ΑθλητισμόςΠώς είναι να ζεις και να δουλεύεις στην ελληνική ύπαιθρο-Τέσσερις γυναίκες απαντούν
Πώς είναι να είσαι αγρότισσα σήμερα; Tι σκέφτονται και ποιος είναι ο τρόπος ζωής των γυναικών που είναι γέννημα θρέμμα της υπαίθρου και που υποστηρίζουν με την καθημερινή τους δουλειά τον πρωτογενή τομέα;…
15 Οκτωβρίου 2026 · 12:00
Πώς είναι να είσαι αγρότισσα σήμερα; Tι σκέφτονται και ποιος είναι ο τρόπος ζωής των γυναικών που είναι γέννημα θρέμμα της υπαίθρου και που υποστηρίζουν με την καθημερινή τους δουλειά τον πρωτογενή τομέα; Πώς είναι να ζεις και να δουλεύεις καθημερινά στην ύπαιθρο. Ποιές είναι οι απολαύσεις και ποιες οι δυσκολίες; Tέσσερις γυναίκες διαφορετικές μεταξύ τους απαντούν. H μία απόφοιτος της Γεωπονικής με μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό γύρισε για να δουλέψει τη γη με έναν πιο αποδοτικό και εξελιγμένο τρόπο δημιουργώντας την δική της επιχείρηση. Η άλλη αφού ολοκήρωσε τις σπουδές της στο εξωτερικό επέστρεψε στον οικογενειακό μικρό αμπελώνα και δημιούργησε ένα σύγχρονο υψηλών προδιαγραφών οινοποιείο. Η τρίτη μεγαλωμένη στο χωριό και τα χωράφια, ανεβαίνει στο τρακτέρ της οργώνει τα χωράφια της οικογένειας και ανεβάζει βίντεο από την ώρα της δουλειάς που γίνονται viral στο TikTok. Τέλος μια παραδοσιακή αγρότισσα από τη Ζαγορά που βιοπορίζεται εδώ και δεκαετίες από τη γη, βλέπει τις εποχές να αλλάζουν και μαζί τους την ίδια τη ζωή της γυναίκας αγρότισσας.
Αργυρώ: Η Χιώτισσα που αναδεικνύει τα μυρωδικά φυτά του τόπου της και ανακηρύχθηκε Νέα Αγρότισσα της Χρονιάς
Η Αργυρώ Κουτσουράδη μεγάλωσε στο Χαλκειός της Χίου. Θυμάται ακόμη τα καλοκαίρια να πηγαίνει στο περιβόλι που είχε η οικογένεια της, να σκαλίζουν και να ποτίζουν τη γη, να φτιάχνουν ψωμί μέσα σε ξυλόφουρνο, να πηγαίνει με τον παππού της στα ζώα. Η ιστορία της Αργυρώς είναι μια ιστορία επιχειρηματικότητας αλλά κυρίως βαθιάς αγάπης για τον τόπο που μεγάλωσε.
Μέσα από τις σπουδές της στη γεωπονία, ανακάλυψε τον κόσμο των αρωματικών φυτών αλλά και μια ευκαιρία να δημιουργήσει κάτι δικό της στη Χίο, στο μέρος που μεγάλωσε. Τη Myrovolos Organics. Έχοντας ανακηρυχθεί Νέα Αγρότισσα της Χρονιάς και Ευρωπαία Νέα Αγρότισσα το 2023 η Αργυρώ ξέρει τι σημαίνει να είσαι συνδεδεμένη με τη γη και να δουλεύεις σε αυτή. Το 2025 της επιφύλασσε ακόμη μια διάκριση, το 2ο Βραβείο Επιχειρηματικότητας στον διαγωνισμό της TUI Care Foundation και της Wise Greece. Σήμερα, έχοντας αναπτύξει την επιχείρησή της με τα αρωματικά φυτά, συνεχίζει να ισορροπεί ανάμεσα στις απαιτήσεις της παραγωγής, την αναζήτηση νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και τη μητρότητα, σε έναν κλάδο που παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανδροκρατούμενος.

