ΕλλάδαΦινλανδός εκατομμυριούχος χτίζει στα κατεχόμενα: Το πάρτι με τη γη και τα εκατομμύρια των ξένων επενδυτών
Στα κατεχόμενα, η γη έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα που προσελκύει ξένους εκατομμυριούχους, κατασκευαστικές εταιρείες και επενδυτές οι οποίοι βλέπουν ευκαιρίες για μεγάλα κέρδη. Εκεί όπου χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εξακολουθούν να στερούνται τις περιουσίες τους, ανεγείρονται…
4 Νοεμβρίου 2026 · 06:20
Στα κατεχόμενα, η γη έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα που προσελκύει ξένους εκατομμυριούχους, κατασκευαστικές εταιρείες και επενδυτές οι οποίοι βλέπουν ευκαιρίες για μεγάλα κέρδη. Εκεί όπου χιλιάδες Ελληνοκύπριοι εξακολουθούν να στερούνται τις περιουσίες τους, ανεγείρονται πολυτελείς επαύλεις και συγκροτήματα διαμερισμάτων, τα οποία διαφημίζονται σε αγοραστές από το εξωτερικό.
Ένας από τους επιχειρηματίες που έχουν επιλέξει να επενδύσουν στην κατεχόμενη Κύπρο είναι ο Φινλανδός Toivo «Topi» Sukari, γνωστός στη χώρα του από την αλυσίδα επίπλων Masku και τα μεγάλα εμπορικά συγκροτήματα Ideapark.

Ο ίδιος έχει αποκαλύψει σε συνεντεύξεις του ότι προχώρησε στην κατασκευή μιας πολυτελούς έπαυλης μεγαλύτερης των 500 τετραγωνικών μέτρων και ακόμη 12 πολυτελών ρετιρέ στην περιοχή της Κερύνειας.
Οι επενδύσεις του άρχισαν το 2022 και, σύμφωνα με δημοσιεύματα του φινλανδικού Τύπου, συνεχίζονταν τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβριο του 2025.
Η περίπτωση Sukari προσφέρει μια χαρακτηριστική εικόνα του τρόπου με τον οποίο η κατεχόμενη Κύπρος προβάλλεται στο εξωτερικό ως προορισμός επενδύσεων σε ακίνητα. Η πραγματικότητα της τουρκικής κατοχής και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της γης ανήκει σε εκτοπισμένους Ελληνοκυπρίους περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις υποσχέσεις για μεγάλα κέρδη.
Ο άπληστος Φινλανδός που «μύρισε» την ευκαιρία
Ο Sukari δεν επιχείρησε να κρατήσει μυστική τη δραστηριότητά του στην κατεχόμενη Κύπρο. Αντιθέτως, μίλησε γι’ αυτήν με ενθουσιασμό στο φινλανδικό περιοδικό Seiska.
Στις 14 Δεκεμβρίου 2024 αποκάλυψε ότι είχε συμφωνήσει από την άνοιξη του 2022 την κατασκευή μιας πολυτελούς έπαυλης, την οποία προόριζε για προσωπική χρήση.
Η κατοικία, μεγαλύτερη των 500 τετραγωνικών μέτρων, σχεδιάστηκε με πισίνα, γυμναστήριο, αίθουσα κινηματογράφου και άλλες πολυτελείς εγκαταστάσεις.
Το έργο, ωστόσο, δεν προχωρούσε σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα.
Ο Φινλανδός επιχειρηματίας περιέγραψε τις επανειλημμένες καθυστερήσεις και την αγανάκτησή του με την τοπική κατασκευαστική εταιρεία. Ανέφερε ότι επισκέφθηκε αρκετές φορές το εργοτάξιο και ότι αναγκάστηκε να προσλάβει δικηγόρο για να ασκήσει πίεση στους κατασκευαστές.
Μία ημέρα αργότερα, στις 15 Δεκεμβρίου 2024, το Seiska δημοσίευσε νέα συνέντευξη, στην οποία ο Sukari αποκάλυψε ότι η επένδυσή του δεν περιοριζόταν στην προσωπική έπαυλη.
