραυματισμό. Με άλλα λόγια, δεν αρκούσε να υποστηριχθεί ότι υπήρχαν κατασκευαστικές ατέλειες. Έπρεπε να αποδειχθεί πως αυτές προκάλεσαν το συγκεκριμένο ατύχημα.
Η καθοριστική αυτή διαπίστωση δεν είχε προσβληθεί με τους λόγους έφεσης.
Συνεπώς, ακόμη και η περαιτέρω εξέταση ορισμένων παραπόνων της γυναίκας δεν θα μπορούσε να αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα.
Για τον λόγο αυτό, το Εφετείο χαρακτήρισε την έφεση αλυσιτελή και έκρινε ότι η περαιτέρω εξέτασή της θα περιοριζόταν σε ζητήματα χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.
Την σύνθεση του Εφετείου αποτελούσαν οι δικαστές Στ. Ν. Σταύρου (Πρόεδρος) και μέλη τον Α. Κονή και Μ. Παπαδοπούλου.
Την πλευρά του Ιερού Ναού Παναγίας Τριχερούσας, εκπροσώπησε η δικηγόρος Μαρία Ιακώβου, για το δικηγορικό γραφείο Μάριος Χαρτσιώτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Την παραπονούμενη γυναίκα εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Μάριος Σωφρονίου και Ανθηνίκη Χαραλάμπους, για τη Μάριος Α. Σωφρονίου Δ.Ε.Π.Ε.
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση και επιδίκασε δικαστικά έξοδα €2.400 πλέον ΦΠΑ υπέρ της εκκλησίας και σε βάρος της παραπονούμενης.
Πηγή – Cyprus Times