Όλα ξεκίνησαν όταν η Αργυρώ στο τρίτο έτος των σπουδών της στη Γεωπονική, επέλεξε το μάθημα των αρωματικών φυτών. Ήταν τότε που της ήρθε η ιδέα μόλις τελείωνε τις σπουδές της να επέστρεφε στο χωριό όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο Χαλκειός στη Χίο, έναν τόπο με σπάνια χλωρίδα και άριστες εδαφοκλιματολογικές συνθήκες για να καλλιεργήσει μυρωδικά φυτά. Αποφοιτώντας από τη Γεωπονική, συνέχισε τις σπουδές της και τη μελέτη των αρωματικών φυτών και της μέντας στο Université de Lille II. Επόμενη στάση ήταν το Χαλκειός.
Τα πρώτα χρόνια κάθε άλλο παρά εύκολα ήταν. Με περιορισμένους οικονομικούς πόρους και χωρίς τη δυνατότητα να προσλάβει προσωπικό, δούλευε καθημερινά μαζί με τον πατέρα της στα χωράφια καλλιεργώντας αρωματικά φυτά, ενώ στη συνέχεια αναλάμβανε τις παραγγελίες, τις παραδόσεις και την προώθηση των προϊόντων της. Η ημέρα της μπορούσε να ξεκινά από τις 7.30 το πρωί και να τελειώνει στις 11 το βράδυ. Αυτή η περίοδος διήρκεσε περίπου τρία με τέσσερα χρόνια, μέχρι η επιχείρηση να αρχίσει να αναπτύσσεται και να μπορέσει να απασχολήσει τους πρώτους εργαζομένους.
«Για να είναι μια αγροτική επιχείρηση βιώσιμη στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι κάθετη. Δεν μπορείς να περιοριστείς μόνο στην παραγωγή. Αυτό και κάναμε».
Για την Αργυρώ, όμως, η επιχειρηματικότητα δεν περιορίζεται στην καλλιέργεια και την παραγωγή. «Όλα αυτά τα χρόνια είχα μέντορες. Είμαι πάρα πολύ υπέρ της συνεχούς εκπαίδευσης. Συμμετέχω σε πάρα πολλά προγράμματα, μέσω οργανισμών. Συνήθως είναι η ιδιωτική πρωτοβουλία που στηρίζει αλλά χρειάζεται και κεντρικός κρατικός σχεδιασμός για να έχει η στήριξη και η εξέλιξη των νέων αγροτών συνέχεια και συνέπεια».
Όταν έμαθε ότι ήταν υποψήφια για το βραβείο Ευρωπαία Αγρότισσα της Χρονιάς, το μωρό της ήταν μόλις 40 ημερών. O σύντροφός της κράτησε το μωρό τους και η Αργυρώ μπόρεσε να ταξιδέψει μέχρι τις Βρυξέλλες όπου ανακηρύχθηκε και νικήτρια. «Πριν ταξιδέψω δεν ήξερα το αποτέλεσμα. Οι δικοί μου έβλεπαν live την τελετή από τη Χίο. Ήταν πολύ συγκινητικό».

Είναι αυτή η στήριξη του συζύγου, και των γονιών της που της επιτρέπει να ταξιδεύει συχνά στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το εξωτερικό, να χτυπάει πόρτες, να δημιουργεί επαφές και να διευρύνει σταδιακά την παρουσία των προϊόντων της. Σήμερα, η επιχείρηση της έχει μεγαλώσει, διαθέτει οργανωμένο συσκευαστήριο, συνεργάζεται με σταθερό και εποχικό προσωπικό, ενώ τα προϊόντα της βρίσκονται σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Βέβαια στον πρωτογενή τομέα, όπου η παρουσία των γυναικών παραμένει περιορισμένη, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με συμπεριφορές που, όπως περιγράφει, δεν θα αντιμετώπιζε ένας άντρας.
«Συχνά ακούω από άνδρες να λένε, “γυναίκα και μπαίνεις στο χωράφι;”. Μου αρέσει που το ακούω γιατί μου δίνει την ευκαιρία να απαντήσω και να τους πω ότι τώρα πια με τόση τεχνολογία και καινοτομία είναι η πιο κατάλληλη εποχή για να είναι η γυναίκα στο χωράφι. Τώρα που η αγροτική παραγωγή δεν εξαρτάται μόνο από τη σωματική δύναμη, τώρα είναι που οι γυναίκες μπορούν να μεγαλουργήσουν στην γεωργία».