Κατασκεύαζε επιπλέον 12 πολυτελή ρετιρέ, αυτή τη φορά με καθαρά επιχειρηματικό προσανατολισμό για σκοπούς εκμετάλλευσης.
Ο επιχειρηματίας εξήγησε ότι η Κύπρος, εννοώντας το ψευδοκράτος, βρισκόταν σε ανοδική πορεία και ότι ο ίδιος είχε διακρίνει μια ευκαιρία για επενδύσεις.
«Μύρισα την ευκαιρία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η δήλωσή του αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν την αγορά ακινήτων στα κατεχόμενα αρκετοί ξένοι επενδυτές. Βλέπουν μια αναπτυσσόμενη αγορά, στην οποία μπορούν να τοποθετήσουν κεφάλαια και να επιδιώξουν κέρδη από την κατασκευή ή την πώληση κατοικιών.
Η πολιτική και ιδιοκτησιακή πραγματικότητα του τόπου δεν εμφανίζεται ως μέρος αυτής της επιχειρηματικής αφήγησης και μάλλον δεν τους απασχολεί.

Η αγορά ακινήτων πάνω στην κατοχή
Η ανάπτυξη ακινήτων στα κατεχόμενα αποτελεί μια από τις πλέον συνηθισμένες οικονομικές δραστηριότητες των τελευταίων ετών.
Σε παραλιακές περιοχές ανεγείρονται συγκροτήματα κατοικιών, πολυτελείς επαύλεις και διαμερίσματα που απευθύνονται σε ξένους αγοραστές. Η αγορά αυτή λειτουργεί υπό τη διοίκηση του ψευδοκράτους και περιλαμβάνει συναλλαγές με ακίνητα διαφορετικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος.
Μεγάλο μέρος της γης που ξεπουλιέται ανήκει σε Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι προσφυγοποιήθηκαν μετά την τουρκική εισβολή.
Πρόκειται για περιουσίες οι νόμιμοι ιδιοκτήτες των οποίων εξακολουθούν να έχουν δικαιώματα, ανεξάρτητα από τις μεταγενέστερες παράνομες ενέργειες των κατοχικών αρχών.
Το πρόβλημα αποκτά σοβαρές διαστάσεις όταν ακίνητα που ανήκουν σε εκτοπισμένους αξιοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Οι κατασκευαστικές εταιρείες ανεγείρουν κατοικίες, οι μεσίτες τις προωθούν στο εξωτερικό και οι αγοραστές καταβάλλουν χρήματα για περιουσίες των οποίων η ιδιοκτησιακή ιστορία μπορεί να περιλαμβάνει σοβαρές νομικές εκκρεμότητες.
Έτσι δημιουργείται μια οικονομική δραστηριότητα από την οποία αποκομίζουν έσοδα κατασκευαστές, μεσίτες και επενδυτές, ενώ οι αρχικοί ιδιοκτήτες παραμένουν αποκλεισμένοι από τις ίδιες τους τις περιουσίες.
Το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν αποτελεί θεωρητική κατασκευή. Έχει ήδη οδηγήσει σε ποινικές καταδίκες αλλά κάποιοι φαίνεται να αδιαφορούν για τις επιπτώσεις.
Η περίπτωση Sukari και η ταυτότητα της γης
Στην περίπτωση του Φινλανδού επιχειρηματία, το βασικό στοιχείο που όπως πληροφορούμαστε εξετάζεται από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ έχουν γίνει και παραστάσεις προς την Φινλανδία.
Οι συνεντεύξεις του Sukari προσδιορίζουν γενικά τη «βόρεια ακτή της Κύπρου», χωρίς να αποκαλύπτουν την ακριβή θέση των οικοδομών, αν και οι πληροφορίες αναφέρουν πως πρόκειται για γη στην περιοχή της Κερύνειας όπου η συντριπτική πλειοψηφία των περιουσιών ανήκει σε Ελληνοκύπριους.
Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας διαθέτει τα στοιχεία της ιδιοκτησίας πριν από την τουρκική εισβολή. Η σύγκρισή τους με τις θέσεις των συγκεκριμένων αναπτύξεων επιτρέπει να εξακριβωθεί η προέλευση της γης.
