Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 29°
Ελλάδα

Τι απέγινε το κοινωνικό τραγούδι;

    ​​ ​ Μαριάννα Τζιαντζή Το κοινωνικό τραγούδι υποχώρησε στα χρόνια της χούντας, αλλά δεν έσβησε. Υπάρχει σήμερα και πού; Το σίγουρο είναι πως δεν μας αρκούν τα περασμένα μεγαλεία: χρειαζόμαστε νέους ήχους και φωνές,…

11 Οκτωβρίου 2026 · 08:41

    

Μαριάννα Τζιαντζή

Το κοινωνικό τραγούδι υποχώρησε στα χρόνια της χούντας, αλλά δεν έσβησε. Υπάρχει σήμερα και πού; Το σίγουρο είναι πως δεν μας αρκούν τα περασμένα μεγαλεία: χρειαζόμαστε νέους ήχους και φωνές, νέα λόγια που θα μιλήσουν για το σήμερα που σε μεγάλο βαθμό παραμένει ατραγούδιστο.

Υχνά στη ραδιοφωνική εκπομπή του Λαϊκοί Βάρδοι, ο Πάνος Γεραμάνης αναφερόταν στο «κοινωνικό λαϊκό τραγούδι» της περιόδου 1950-1965, που μιλούσε για την ξενιτιά, τη φτώχεια, την αδικία, τον πόνο, τη δουλειά, την εκμετάλλευση. Ασφαλώς μιλούσε και για τον έρωτα, τη φιλία, την προδοσία, το φιλότιμο, την αχαριστία. Δεν ήταν πάντα παραπονεμένο ή καταγγελτικό συχνά γινόταν παιχνιδιάρικο, όμως αναγνωρίσιμες ήταν οι αναφορές του σ’ αυτό που λέμε κοινωνία. Ευδιάκριτος ήταν κάποτε ο διαχωρισμός στους «πάνω» και τους «κάτω», όπως στο αρχοντορεμπέτικο «Άλλοι με τραμ πηγαίνουνε και άλλοι με κουρσάρες».

Ακούγοντας κανείς τους στίχους πολλών τραγουδιών νεότερης εσοδείας που έγιναν σουξέ, νομίζει ότι αυτός ο διαχωρισμός έχει καταργηθεί, ότι όλοι το ίδιο είμαστε σε τούτο τον κοσμάκη, ότι όλοι έχουμε καρδιά, λαός και Κολωνάκι. Περίπου όπως το έθεσε στο Ευρωκοινοβούλιο η Ελεωνόρα Μελέτη: ίδια είναι τα βάσανα και η καψούρα για αφέντες και δούλους.

Πολλά τραγούδια, εκείνης της περιόδου αλλά και παλαιότερα, μιλούσαν για τα επαγγέλματα: για το χασαπάκι, τον οικοδόμο, τη μοδιστρούλα, τον εργάτη. Όμως σήμερα δεν γράφονται ή δεν ακούγονται τραγούδια για τον σεζονίστα ξενοδοχοϋπάλληλο, τον κούριερ, τον διανομέα, τους εργαζόμενους στα τηλεφωνικά κέντρα, στα σούπερ μάρκετ και στα καταστήματα εστίασης.

Το κοινωνικό τραγούδι υποχώρησε στα χρόνια της δικτατορίας (με φωτεινές αλλά όχι κυρίαρχες εξαιρέσεις τα Μικροαστικά του Λουκιανού Κηλαηδόνη και τα απαγορευμένα νέα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη), όμως δεν έσβησε. Επανήλθε με το πολιτικό τραγούδι των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Χαρακτηριστικό δείγμα σύγχρονου κοινωνικού τραγουδιού είναι το Για ένα κομμάτι ψωμί των αδελφών Κατσιμίχα, όπως και ο Φάνης που «ζήτησε δουλειά σε χίλια δυο αφεντικά κι όλοι ζητούσανε να δουν συστάσεις προϋπηρεσία/ μα μόλις είδανε κι αυτοί πως είχες κίτρινο χαρτί σε διώξανε σαν το σκυλί κι ούτε σ’ αφήσανε να πεις/ μια δικαιολογία».