Για εκείνη οι σύγχρονες αγρότισσες είναι δυναμικές και διεκδικούν μια καλύτερη θέση για τους εαυτούς τους. Το διαπιστώνει μέσα από τις συναναστροφές της. Γυναίκες που παλαιότερα είχαν ως βασική τους ασχολία το νοικοκυριό τώρα πλέον αναλαμβάνουν νέους ρόλους. Από τη συμμετοχή σε έναν σύλλογο μέχρι τη δημιουργία της δικής τους επιχείρησης. Επιπλέον η Αργυρώ παρατηρεί ότι «οι γυναίκες που ζουν στην επαρχία είναι πιο ήρεμες. Είναι πολύ διαφορετικοί οι ρυθμοί τους σε σχέση με την πίεση, το άγχος και τους ρυθμούς των γυναικών που συναντάω στα ταξίδια μου στις πόλεις».
Αυτή την ποιότητα ζωής αναζητούσε και η ίδια επιστρέφοντας στη Χίο. Η δυνατότητα να βρίσκεται κοντά στη γη και τη φύση, να αποφεύγει τις πολύωρες μετακινήσεις, να μεγαλώνει το παιδί της σε ένα περιβάλλον όπου αισθάνεται ασφάλεια, όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται με το μικρό τους όνομα και όπου βρίσκεται δίπλα στη φύση. «Πιστεύω ότι αν περισσότεροι νέοι επέστρεφαν ή δεν έφευγαν ποτέ από τον τόπο τους αυτό θα βοηθούσε τις τοπικές κοινωνίες να αναπτυχθούν. Για μένα μόνο αυτός είναι ο τρόπος να πάμε μπροστά. Να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη των προϊόντων μας».
Ανθή: Η γεωπόνος που έγινε οινολόγος και αναβίωσε ένα μικρό οινοποιείο στην Κρινίδα Σερρών
Η Ανθή Χαραλαμπόγλου μεγάλωσε μέσα στα αμπέλια και τα χωράφια της οικογένειας της στην Κρινίδα Σερρών, αλλά ως παιδί δεν ήθελε καθόλου να ασχοληθεί με τη γη. Η δουλειά στα χωράφια, στα παιδικά μάτια της φαινόταν σαν μια δύσκολη, κουραστική δουλειά, που απαιτούσε να βρίσκεται κανείς κάτω από τον καυτό ήλιο. Από μικρή ονειρευόταν να φύγει, να γνωρίσει τον κόσμο, να ζήσει σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Και το έκανε.
Σπούδασε γεωπονία στη Θεσσαλονίκη, ταξίδεψε στη Γαλλία και στη Νέα Ζηλανδία, όπου γνώρισε διαφορετικές κουλτούρες και τρόπους παραγωγής του κρασιού. Τελικά, όμως, επέστρεψε στον τόπο της, αποφασισμένη να επεκτείνει το μικρό οινοποιείο και να το μετατρέψει σήμερα στο Κτήμα Χαραλαμπόγλου που παράγει υψηλής ποιότητας βιολογικό κρασί.

Η Ανθή μεγάλωσε σε μια αγροτική οικογένεια. Ο πατέρας της ήταν αγρότης και η μητέρα της τον βοηθούσε στις δουλειές. Η καθημερινότητά τους ήταν συνδεδεμένη με τη γη, τα σταφύλια και τα σιτηρά. Εκείνη, ωστόσο, δεν μπορούσε τότε να καταλάβει γιατί κάποιος να επιλέγει μια τόσο απαιτητική εργασία. Οι παιδικές της αναμνήσεις από την Κρινίδα περιλαμβάνουν παιχνίδι στις γειτονιές, κυνηγητό και κρυφτό σε ολόκληρο το χωριό, νύχτες κάτω από τα αστέρια, με το αεράκι και τα δέντρα γύρω της. Στην εφηβεία τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Πιο περιοριστικά. Δεν υπήρχε η επιλογή του σινεμά, της εξόδου.
