Ροή ΕιδήσεωνΤο μεροκάματο δεν φτάνει για να φύγουν από το πατρικό
Δες περισσότερες ειδήσεις του dialogos.com.cy, όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google. Πρόσθεσε το dialogos.com.cy ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων. Οι νέοι στην Κύπρο εργάζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ, όμως φεύγουν…
27 Σεπτεμβρίου 2026 · 08:00
Οι νέοι στην Κύπρο εργάζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ, όμως φεύγουν αργότερα από το πατρικό, την ώρα που ένας στους τρεις εργαζομένους λαμβάνει λιγότερα από €1.500 μικτά τον μήνα και η οικονομική πίεση δυσκολεύει το βήμα προς την ανεξάρτητη ζωή.
Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου
Τη δύσκολη πραγματικότητα που βιώνει η νέα γενιά στην Κύπρο αποτυπώνουν νέα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, τα οποία φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τις συνθήκες εργασίας, το ύψος των απολαβών και το ολοένα δυσκολότερο βήμα προς την οικονομική και στεγαστική ανεξαρτησία.
Οι νέοι στην Κύπρο εργάζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να εγκαταλείψουν το πατρικό σπίτι και να δημιουργήσουν το δικό τους νοικοκυριό. Η υψηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας δεν μεταφράζεται, επομένως, πάντοτε σε εισόδημα και συνθήκες που να επιτρέπουν σε έναν νέο άνθρωπο να σταθεί στα πόδια του.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για την αποτίμηση των πολιτικών που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια στην εργασία, στις αμοιβές και στη στέγαση, τόσο επί διακυβέρνησης Αναστασιάδη όσο και σήμερα, επί κυβέρνησης Χριστοδουλίδη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι νέοι εργάζονται, αλλά κατά πόσο η εργασία τους εξασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα, σταθερότητα και πραγματική δυνατότητα ανεξάρτητης ζωής.

Το 2025 οι νέοι στην ΕΕ εγκατέλειπαν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο στα 26,3 έτη. Στην Κύπρο η αντίστοιχη ηλικία έφτανε τα 27 έτη, περίπου οκτώ μήνες αργότερα. Η σύγκριση σε βάθος χρόνου είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Το 2010 οι νέοι στην Κύπρο έφευγαν από την οικογενειακή εστία κατά μέσο όρο στα 25,8 έτη, νωρίτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 26,5 ετών. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα η εικόνα έχει αντιστραφεί.
Η καθυστέρηση στην αυτονόμηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυαστεί με τα στοιχεία για την απασχόληση. Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των νέων ηλικίας 20 έως 29 ετών στην Κύπρο έφτασε το 72,3%, έναντι 65,5% στην ΕΕ.
Η Κύπρος, συνεπώς, δεν βρίσκεται πρωτίστως αντιμέτωπη με χαμηλή συμμετοχή των νέων στην αγορά εργασίας. Το ζήτημα είναι κατά πόσο η εργασία προσφέρει το εισόδημα και την ασφάλεια που απαιτούνται για να μπορέσει ένας νέος να νοικιάσει ή να αποκτήσει κατοικία, να καλύψει τα βασικά έξοδα και να σχεδιάσει τη ζωή του χωρίς διαρκή οικονομική εξάρτηση από την οικογένεια. Σε χώρες όπως η Δανία, η Γερμανία και η Ολλανδία, η υψηλή απασχόληση των νέων συνυπάρχει με σαφώς νωρίτερη αποχώρηση από το πατρικό. Στην Κύπρο, αντίθετα, η υψηλή συμμετοχή στην εργασία δεν οδηγεί στον ίδιο βαθμό σε οικονομική και στεγαστική αυτονομία.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια ουσιαστική πραγματικότητα. Μια θέση εργασίας δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει οικονομική ανεξαρτησία. Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι απολαβές, η σταθερότητα και η ποιότητα της εργασίας, αλλά και το κόστος κατοικίας και συνολικά το κόστος ζωής.

Η πορεία των τελευταίων 15 χρόνων αποτυπώνει καθαρά τη μεταβολή που έχει συντελεστεί. Το 2010 οι νέοι στην Κύπρο εγκατέλειπαν το πατρικό σπίτι κατά μέσο όρο στα 25,8 έτη, έναντι 26,5 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε, δηλαδή, η Κύπρος βρισκόταν σε καλύτερη θέση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εικόνα, ωστόσο, άλλαξε αισθητά τα επόμενα χρόνια. Το 2015 η μέση ηλικία αποχώρησης από την οικογενειακή εστία στην Κύπρο είχε αυξηθεί στα 28,4 έτη, ενώ στην ΕΕ παρέμεινε στα 26,4. Μέχρι το 2020 καταγράφηκε υποχώρηση στα 26,9 έτη, χωρίς όμως η Κύπρος να επανέλθει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η απόσταση διατηρήθηκε και το 2025, όταν η μέση ηλικία αποχώρησης από το πατρικό διαμορφώθηκε στα 27 έτη στην Κύπρο, έναντι 26,3 ετών στην ΕΕ. Συνολικά, μέσα σε 15 χρόνια, η ηλικία αποχώρησης από το πατρικό αυξήθηκε στην Κύπρο κατά περίπου 1,2 έτος, την ώρα που στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε μικρή μείωση.
Έτσι, η Κύπρος πέρασε από μια θέση καλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε μια σαφώς δυσμενέστερη εικόνα ως προς την ηλικία αυτονόμησης των νέων.