Από εκεί και πέρα, η εξέταση των κατασκευαστικών συμφωνιών και των εταιρειών που συμμετέχουν θα μπορούσε να αποκαλύψει ποιοι έχουν οικονομικό συμφέρον από τα έργα.
Τα εκατομμύρια και οι κατασκευαστές
Η προσωπική επένδυση του Sukari στην έπαυλη περιγράφεται από το φινλανδικό περιοδικό ως έργο αξίας εκατομμυρίων.
Η ανάπτυξη των 12 ρετιρέ προσθέτει μια δεύτερη επιχειρηματική δραστηριότητα, για την οποία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί στοιχεία σχετικά με το συνολικό κόστος, τις τιμές πώλησης ή τα πραγματοποιημένα έσοδα.
Δεν είναι γνωστό επίσης αν οι μονάδες έχουν ολοκληρωθεί ή πωληθεί.
Στις 30 Οκτωβρίου 2025, το Seiska δημοσίευσε ότι ο Sukari και η σύζυγός του Nadja βρίσκονταν στην κατεχόμενη Κύπρο και παρακολουθούσαν την πρόοδο των κατασκευαστικών έργων.
Αυτό επιβεβαιώνει ότι η υπόθεση παρέμενε σε εξέλιξη σχεδόν τριάμισι χρόνια μετά την αρχική συμφωνία για την έπαυλη.
Η ταυτότητα των κατασκευαστών έχει ιδιαίτερη σημασία. Στην αγορά ακινήτων των κατεχομένων η κατασκευαστική εταιρεία είναι συνήθως ο κρίκος που συνδέει τη γη με τη χρηματοδότηση, την ανέγερση και την εμπορική εκμετάλλευση.
Οι καταδίκες για σφετερισμό
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να κινηθεί ποινικά εναντίον προσώπων που εκμεταλλεύονται περιουσίες Ελληνοκυπρίων χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Στις 9 Μαΐου 2025, το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε ποινές φυλάκισης δυόμισι ετών και 15 μηνών σε δύο Ευρωπαίους πολίτες για αδικήματα σχετικά με την προώθηση πωλήσεων κατοικιών που είχαν ανεγερθεί σε ελληνοκυπριακή γη.
Στην πρώτη περίπτωση, η προώθηση γινόταν μέσω ιδιωτικής ιστοσελίδας. Στη δεύτερη, μέσω λογαριασμού κοινωνικών δικτύων για λογαριασμό εταιρείας που δραστηριοποιούνταν στα κατεχόμενα.
Στις 24 Οκτωβρίου 2025 ακολούθησε καταδίκη επιχειρηματία ανάπτυξης γης σε πενταετή φυλάκιση για αδικήματα που αφορούσαν ελληνοκυπριακές περιουσίες.
Ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας δραστηριοποιούνταν στην κατασκευή και πώληση ακινήτων χωρίς τη συγκατάθεση των νόμιμων ιδιοκτητών.
Τα περιστατικά αυτά περιγράφονται σε επίσημη ανακοίνωση του κυπριακού Υπουργείου Εξωτερικών, ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2025.
Η ανακοίνωση καθιστά σαφές ότι η ποινική νομοθεσία καλύπτει όχι μόνο την πώληση, αλλά και άλλες μορφές συναλλαγών, όπως τη διαφήμιση, την προώθηση και τη σύναψη συμφωνιών για ακίνητα τρίτων, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Το άρθρο 303Α του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινές φυλάκισης που μπορούν να φθάσουν μέχρι τα επτά χρόνια.
Η ΕΕ δεν δίνει καταφύγιο
Η συμμετοχή ξένων επενδυτών από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνει στο περιουσιακό ζήτημα πρόσθετη σημασία.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει στη διάθεσή της ευρωπαϊκούς μηχανισμούς δικαστικής συνεργασίας και αναγνώρισης αποφάσεων.
Η γνωστή υπόθεση Αποστολίδης κατά Όραμς αποτελεί σημαντικό προηγούμενο.
Με απόφαση της 28ης Απριλίου 2009, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι αποφάσεις κυπριακών δικαστηρίων που αφορούν ακίνητα στα κατεχόμενα μπορούν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε άλλα κράτη μέλη.