Στα δεκαοκτώ της έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, έχοντας επιλέξει συνειδητά να σπουδάσει γεωπονία. Η οικογενειακή της ιστορία είχε επηρεάσει την απόφασή της, καθώς σκεφτόταν ότι με τις γνώσεις της γεωπόνου θα μπορούσε να εξελίξει την αγροτική παραγωγή της οικογένειας της. Κάποια στιγμή στην διάρκεια των σπουδών της συναντήθηκε με την οινολογία. Το ένα πράγμα έφερε το άλλο και βρέθηκε στη Γαλλία, στην περιοχή του Μπορντό, όπου γνώρισε από κοντά τις αμπελουργικές ζώνες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Αργότερα, στη Νέα Ζηλανδία, εντυπωσιάστηκε από την οργάνωση, τις υποδομές και τις διαδικασίες που διευκολύνουν την εργασία στα αμπέλια και στην παραγωγή του κρασιού. Οι εμπειρίες αυτές τής έδωσαν μια διαφορετική οπτική για τις δυνατότητες και τις δυσκολίες της ελληνικής πραγματικότητας.

Θα μπορούσε να παραμείνει στο εξωτερικό. Επέλεξε, όμως, να επιστρέψει. «Η Ελλάδα διαθέτει έναν ανεκτίμητο οινικό πλούτο που δεν έχει αναδειχθεί όσο του αξίζει». Έτσι το 2021 επέστρεψε από τη Νέα Ζηλανδία μαζί με τον άνθρωπο που σήμερα είναι άνδρας της και ανέλαβε το μικρό τότε οινοποιείο που είχαν δημιουργήσει οι γονείς της.
Η Ανθή ήθελε να δημιουργήσει κάτι που να συνδυάζει την ποιότητα με την οικονομική βιωσιμότητα. Για την ίδια, το μεράκι δεν αρκεί από μόνο του. «Η δουλειά πρέπει να μπορεί να εξασφαλίζει και τα προς το ζην. Διαφορετικά, ακόμη και κάτι που αγαπάς κινδυνεύεις να το μισήσεις».
Η καθημερινότητά της στο οινοποιείο ακολουθεί τον ρυθμό των εποχών. Στον τρύγο, η μέρα μπορεί να ξεκινά στις έξι το πρωί, με την παρακολούθηση της ωρίμανσης των σταφυλιών και τη συγκομιδή, και να συνεχίζεται με την επεξεργασία τους στο οινοποιείο, μέχρι το βράδυ. Η δουλειά εκτείνεται από το αμπέλι μέχρι το τελικό προϊόν και την πώλησή του.
Αυτό που αγαπά περισσότερο από ο,τιδήποτε είναι εκείνες οι πρώτες πρωινές ώρες, όταν περπατά ανάμεσα στα αμπέλια με τον καφέ της, μυρίζοντας το χώμα πριν ξυπνήσει ο κόσμος. Είναι στιγμές που μετατρέπονται σε προσωπικές μνήμες, μικρές απολαύσεις που σήμερα, με την ένταση της δουλειάς και τη μητρότητα, δεν μπορεί να χαίρεται τόσο συχνά.
Η κόρη της, που κοντεύει να γίνει ενός, έχει αλλάξει την καθημερινότητά της. «Προσπαθώ να την παίρνω μαζί μου όπου μπορώ. Να μην περιμένω να κοιμηθεί για να κάνω τις δουλειές μου. Σε κάποια κομμάτια της δουλειάς, όπως για παράδειγμα στους χώρους της παραγωγής δεν μπορώ να την παίρνω γιατί είναι επικίνδυνο. Αλλά όταν κάθε δύο τρεις μήνες πάω στα βαρέλια για να συμπληρώσω την ποσότητα που χάθηκε από την εξάτμιση τη βάζω στο μάρσιππο ή στο καρότσι και πάμε μαζί. Και αν κάποια φορά πρέπει να πάω στα κτήματα χωρίς να χρειάζεται να μείνω εκεί για πολλές ώρες πάλι την παίρνω μαζί μου».