Ο αδικοχαμένος Γιώργος Μαζωνάκης, με το ιδιαίτερο χρώμα της φωνής του και το λαϊκό του υπόβαθρο, θα μπορούσε να ερμηνεύσει τον Φάνη χωρίς να τον κατακρεουργήσει (όπως θα συνέβαινε, π.χ., αν το ίδιο τραγούδι το έλεγε ο Ρέμος). Όμως η εποχή έχει αλλάξει. Τέτοια τραγούδια δεν χωράνε στις μεγάλες πίστες και στους φαντασμαγορικούς τρόπους διασκέδασης.

Αν συνδέσουμε το «λαϊκό» με το popular (pop), αυτό που έχει απήχηση στον λαό, βλέπουμε ότι η κατηγορία αυτή μπορεί να διευρυνθεί και να συμπεριλάβει και άλλα είδη. Λαϊκός καλλιτέχνης ήταν απ’ αυτή την άποψη ο Μαζωνάκης αν και στον ίδιο, όπως και στον λαό, ίσως θα άξιζαν άλλα τραγούδια, αλλιώτικα.

Σε μια συνέντευξή του στον Πάνο Γεραμάνη, το 1990, ο Στέλιος Καζαντζίδης μιλά για τον Νίκο Γούναρη, τον Φώτη Πολυμέρη και τον Τώνη Μαρούδα: «Για μένα τα ονόματα αυτά ήτανε λαϊκοί τραγουδισταί. Μπορεί τη φωνή τους να μην είχε το βυζαντινό άουσμα, όμως τα τραγούδια τους ήταν λαϊκά […]. Εγώ θυμάμαι πριν αρχίσω το λαϊκό τραγούδι, τραγουδούσα τέτοια τραγούδια». Και πράγματι τα τραγουδούσε στο εργοστάσιο και στις παρέες του.

Με αφορμή τον θάνατο του Μαζωνάκη αλλά και τη συναυλία της Άννας Βίσση, πολλά ειπώθηκαν αλλά και πολλά μένει ακόμα να ειπωθούν για τη λεγόμενη υψηλή και την εμπορική ή αγοραία τέχνη, για το ευτελές και το «εξαίσιο», για το πώς ορίζεται και μεταβάλλεται η λαϊκότητα στο πέρασμα των χρόνων. Για να σκεφτούμε το πόσο παραπλανητικές μπορεί να είναι οι έννοιες του «έντεχνου» και του «ποιοτικού». Και να μην ξεχνάμε ότι για να χαρακτηριστεί, να αποδειχτεί ένα τραγούδι «κοινωνικό λαϊκό» δεν αρκεί η καλή πρόθεση των συντελεστών του. Πρέπει να το αγγίξει το μαγικό ραβδί της τέχνης, να διαθέτει εκείνη την αφοπλιστική ομορφιά που έκανε πολλά τραγούδια όχι απλώς δημοφιλή αλλά κλασικά.

Σήμερα το κοινωνικό τραγούδι ζει μέσα στο ευρύτερο ρεύμα της ραπ – όχι παντού και πάντα, όμως σε πολλές περιπτώσεις οι στίχοι, όπως και ο ασθματικός ρυθμός των τραγουδιών, μιλούν για την ασφυξία, την πόλη, τα σύγχρονα αδιέξοδα και όχι αποκλειστικά για ένα υπερμέγεθες εγώ. Αν και πολλοί καλλιτέχνες αυτού του μουσικού είδους έχουν ισχυρή απήχηση στη νεολαία, δεν έχουν ακόμα γίνει «λαϊκοί», όπως ήταν στην εποχή τους οι «Βάρδοι» του Πάνου Γεραμάνη. Επιπλέον, υπάρχει ένας βιολογικός φραγμός, ένας ανεπίσημος ηλικιακός διαχωρισμός, καθώς οι μεγαλύτερες γενιές δεν είναι εξοικειωμένες με αυτό το είδος.

Το σίγουρο είναι ότι δεν μας αρκούν τα περασμένα μεγαλεία: χρειαζόμαστε νέους ήχους και φωνές, νέα λόγια που θα μιλήσουν για το σήμερα που σε μεγάλο βαθμό παραμένει ατραγούδιστο.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 10-11 Οκτωβρίου

Πηγή – Prin

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.