Η αναστολή εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις κατεχόμενες περιοχές δεν στερεί από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τη δυνατότητα να διεκδικούν δικαστική προστασία.
Αυτό σημαίνει ότι ένας Ευρωπαίος επενδυτής που εμπλέκεται σε συναλλαγές επί ξένης περιουσίας μπορεί να αντιμετωπίσει νομικές συνέπειες και στη χώρα του, εφόσον αποδειχθεί παραβίαση δικαιωμάτων και εκδοθούν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις.
Η Φινλανδία, πάντως, ως κράτος μέλος της ΕΕ, συμμετέχει στο ίδιο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στις καταδίκες
Η καταπολέμηση του σφετερισμού ελληνοκυπριακών περιουσιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που φθάνουν τελικά ενώπιον των δικαστηρίων.
Η οργανωμένη ανάπτυξη ακινήτων στα κατεχόμενα αποτελεί και πολιτικό ζήτημα, επειδή συνδέεται άμεσα με τη διαχείριση της γης μετά την τουρκική εισβολή.
Κάθε οικοδομή που ανεγείρεται πάνω σε περιουσία εκτοπισμένου ιδιοκτήτη χωρίς τη συγκατάθεσή του δημιουργεί νέα πραγματικά δεδομένα. Μπορεί να αλλάξει τη χρήση του ακινήτου, να αυξήσει τον αριθμό των εμπλεκόμενων προσώπων και να καταστήσει δυσκολότερη την πρακτική αποκατάσταση των δικαιωμάτων του.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει επομένως λόγο να παρακολουθεί – και παρακολουθεί – τις μεγάλες αναπτύξεις ακινήτων και να συγκεντρώνει στοιχεία για όσες ενδέχεται να επηρεάζουν ελληνοκυπριακές ιδιοκτησίες.
Η περίπτωση του Sukari έχει δώσει συγκεκριμένη αφορμή για τέτοια διερεύνηση.
Δεν προέρχεται από ανώνυμη πληροφορία. Ο ίδιος ο επιχειρηματίας έχει περιγράψει τις επενδύσεις του και έχει επιβεβαιώσει τη δραστηριότητά του στα κατεχόμενα.
Η δημοσιοποίηση των στοιχείων του προσφέρει μια ευκαιρία στην Αστυνομία, στη Νομική Υπηρεσία και στις αρμόδιες υπηρεσίες του Κτηματολογίου να εξακριβώσουν τη θέση των ακινήτων και το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους.
Η γη που έγινε επενδυτική ευκαιρία
Η περίπτωση Sukari αποτυπώνει μια μεγαλύτερη πραγματικότητα.
Για έναν ξένο επιχειρηματία, η κατεχόμενη Κύπρος μπορεί να εμφανίζεται ως μια αγορά με χαμηλότερο κόστος και δυνατότητες μεγάλων κερδών.
Για τους εκτοπισμένους ιδιοκτήτες, όμως, η γη αποτελεί περιουσία την οποία στερήθηκαν βίαια το 1974 και την οποία εξακολουθούν να διεκδικούν.
Αυτές οι δύο πραγματικότητες συναντώνται στα εργοτάξια, στα συμβόλαια και στις πωλήσεις ακινήτων.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα στα κατεχόμενα έχει αποκτήσει διεθνή πελατεία. Οι κατασκευαστές αναζητούν αγοραστές και οι επενδυτές επιδιώκουν αποδόσεις, σε μια αγορά όπου το περιουσιακό ζήτημα παραμένει ανοικτό.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι η εκμετάλλευση ελληνοκυπριακών περιουσιών χωρίς τη συγκατάθεση των νόμιμων ιδιοκτητών μπορεί να επιφέρει σοβαρές ποινικές και αστικές συνέπειες.
Πρέπει να καταστεί σαφές στους ξένους επίδοξους επενδυτές ότι το πρόβλημα δεν είναι η πολυτέλεια των κατοικιών ούτε το ύψος της περιουσίας οποιουδήποτε. Είναι η μετατροπή γης που ανήκει σε εκτοπισμένους Ελληνοκύπριους, σε αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης, από την οποία οι νόμιμοι ιδιοκτήτες αποκλείονται.
Πηγή – Cyprus Times