Η επιστροφή στο χωριό δεν σημαίνει ότι η Ανθή βλέπει τη ζωή στην ύπαιθρο μέσα από ένα εξιδανικευμένο φίλτρο. Αναγνωρίζει τη ζεστασιά και τη φιλοξενία των ανθρώπων, στοιχεία που δύσκολα συναντά κανείς με τον ίδιο τρόπο στις μεγάλες πόλεις. Έχει, όμως, δει και την άλλη πλευρά. Πρόσφατα βρήκε νεκρά από φόλα τρία αδέσποτα σκυλιά που φρόντιζε στο κτήμα.
Η διαδρομή της Ανθής μοιάζει να κλείνει έναν κύκλο. Το χωριό που κάποτε ήθελε να εγκαταλείψει έγινε ο τόπος που επέλεξε να μείνει. Όχι επειδή δεν υπήρχαν άλλες δυνατότητες, αλλά επειδή αναγνώρισε σε αυτόν κάτι που αξίζει να εξελιχθεί. Και σήμερα, ανάμεσα στα αμπέλια, στην παραγωγή του κρασιού και στη νέα της ζωή ως μητέρα, συνεχίζει να αναζητά τον τρόπο να δώσει σε αυτόν τον τόπο την αξία που πιστεύει ότι του αναλογεί.
Σύλια: Η αγρότισσα που έγινε viral στο ΤikTok
Η Σύλια Μπακοστεργίου δεν περίμενε να την ανεβάσει ο πατέρας της στο τρακτέρ. Αντίθετα, μόλις έβρισκε ευκαιρία, σκαρφάλωνε μόνη της, ανυπομονώντας να οδηγήσει, να μάθει και να ανακαλύψει όλα τα μυστικά της γης. Μεγαλώνοντας στην Ομβριακή, ένα χωριό της Φθιώτιδας, ένιωσε από νωρίς τη βαθιά σύνδεση με τη φύση και την αγροτική ζωή. Σήμερα, φοιτήτρια στο τέταρτο έτος στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και νέα αγρότισσα, μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στις σπουδές και τα οικογενειακά χωράφια, ενώ μέσα συστήνει στους νέους μια διαφορετική εικόνα για το επάγγελμα του αγρότη.

«Είναι υγεία να μεγαλώνεις κοντά στη φύση. Νιώθω πολύ τυχερή που είχα αυτή την ευκαιρία», λέει. Οι παιδικές της αναμνήσεις είναι γεμάτες ελευθερία, παιχνίδι στις πλατείες και στη φύση, αλλά και στιγμές που σήμερα μοιάζουν με μικρούς θησαυρούς. Την άνοιξη, μετά το σχολείο, εκείνη και η αδελφή της πήγαιναν στο χωράφι για να φάνε μαζί με τον πατέρα τους, που εργαζόταν εκεί. «Η μαμά τού πήγαινε φαγητό κι εμείς προτιμούσαμε να πάρουμε τη μερίδα μας και να φάμε όλοι μαζί. Είχε άλλη γεύση το φαγητό στη φύση!».
Δεν ένιωσε ποτέ ότι έπρεπε να δραπετεύσει από το χωριό για να ανακαλύψει τον κόσμο. Η Λαμία, όπου πήγαινε για το Λύκειο και τα φροντιστήρια, της έδινε την επαφή με την πόλη, ενώ σήμερα η ζωή της μοιράζεται ανάμεσα στην Αθήνα για τις σπουδές και το Σαββατοκύριακο για τις καλλιέργειες της οικογένειας της στην Ομβριακή. «Πολύ συχνά κλέβω μέρες από την Αθήνα. Μόλις τελειώνουν τα απαραίτητα μαθήματα, φεύγω αμέσως για το χωριό. Το μυαλό και η καρδιά μου είναι πάντα εκεί».

