ΚύπροςΤο αντρικό πρότυπο μιας «μητριαρχίας» – ή πώς η πατριαρχία φαντάζεται τις ισχυρές γυναίκες
Η πολυσυζητημένη σειρά του Netflix «Ανατολικά της Εδέμ», μέσα από το βλέμμα της Ζωής Καζάν, μας άφησε να συζητούμε αν δόθηκε μια απαραίτητη εξήγηση για τη σκληρότητα της χειρότερης ίσως λογοτεχνικής ηρωίδας που…
14 Οκτωβρίου 2026 · 10:00
Η πολυσυζητημένη σειρά του Netflix «Ανατολικά της Εδέμ», μέσα από το βλέμμα της Ζωής Καζάν, μας άφησε να συζητούμε αν δόθηκε μια απαραίτητη εξήγηση για τη σκληρότητα της χειρότερης ίσως λογοτεχνικής ηρωίδας που έχει γραφτεί ποτέ. Στο βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ, όπου είναι βασισμένη η σειρά, η Κάθυ Έιμς είναι γεννημένη ως το απόλυτο κακό: έχει απόλυτη έλλειψη συναισθήματος, ενοχών και ηθικής. Σκοτώνει τους γονείς της, παρατάει τα παιδιά της. Γίνεται σεξεργάτρια και σκοτώνει την μαντάμ για να πάρει τη θέση της. Αναπτύσσει μία βιομηχανία σαδομαζοχισμού, βασιζόμενη στον εκβιασμό. Στο τέλος, αυτοκτονεί αφήνοντας μία τεράστια περιουσία στον γιο της Άρον, ένα πλάσμα που είναι η απόλυτη ενσάρκωση του Καλού. Και του αφήνει αυτήν την τεράστια περιουσία ως τελευταία προσπάθεια να διαφθείρει αυτό το Καλό. Η Κάθυ ‘Ειμς του Στάινμπεκ είναι βιβλικά Κακή.
Όμως, η Κάθυ Έιμς της Καζάν μελετά τη δημιουργία του «κακού» και εστιάζει στη συστηματική κακοποίηση, το τραύμα και την στέρηση της ελευθερίας. Θέλει να μας πει πως αυτή η γυναίκα δε γεννήθηκε «τέρας», προσεγγίζοντας και πιο σύγχρονες κοινωνικές και ψυχιατρικές αναλύσεις γύρω από την κοινωνιοπάθεια.
Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά στην Κάθυ της Καζάν, όμως, είναι αυτό που την καθιστά δαιμονική (κυριολεκτικά – ο Στάινμπεκ την παρουσιάζει με πόδια ίδια με οπλές και γλώσσα που μοιάζει με φιδιού) στο πρωτότυπο βιβλίο: η Κάθυ δεν θέλει να είναι σύζυγος και μητέρα. Αναγκάζεται να είναι. Και εξηγεί πολύ καλά ότι σε μία τέτοια κοινωνία η γυναίκα για να είναι ανεξάρτητη, είτε θα είναι τυχερή και θα λάβει μία μεγάλη κληρονομιά, είτε θα είναι «πόρνη».
Αυτή η επεξήγηση εμφανίστηκε ως ένα από τα απεχθέστερα στοιχεία της Κάθυ του Στάινμπεκ. Το πολικό της αντίθετο είναι μία άλλη εμβληματική ηρωίδα του αριστουργηματικού συγγραφέα: η Ma’ Joad στα «Σταφύλια της Οργής».
Η ιδανική μητριάρχισσα
«Πίστευα παλιά πως οικογένεια είμαστε εμείς. Τώρα δεν είναι έτσι πια. Μια οικογένεια είναι όλος ο κόσμος, μαζί», λέει το απόλυτο είδωλο της ισχυρής, δυνατής μητριαρχικής μορφής που λογοτεχνεί ο Στάινμπεκ.