Η Κύπρος βρίσκεται πλέον πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς την ηλικία αποχώρησης των νέων από το πατρικό σπίτι. Το 2025 η μέση ηλικία διαμορφώθηκε στα 27 έτη, έναντι 26,3 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διαφορά καταγράφεται και μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στην Κύπρο οι γυναίκες εγκατέλειπαν το πατρικό κατά μέσο όρο στα 26,1 έτη, ενώ οι άνδρες στα 27,8, δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια αργότερα. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πάντως, οι αποκλίσεις είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Στην Κροατία καταγράφηκε η υψηλότερη μέση ηλικία, στα 31,5 έτη. Ακολούθησαν η Ελλάδα και η Σλοβακία με 30,9 έτη, ενώ στην Ισπανία και την Ιταλία οι νέοι εγκατέλειπαν το πατρικό κατά μέσο όρο στα 30,2 έτη. Στην άλλη άκρη της κατάταξης, η αποχώρηση από την οικογενειακή κατοικία γίνεται πολύ νωρίτερα. Στη Φινλανδία η μέση ηλικία ήταν μόλις 21,4 έτη και στη Δανία 21,8, ενώ στην Εσθονία και τη Λιθουανία διαμορφώθηκε στα 22,7 έτη. Μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή εικόνα, η Κύπρος βρίσκεται περίπου στο μέσο της κατάταξης, έχοντας όμως μετακινηθεί πλέον σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ.

Το ύψος των απολαβών αποτελεί βασική παράμετρο για την οικονομική πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και ιδιαίτερα οι νεότερες ηλικίες. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές ανήλθαν στα €2.601, από €2.508 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφοντας αύξηση 3,7%. Ο μέσος όρος, ωστόσο, δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα για ένα μεγάλο μέρος των εργαζομένων. Το 33,9%, δηλαδή περίπου ένας στους τρεις, λαμβάνει ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές κάτω από €1.500, ενώ ακόμη 40,9% βρίσκεται στη μισθολογική κλίμακα από €1.500 έως €2.999. Αντίθετα, όσο ανεβαίνει το ύψος των απολαβών, τόσο περιορίζεται και το ποσοστό των εργαζομένων. Μόλις το 13,1% λαμβάνει από €3.000 έως €4.499 τον μήνα, το 6,4% από €4.500 έως €5.999 και το 5,7% περισσότερα από €6.000. Η εικόνα των χαμηλών απολαβών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη και το ύψος του εθνικού κατώτατου μισθού. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, για πλήρη απασχόληση, ανέρχεται στα €979 κατά τους πρώτους έξι μήνες στον ίδιο εργοδότη και στα €1.088 μετά τη συμπλήρωση έξι μηνών συνεχούς απασχόλησης.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η παρουσία των γυναικών στα χαμηλότερα μισθολογικά στρώματα. Το 37,4% των εργαζόμενων γυναικών λαμβάνει ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές κάτω από €1.500, έναντι 31,1% των ανδρών. Η διαφορά αποτυπώνεται και στις μέσες απολαβές. Οι άνδρες λαμβάνουν κατά μέσο όρο €2.776 μικτά τον μήνα, ενώ οι γυναίκες €2.378, με τη μεταξύ τους απόσταση να πλησιάζει τα €400.
Η μισθολογική αυτή εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνδυάζεται με το αυξημένο κόστος κατοικίας και, γενικότερα, με τα έξοδα που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός αυτόνομου νοικοκυριού. Για μεγάλο μέρος των εργαζομένων, ιδιαίτερα για όσους βρίσκονται στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει εργασία. Είναι κατά πόσο ο μισθός επαρκεί για να καλυφθούν το ενοίκιο, οι λογαριασμοί, τα τρόφιμα και οι υπόλοιπες βασικές ανάγκες. Έτσι, το ύψος των απολαβών συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα των εργαζομένων να σταθούν οικονομικά στα πόδια τους και να αποκτήσουν πραγματική ανεξαρτησία.
Πηγή – Διάλογος