Μικρή ονειρευόταν να γίνει τραγουδίστρια. Στο σπίτι υπήρχαν μικρόφωνα, κιθάρες και αρμόνια, όμως μεγαλώνοντας ανακάλυψε μια διαφορετική μορφή δημιουργίας. Την παραγωγή της τροφής. «Για μένα θέλει πολλή τέχνη το να καταφέρνεις να φέρνεις έναν καρπό από το χωράφι στο πιάτο». Παράλληλα με το σιτάρι, το καλαμπόκι, τον ηλίανθο και τη σόγια που καλλιεργεί η οικογένεια της, ο πατέρας της της έχει παραχωρήσει 30 στρέμματα στα οποία καλλιεργεί όσπρια, με στόχο να αναπτύξει ακόμη περισσότερο την παραγωγή βιολογικών προϊόντων. «Τα εδάφη μας είναι πολύ εύφορα και βγάζουν εξαιρετικά, νόστιμα όσπρια. Είναι κάτι με το οποίο θέλω πολύ να ασχοληθώ στο μέλλον, γιατί βρίσκω τρομερά ενδιαφέρον να παράγω κάτι που καταναλώνεται απευθείας από τον άνθρωπο».
«Οι ρυθμοί της δουλειάς είναι τόσο γρήγοροι που μόλις πας να βαρεθείς κάτι, έρχεται αμέσως το επόμενο. Αυτό που λατρεύω είναι οι δουλειές με το τρακτέρ. Μπορώ να κάτσω 12 ώρες συνεχόμενα πάνω στο τρακτέρ χωρίς να θέλω να κατέβω ή να νιώσω κούραση. Από την άλλη, βαριέμαι απίστευτα το μάζεμα των καρπουζιών Έχουμε λίγα στρέμματα με καρπούζια, πεπόνια και γλυκά καλαμπόκια εντελώς χωρίς φάρμακα, για εμάς και τους φίλους μας και σιχαίνομαι τη διαδικασία του μαζέματος γιατί όλη την ώρα διαλέγω από λάθος αυτά που δεν είναι ακόμα έτοιμα για συγκομιδή»
Η ιδέα να καταγράψει την καθημερινότητα της στα social media ξεκίνησε πριν από περίπου δύο χρόνια, εντελώς αυθόρμητα. Τα πρώτα βίντεο ήταν χιουμοριστικά στιγμιότυπα από τη δουλειά στο χωράφι, μέχρι που ορισμένα έγιναν viral, συγκεντρώνοντας εκατομμύρια προβολές. Σήμερα, θέλει να δείξει ότι η αγροτική ζωή δεν είναι ξεπερασμένη ούτε παλιομοδίτικη. Ο σύγχρονος αγρότης χρησιμοποιεί τεχνολογία, εξελίσσεται και χρειάζεται γνώσεις, επιχειρηματικό πνεύμα και επιμονή.

Βέβαια, πίσω από τα αστεία βίντεο κρύβεται μια πραγματικότητα πολύ πιο απαιτητική. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές διάθεσης των προϊόντων και οι δυσκολίες χρηματοδότησης των απαραίτητων επενδύσεων πιέζουν ιδιαίτερα τους νέους αγρότες. «Δεν απαιτούμε απλώς να είμαστε βιώσιμοι. Θέλουμε να ζούμε με αξιοπρέπεια. Πλέον, αν κάνεις τους υπολογισμούς, απολαμβάνουμε με το ζόρι έναν μισθό δημοσίου υπαλλήλου, αλλά χωρίς καμία από τις ανέσεις ή την ασφάλεια που έχει κάποιος που δουλεύει σε γραφείο. Το θέμα είναι ότι τα λεφτά υπαρχουν, απλά δεν φτάνουν ποτέ σε εμάς.
Σκεφτείτε ότι με σιτάρι αξίας 0,20€ φτιάχνεται 1,5 κιλό ψωμί, το οποίο ο καταναλωτής το πληρώνει 5€. Το ψωμί έφτασε στα 5€ όταν το σιτάρι είχε ανέβει στα 0,55€. Το σιτάρι έπεσε ξανά, αλλά η τιμή του ψωμιού δεν κατέβηκε ποτέ. Οπότε καταλαβαίνουμε όλοι ότι την υπεραξία δεν τη χαίρεται ούτε ο αγρότης που μοχθεί, ούτε ο καταναλωτής που αγοράζει».