Η οικογένεια Τζόουντ ζει στην Καλιφόρνια κατά τη Μεγάλη Ύφεση και τη Μεγάλη Ξηρασία. Η πείνα αλλοιώνει τις ανθρώπινες σχέσεις και, όπως οι ωραιότεροι χαρακτήρες του Στάινμπεκ, βιώνεται μία υπαρξιακή κρίση αντίστοιχη του περιβάλλοντος χρόνου: όλα πάνε στραβά, άρα και οι άνθρωποι γίνονται στραβοί. Στην αρχή η Μάνα Τζόουντ υποχωρεί κάτω από την αντρική εξουσία του συζύγου και του Παππού – πατριάρχη της οικογένειας. Όμως, οι ανδρικοί εγωισμοί φθείρουν την οικογένεια και η Μάνα αναλαμβάνει τα ηνία.
Αρνείται να υποχωρήσει στην απελπισία, αρνείται να διαλυθεί η οικογένεια (απειλεί, μάλιστα, με βία τον Πατέρα ώστε να μη χωριστούν), βρίσκει τρόπους να διαχειριστεί το νοικοκυριό, να έχει φαγητό στο σπίτι, να έχει την οικογένεια ενωμένη και, πάνω από όλα, αντιλαμβάνεται ότι ο Τομ, ο γιος της, είναι χαρισματικός. Όλα αυτά τα καταφέρνει χωρίς να ευνουχίσει (sic) το σύζυγό της. Φροντίζει, μάλιστα, να τον κάνει να φαίνεται εκείνος ως ο αρχηγός, τόσο στη δημόσια σφαίρα, όσο και στο δικό του κεφάλι. Ο Πατέρας είναι, εξάλλου, ένας λαβωμένος άντρας. Έχει πλατιά συναισθήματα, πλατιά και ορατά τραύματα και χρειάζεται έναν γυναικείο λαιμό να ελέγχει την αντρική κεφαλή της οικογένειας. Η Μάνα τον σώζει και μαζί του σώζει ολόκληρη την Καλιφόρνια, τελικά.
Η Μάνα Τζόουντ είναι από τους πληρέστερους χαρακτήρες στο συνολικό έργο του Τζον Στάινμπεκ. Και πράγματι μέσα από αυτήν εξηγείται αριστοτεχνικά η Ιδανική Γυναίκα της πατριαρχίας. Η οποία έχει υπομονή, πυγμή και ευφυία. Αλλά δεν έχει τίποτε άλλο. Δεν έχει προσωπική φιλοδοξία, ούτε και ζωή εκτός της οικογένειας. Είναι μία ατελείωτη πηγή αγάπης και δωρεάν εργασίας, χωρίς αντάλλαγμα.
Για την ακρίβεια, δεν έχει καν σεξουαλικότητα. Δεν περιγράφεται σα σεξουαλικό ον, ούτε μία στιγμή. Είναι μια αγία. Και, κυρίως, είναι μία Μάνα που εξαιτίας της οχαρισματικός γιος καταφέρνει να μεγαλώσει και να γίνει ένας λαϊκός ήρωας, ένας προστάτης των φτωχών. Και η κόρη μετατρέπεται σε μία ακόμη Μητέρα, που δεν αποζητά ποτέ αναγνώριση ή δική της περιουσία και εξουσία.
Η Μάνα Τζόουντ είναι μια Παναγιά. Και αυτή ακριβώς είναι η εικόνα της πατριαρχίας για τις ιδανικές δυνατές γυναίκες.
Όλη η διαφορά ανάμεσα στην Κάθυ και στη Μάνα είναι η φιλοδοξία. Η Μάνα έχει ένα σώμα που γεννά, μεγαλώνει και εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικογένειας. Είναι αυστηρή και μάλιστα μπορεί να επιβάλλει τις αρχές της και να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο τους άντρες, όταν αυτοί παραστρατούν. Συγχωρεί και εκπαιδεύει μέχρι να πεθάνει. Είναι το απόλυτο Καλό. Η Κάθυ, από την άλλη, δε θέλει τίποτε από όλα αυτά. Δε θέλει να είναι κόρη, σύζυγος και μητέρα. Θέλει να έχει ανεξαρτησία και ανεξαρτησία χωρίς χρήματα δεν υπάρχει. Αρνούμενη κάθε παραδοσιακό ρόλο και κυρίως αυτός της μητέρας, η Κάθυ είναι το απόλυτο Κακό: δεν ένιωσε τίποτα όταν παράτησε τα δίδυμα αγόρια της, δεν ένιωσα τίποτα όταν 16 χρόνια μετά συνάντησε ξανά τους γιους της. Δεν την αφορά η μητρότητα. Και το κορμί της παράγει χρήματα, που τα αποδέχεται, αλλά όταν παρήγαγε παιδιά η Κάθυ τα απέρριψε και μεταμορφώθηκε στο απόλυτο Τέρας: είναι το Κακό.