Όπως εξηγεί η δουλειά του αγρότη δεν ανταμείβεται όπως θα έπρεπε, και πλέον δεν φταίνε οι καιρικές συνθήκες. «Το κόστος παραγωγής έχει φτάσει στα ύψη, την ώρα που τα δικά μας προϊόντα δεν πληρώνονται στην αξία τους λόγω των αθρόων εισαγωγών σε σιτάρια και καλαμπόκια. Όλη αυτή η κατάσταση μας αποθαρρύνει από το να πάρουμε πρωτοβουλίες. Συμμετέχουμε σε ευρωπαϊκά προγράμματα τα τελευταία χρόνια για να εκσυγχρονιζόμαστε. Όμως, χωρίς βιώσιμες τιμές στα προϊόντα, πώς θα μπορέσουμε να πάρουμε καινούριο εξοπλισμό; Είναι ειρωνικό. Παλιά ο πατέρας μου, όταν χρειαζόταν ένα τρακτέρ, πήγαινε και το αγόραζε χωρίς να περιμένει κανένα πρόγραμμα. Σήμερα μας έχουν φτάσει σε σημείο να μην μπορούμε να αγοράσουμε μηχανήματα ούτε καν με την ενίσχυση. Βγαίνουν όλα τσίμα-τσίμα και τα τελευταία τρία χρόνια ζοριζόμαστε πολύ».
Οι κινητοποιήσεις των αγροτών έχουν πολύ σοβαρό λόγο που γίνονται, αν και δυστυχώς συχνά δεν φέρνουν το αποτέλεσμα που θα έπρεπε. Πιστεύω όμως ότι η μεγαλύτερη “κινητοποίηση” θα γίνει αναγκαστικά από τον ίδιο τον κόσμο στα αστικά κέντρα σε λίγα χρόνια, όταν θα αρχίσουν να φαίνονται τα προβλήματα υγείας από αυτά που καταναλώνουν λόγω των μη ασφαλών εισαγόμενων προϊόντων. Εγώ και οι άλλοι νέοι αγρότες είμαστε τυχεροί γιατί παράγουμε και καταναλώνουμε τα δικά μας ασφαλή προϊόντα, αλλά αυτή την πολυτέλεια δεν την έχει ο συνάνθρωπός μας στην πόλη.
Και στα νέα παιδιά που σκέφτονται να ασχοληθούν με τη γη, στέλνει ένα μήνυμα που συνοψίζει τη δική της διαδρομή: να μην εγκαταλείπουν τα όνειρά τους επειδή ο δρόμος είναι δύσκολος. «Να έχετε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σας και να μην περιμένετε βοήθεια από τρίτους. Με δουλειά, αφοσίωση και τη στήριξη των δικών σας ανθρώπων, μπορείτε να πετύχετε τα πάντα».
Μαίρη Στάμου: μια παραδοσιακή αγρότισσα στη Ζαγορά
Μεγάλωσα στη Ζαγορά, μέσα στη φύση και στα χωράφια. Η μητέρα μου είχε έξι κορίτσια και, μεγαλώνοντας, οι περισσότερες αδελφές μου έφυγαν για την Αθήνα. Εγώ έμεινα εδώ, κοντά στους γονείς μου και στα κτήματα της οικογένειας. Πήγα μόνο στο δημοτικό σχολείο, δεν συνέχισα παρακάτω. Από μικρή μπήκα στη δουλειά, όπως συνέβαινε τότε σε πολλές αγροτικές οικογένειες.

Οι αδελφές μου έφυγαν, αλλά εγώ, ακόμη κι όταν δοκίμασα να ζήσω αλλού, επέστρεψα. Με είχαν πάρει κι εμένα στην πόλη, για να μάθω κομμωτική, όμως τελικά γύρισα πίσω. Η μητέρα μου είχε μείνει μόνη, χωρίς κανένα από τα παιδιά της κοντά της, και δεν μπορούσα να την αφήσω.
Έτσι, έμεινα στο χωριό και συνέχισα να ασχολούμαι με τα κτήματα. Μπορεί να ήταν και το τυχερό μου να μείνω εδώ, όπως λέω και σήμερα.
Η δουλειά στα χωράφια είναι πολύ σκληρή. Έχουμε φουντουκιές, μηλιές. Οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ. Όταν τελειώνει η μία, αρχίζει η άλλη. Μαζεύουμε τα μήλα, μετά έρχεται το κλάδεμα και ύστερα πρέπει να φροντίσουμε τα κτήματα και να καθαρίσουμε τα χόρτα. Όλο και κάτι θα βρεθεί να κάνουμε.

Η ημέρα μου εξαρτάται από την εποχή και τις εργασίες που έχουμε. Όταν υπάρχει πολλή δουλειά, σηκωνόμαστε το πρωί και πηγαίνουμε στο κτήμα, όπου μένουμε μέχρι το βράδυ. Το καλοκαίρι, όταν η ζέστη είναι αφόρητη, επιστρέφουμε το μεσημέρι για να ξεκουραστούμε και ξαναπηγαίνουμε το απόγευμα. Τον χειμώνα, όταν μαζεύουμε τις ελιές ή έχουμε άλλες εργασίες, μπορεί να μείνουμε έξω όλη μέρα. Παράλληλα, έχω τις κότες, τα σκυλιά και τον κήπο μου. Ακόμη κι όταν δεν είμαι στα κτήματα, υπάρχουν πράγματα που πρέπει να φροντίσω.
Παλιότερα, όταν τελείωναν οι αγροτικές εργασίες, δούλευα και στον συνεταιρισμό. Τα παιδιά μου σπούδαζαν, τα έξοδα ήταν πολλά και με τα χρήματα που βγάζαμε από τα μήλα δεν μπορούσαμε να τα πληρώσουμε όλα. Έτσι, εργαζόμουν στα ψυγεία του συνεταιρισμού, όπου συγκεντρώνονται τα φρούτα της περιοχής και από εκεί προωθούνται στην αγορά.

Αυτό που είναι πιο δύσκολο στη δουλειά μας, είναι η σωματική κούραση, αλλά και η αγωνία για το πως θα πάει η παραγωγή, μήπως έχουμε καμιά καταστροφή. Μπορεί να δουλεύεις μήνες ολόκληρους και να έρθει ένα χαλάζι και να σου καταστρέψει τη σοδειά. Φέτος, για παράδειγμα, είχαμε ζημιές στα μήλα. Κι εμείς από τα κτήματα ζούμε, δεν έχουμε άλλη δουλειά για να στηριχτούμε οικονομικά.
Τα παιδιά μου έφυγαν για την Αθήνα και χαίρομαι που έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τη δική τους ζωή. Εγώ, που έζησα από μικρή μέσα στη σκληρή δουλειά, ήθελα να έχουν περισσότερες ευκαιρίες.
Αυτό που έχει αλλάξει τα χρόνια που δουλεύω σαν αγρότισσα είναι ότι η δουλειά έχει γίνει ευκολότερη σε αρκετά πράγματα. Παλιά οι δουλειές ήταν πολύ πιο δύσκολες, ενώ τώρα υπάρχουν μηχανήματα και εργαλεία που μας διευκολύνουν. Παλιά είχαμε τα ξύλα για να ζεσταθούμε, τώρα έχουμε τους λέβητες και τα καλοριφέρ. Επίσης οι γυναίκες σήμερα είναι πιο ελεύθερες.
Βέβαια, η ζωή στο χωριό έχει και τις δυσκολίες της. Όταν ζεις καθημερινά μέσα στην ίδια ρουτίνα, θέλεις κάποιες φορές να πας στην πόλη και να δεις περισσότερο κόσμο. Εμείς οι γυναίκες, πάντως, έχουμε τις παρέες μας. Πηγαίνουμε η μία στο σπίτι της άλλης για καφέ, ενώ υπάρχει και ο γυναικείος συνεταιρισμός, όπου οι γυναίκες του χωριού φτιάχνουν γλυκά του κουταλιού, μπακλαβά και πολλά άλλα γλυκά. Τα καλοκαίρια έχουν και εκθετήριογια να μπεις και να αγοράσεις αλλά και καφενείο που μπορείς να πιεις τον καφέ σου και να δοκιμάσεις και τα γλυκά, ή να πιεις τσίπουρο με μεζέδες. Αν απολαμβάνω τη ζωή δίπλα στη φύση; Δεν το σκέφτομαι ποτέ. Εδώ έχω μεγαλώσει. Για μένα αυτό ήταν πάντα.
Πηγή – Yperoxes