Μία βόλτα στο Μακόντο
Θυμάμαι έντονα την προτροπή της Ειρήνης Αγαπηδάκη, της αναπληρώτριας υπουργού Υγείας, μετά το μακελειό στα Βορίζια. Απευθυνόμενη προς τις γυναίκες της Κρήτης η αναπληρώτρια υπουργός τις προέτρεψε να αναλάβουν εκείνες τη δράση για τον αφοπλισμό του νησιού. Να πούνε σε συζύγους και γιους πως όπλο στο σπίτι τους δε θα μπει.
Κι άμα ρωτήσουμε οπουδήποτε στην Ελλάδα, θα πάρουμε την ίδια απάντηση, πως στην Κρήτη η μητριαρχία είναι ακόμη παρούσα στις τοπικές κοινωνίες. Βέβαια, οι μητριαρχικές κοινωνίες δεν υπήρξαν ποτέ, σύμφωνα με τις νεότερες μελέτες. Υπήρξαν μητρογραμμικές και εξισωτικές κοινωνίες, όπου η πολυγαμία όριζε την καταγωγή από τη γενιά της μητέρας, για λόγους εντελώς πρακτικούς, και όπου η κοινότητα βασιζόταν σε μία ισότητα σχεδόν ιερή, ακόμη και από θεολογική άποψη.
Αυτές οι κοινότητες άρχισαν να εξαφανίζονται, όταν οι άντρες γεωργοί, κυνηγοί και κτηνοτρόφοι ξεκίνησαν να αποκτούν πλούτο. Περιουσία, δηλαδή, που ήθελαν να μεταβιβάσουν σε δικούς τους απογόνους. Μετά, η ιστορία είναι γνωστή και βασίζεται σε ατελείωτες πολεμικές συγκρούσεις και θρησκευτικά μοντέλα εξουσίας. Η «παγκόσμια ιστορική ήττα του γυναικείου φύλου» όπως την αποκαλούσε ο Ένγκελς. Η γυναίκα γίνεται μηχανή αναπαραγωγής και δεν κατέχει δική της περιουσία.
Όμως, στο Μακόντο της Κολομβίας, που γεννήθηκε από το μαγικό ρεαλισμό του μυαλού του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, έχουμε μία γυναίκα που είναι πυλώνας της οικογένειας των Μπουενδία, του Μακόντο και του ίδιου του βιβλίου «100 χρόνια μοναξιά». Η Ούρσουλα Μπουενδία είναι, ίσως, το καλύτερο παράδειγμα προς απάντηση στα Μάνα Τζόουνς.
Η Ούρσουλα είναι γεμάτη ζωή και χάρη. Ερωτεύεται παθιασμένα τον Χοσέ Αρκάδιο και μαζί χτίζουν ολόκληρους κόσμους. Ιδρύουν το Μακόντο, μεγαλώνουν την οικογένειά τους. Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία είναι ένας αδύναμος χαρακτήρας, φαντασιόπληκτος, κι έτσι η Ούρσουλα αναλαμβάνει τα πάντα: σκαρώνει μία γραμμή παραγωγής γλυκών και τα πουλάει, εξασφαλίζει το εισόδημα του σπιτιού, διαχειρίζεται και αυξάνει την περιουσία της οικογένειας. Είναι ηθικά και πρακτικά η αρχηγός. Τόσο που δε φοβάται να συγκρουστεί με την εξουσία, την οποία εκπροσωπούν πολλά πρόσωπα κατά την έκταση του μυθιστορήματος του Μάρκες: πολιτικά πρόσωπα, στρατιωτικές φιγούρες και η ίδια η εκκλησία, όταν χρειάζεται.
Η Ούρσουλα Μπουενδία δεν είναι η Παναγιά. Είναι η Ιέρεια με τα Φίδια της μινωικής περιόδου, μία αρχαία και αρχέγονη δύναμη ζωής.
Βέβαια, στο Μακόντο υπάρχουν ακόμη δύο γυναικείες φιγούρες που καθορίζουν την ιστορία του. Ο δεύτερος πυλώνας της κοινότητας δεν είναι κάποιος από τους υπόλοιπους Μπουενδία, αλλά είναι η Πιλάρ Τερνέρα. Και αυτή είναι γεμάτη ζωή και αγαπά με και το πάθος. Όμως, δεν παντρεύεται ποτέ. Ζει πάντοτε ελεύθερη και ανεξάρτητη. Εδώ βλέπουμε τη μαγεία στους συμβολισμούς του Μάρκες: η Πιλάρ Τερνέρα κάνει παιδιά και με τους δύο γιους της Ούρσουλα. Η Ούρσουλα θα τα πάρει και θα τα μεγαλώσει η ίδια. Κάποια φορά με το ζόρι και άλλη φορά με τη θέληση της Πιλάρ. Με το ζόρι, καθώς η Πιλάρ δεν είναι παντρεμένη. Με τη θέληση της Πιλάρ, ως μία υποχώρηση της ανεξάρτητης γυναίκας στους πατριαρχικούς κανόνες: η Πιλάρ θέλει να είναι μητέρα, αλλά όχι σύζυγος. Οπότε, δεν της επιτρέπεται και δεν μπορεί και η ίδια να μεγαλώσει τα παιδιά της. Ο Μάρκες αντιμετωπίζει την Πιλάρ με αξεπέραστο θαυμασμό, πάντως. Περιγράφει μία δύναμη της φύσης και την ίδια η Ανθρώπινη Φύση, αντί για ένα Τέρας.
Ο τρίτος γυναικείος χαρακτήρας που καθορίζει τη μοίρα του Μακόντο -και συμβολίζει την καταστροφή του- είναι η Φερνάντα ντελ Κάρπιο. Μία ξεπεσμένη αριστοκράτισσα, φανατική καθολική, συντηρητική και άψυχη γυναίκα που, όπως γράφει ο Μάρκες, «δεν αντέχει ούτε τη μυρωδιά του σκατού της». Βρίσκοντας γερασμένη την Ούρσουλα, αναλαμβάνει το σπίτι των Μπουενδία με σιδερένια, θρησκευτική πειθαρχία. Είναι καθώς πρέπει και ιδανική υπερασπίστρια των κοινωνικών κανόνων. Απαγορεύει όλα τα ωραία πράγματα: τα γλυκά, τον έρωτα, το τραγούδι, το χορό. Πεθαίνει «βασίλισσα του τίποτα», αλλά μαζί της πεθαίνει και η ζωντανή ψυχή που κρατούσε όρθιο το Μακόντο. Αμέσως μετά το θάνατό της, απελευθερώνεται και εκπληρώνεται η κατάρα, που οδηγεί στην ολική καταστροφή και την εξαφάνιση του πιο μαγικού χωριού της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο Μάρκες είχε πολύ διαφορετική ιδέα για τη μητριαρχία και κυρίως για το ρόλο της γυναίκας, σε σχέση με τον Στάινμπεκ. Θα μπορούσαμε σίγουρα να το πούμε αυτό.
Οι γυναίκες που πήραν στα χέρια τους τη μοίρα του φύλου τους
Η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη από μικρές στιγμές ειρωνείας. Ένας προοδευτικός άντρας στην Αμερική του ’50 κατανοεί λιγότερο τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας από έναν κοσμοκαλόγερο από την Σκιάθο, που ζει στου Ψυρρή των αρχών του 20ου αιώνα και γράφει ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι η Φραγκογιαννού. Μια γυναίκα της υπαίθρου, ένα εμπόρευμα που την έδωσαν οι γονείς της μαζί με την προίκα της σε έναν άντρα, μετά έγινε σκλάβα του, σκλάβα των παιδιών τους, τροφός ως και των εγγονιών τους.
Η Χαδούλα (η Φραγκογιαννού) σκοτώνει τα κορίτσια για να τα γλιτώσει από μία ζωή χωρίς να έχουν δικαίωμα να ορίσουν την ίδια τους τη θέληση. Ορίζονται από την, εξουθενωτική για τις φτωχές οικογένειες, προίκα και καταλήγουν παραδουλεύτρες και τροφοί. Ο νους τη Χαδούλας «έχει ψηλώσει», λέει ο Παπαδιαμάντης, και η ηρωίδα του πιστεύει ότι επιτελεί θεάρεστο έργο. Υποφέρει και τιμωρείται από τις ίδιες της τις τύψεις, αλλά δεν παύει να πιστεύει πως λυτρώνει τα κορίτσια πριν αυτά μεγαλώσουν και γίνουν γυναίκες. Ο Παπαδιαμάντης αντιλαμβάνεται με μία αγιότητα, αν θέλετε, την έννοια του τραύματος και το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει για μία ολόκληρη κοινωνία. Έτσι κάπως δίνει φωνή στη Χαδούλα, μία γυναίκα που (νομίζει ότι) είναι η Θεία Δίκη.
Κάπως έτσι στην «Αγαπημένη» της Τόνι Μόρισον, η Σιθ είναι μία πρώην σκλάβα που, πριν δραπετεύσει, στραγγαλίζει τη νεογέννητη κόρη της, ώστε να την γλιτώσει από μία καταδικασμένη ύπαρξη.
Η βρετανική λογοτεχνία, μέσα από δύο εμβληματικές συγγραφείς, τη Σάρλοτ Μπροντέ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, μας δίνουν δύο σπουδαία παραδέιγματα γυναικών που πήραν στα χέρια τους τη μοίρα του φύλου τους, αλλά αυτή την τη φορά για τις εαυτές τους κι όχι για την επόμενη γενιά.
Η Μπροντέ μας χαρίζει την Τζέιν Έιρ. Μία πάμφτωχη και ορφανή κοπέλα, που εργάζεται ως γκουβερνάντα για την οικογένεια Ρότσεστερ. Αν και βαθιά ερωτευμένη με τον κύριο Ρότσεστερ, αρνείται να γίνει σύζυγός του, για να μη γίνει ιδιοκτησία του. «Νοιάζομαι για εμένα. Όσο πιο μοναχική, χωρίς φίλους και απροστάτευτη είμαι, τόσο θα με σέβομαι πιο πολύ», είναι η εμβληματική της φράση. Αργότερα, αποκτά μία περιουσία δική της και μόνο τότε επιστρέφει σε έναν Ρότσεστερ κοινωνικά κατεστραμμένο. Η Τζέιν Έιρ γίνεται η ισχυρή μέσα στο σπίτι. Η Μπροντέ ανατρέπει πλήρως τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων, σαν σχόλιο στον ρόλο της γυναίκας στην βικτωριανή Αγγλία.
Αλλά η πιο συναρπαστική ηρωίδα, είναι το Ορλάντο. Η Βιρτζίνια Γουλφ ξεκινά το ομότιτλο αριστούργημά της με κεντρικό ήρωα έναν άντρα, τον Ορλάντο, ο οποίος είναι ένας πανέμορφος ευγενής του 16ου αιώνα. Ζει για 300 χρόνια χωρίς να γερνά, ώσπου ένα πρωί ξυπνά και είναι γυναίκα.
Η Ορλάντο, πια, δεν σοκάρεται, αφού σε κάθε άλλο επίπεδο, πλην του φύλου, «είναι ακριβώς το ίδιο άτομο». Και τότε, μετασχηματισμένο μέσα από τις αλλαγές των αιώνων, το κορίτσι Ορλάντο πρέπει να διεκδικήσει την ταυτότητά της, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Θεωρούμενη νομικά νεκρή, η Ορλάντο παλεύει για ορατότητα. Χωρίς πλέον να κατέχει απολύτως τίποτα, αφού δεν είναι -ουσιαστικά- άντρας πια, η Ορλάντο όχι μόνο χάνει την περιουσία της και τον τίτλο ευγενείας της -που, ούτως ή άλλως σημαίνει κάτι μόνο αν είσαι άντρας, αν ζεις στην Αγγλία του 18ου αιώνα- αλλά διεκδικεί να υπάρχει.
Από την «Ιδανική Γυναίκα» και μητριάρχισσα, όπως την φαντάζεται η πατριαρχία, ως την ορμητική δύναμη της Ζωής και της Φύσης, ως τη Θεία Δίκη, ως τη διεκδίκηση της ίδιας της γυναικείας ταυτότητας, η λογοτεχνία μιμείται τις ανθρώπινες κοινωνίες από την αυγή ως το σήμερα του κόσμου.
Και τώρα;
Η διαβόητη -και αστοιχείωτη- ανδρόσφαιρα (manosphere) της κουλτούρας του μισογυνισμού κατηγορεί τις φεμινίστριες ότι θέλουμε μητριαρχία. Αυτό έχει ένα ενδιαφέρον, καθώς από την ιστορικότητα του όρου ως την γυναικεία χειραφέτηση, κυριαρχεί η εξιδανίκευση της γυναίκας.
Ας μην είμαστε αυστηρές και αυστηροί με την ανδρόσφαιρα, όμως. Μπορεί να πιστεύουν πως η μητριαρχία είναι να κάνουν κουμάντο οι μαμάδες τους. Μία θεωρία που, βέβαια, περιπλέκει απολύτως την εξήγηση πάνω στο γιατί αντιπαθούν τόσο πολύ ένα τέτοιο σενάριο.
Από την άλλη, βέβαια, ο καθαγιασμένος ύμνος προς την Ιδανική Γυναίκα, την κάθε Μάνα Τζόουντ της κάθε κοινωνίας, δείχνει πως η πατριαρχία έχει, αν όχι μία τεράστια ανάγκη, έναν σεβασμό προς τις γυναίκες που προσφέρουν τα πάντα, ελέγχουν και «τακτοποιούν» τις ζωές των ανδρών μιας οικογένειας ή μιας κοινωνίας, χωρίς να θέλουν απολύτως τίποτα ως αντάλλαγμα: ούτε δικά τους χρήματα, ούτε δικά τους συναισθήματα, ούτε στιγμές αδυναμίας. Κανένα δικαίωμα. Μόνο η χαρά της απλόχερης εκτίμησης από το ανδρικό φύλο και μία ανείπωτη, αλλά συνεπακόλουθη, ασφάλεια. Κανένας δε θέλει να βλάψει την Ιδανική Γυναίκα.
Και, όπως μας διδάσκει η ανδρόσφαιρα, αν μία γυναίκα βλάπτεται, τότε σίγουρα δεν είναι Ιδανική. Γιατί ζητά πολλά. Ακόμη και αν προσφέρει, το να ζητά είναι επιζήμιο για την ίδια. Και δεν αρκεί να είναι μόνο συμπαθής προς τους άντρες μια γυναίκα, οφείλει και να είναι ένα αξιοσέβαστο μέλος της κοινωνίας.
Ένα αξιοσέβαστο μέλος της κοινωνίας έχει το δικαίωμα να είναι «μητριάρχισσα», λοιπόν. Όπως το εννοούσε μέσα από τη συναρπαστική του πένα ο Στάινμπεκ πριν 70 χρόνια και όπως το εννοούσε η Αγαπηδάκη πριν από έναν χρόνο: μία γυναίκα γεμάτη αυταπάρνηση, που οφείλει να βάζει σε τάξη τα άτακτα παλιόπαιδα, ακόμη κι αν τα παλιόπαιδα είναι ενήλικες άντρες.
Οφείλει, λοιπόν, μία γυναίκα να είναι αξιοσέβαστο μέλος της κοινωνίας. Δηλαδή, παντρεμένη. Αλλιώς θα έχει τη μοίρα της κάθε Μαντάμ Ορτάνς: θα λεηλατηθεί από τον όχλο ακόμη και μετά το θάνατό της.
- Στην κύρια φωτογραφία: Η Φλόρενς Πιου στον ρόλο της Κάθυ Έιμς, στο τηλεοπτικό «Ανατολικά της Εδέμ» της Ζωής Καζάν.
Πηγή – in.gr








